Οι εικόνες μάς έχουν συνταράξει όλους: στις ακτές, τα κύματα της ζωογόνου θάλασσας ξεβράζουν νεκρούς -παιδιά ανάμεσά τους. Μόνο το όνομα ενός από αυτά μάθαμε: Αϊλάν. Δεν ήταν όμως το πρώτο, ούτε το τελευταίο θύμα. Πόσα να είναι τα ονόματα που δεν μάθαμε και πόσα δεν θα μάθουμε ποτέ;
Ονόματα ανδρών και γυναικών, μικρών ή μεγαλύτερων παιδιών, που αν ο παράλογος πόλεμος ή η ακραία φτώχεια δεν είχαν ενσκήψει, ίσως να έπαιζαν σε μια αυλή, να πήγαιναν στο σχολείο, να μάλωναν με τα γειτονόπουλα για μια μπάλα. Σαν το παιδί, το ανιψάκι, το βαφτιστήρι ή το αδελφάκι μας, σαν το αγοράκι που τρέχει στη γειτονική παιδική χαρά, ή το κοριτσάκι που κλαίει για να του πάρει ο πατέρας παγωτό.
Για τα παιδιά-πρόσφυγες και τις οικογένειές τους η ζωή δεν είναι τόσο απλή. Ξεκίνησαν –και πολλοί ξεκινούν κάθε μέρα– ένα επικίνδυνο ταξίδι στο άγνωστο, ακόμη και αν στον τόπο προορισμού υπάρχει ένας φίλος ή ένας συγγενής που τους περιμένει.
Κι εκεί, στις χώρες της πολιτισμένης Δύσης, εκείνης που υπερηφανεύεται για τους Χάρτες των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Παιδιού, για τις ελευθερίες που εμπλουτίζονται, συχνά συναντούν καχυποψία, φόβο, εκμετάλλευση, ακόμα και μίσος. Κάποιοι καίνε τους χώρους υποδοχής, άλλοι τους διώχνουν, κάποιοι δεν τους επιτρέπουν καν την είσοδο.
«Ο ξένος είναι θεός» λένε οι Ινδοί και, όσο φτωχοί κι αν είναι, θα φροντίσουν τον άγνωστο σαν τέτοιο. Οι αρχαίοι Ελληνες, επίσης, στο πρόσωπο του ξένου, του ικέτη, έβλεπαν ένα μεταμφιεσμένο θεό, προστάτη ή δικαστή.
Φιλοξενία, λοιπόν, αγάπη προς τον ξένο, όποιος και αν είναι αυτός, πλούσιος ή φτωχός, ομόθρησκος ή αλλόθρησκος, πληβείος ή άρχοντας: ένα κρεβάτι, ένα πιάτο φαγητό, ένα ζεστό λουτρό και ό,τι άλλο έχει άμεση ανάγκη ο άγνωστος που σου χτυπά την πόρτα, ενώ βρίσκεται καθ’ οδόν για όπου: για την πατρίδα και την ασφάλεια, για τον κίνδυνο και την ξενιτιά, για την εξορία ή τον πόλεμο. Κι η σχέση που αναπτύσσεται, ισχυρή σαν παλιά φιλία, είναι ιδιαίτερη, δεν έχει ταίρι και δένει αιώνια τα δύο μέρη.
Διαφέρει η πραγματικότητα από την ηθική των παραδόσεων, το ξέρουμε. Το αποδεικνύουν καθημερινά οι ειδήσεις που μαθαίνουμε, παρά το ενδιαφέρον και το έργο οργανώσεων και εθελοντών. Η Μεσόγειος έχει πάρει στην υγρή αγκαλιά της αμέτρητα σώματα, πριν κάποιοι κατορθώσουν να πατήσουν ασφαλή εδάφη. Ας είναι καλά οι επιτήδειοι.
Στην αρχή ήταν οι οικονομικοί μετανάστες. Οι χώρες υποδοχής τούς φοβήθηκαν. «Πώς θα τους θρέψουμε», αναρωτήθηκαν, «η κρίση μάς μαστίζει». Τους αποκάλεσαν στην αρχή λαθραίους, παράτυπους μετά, πριν επικρατήσει το μετανάστες. Δύσκολο να πείσεις κάποιους ότι άνθρωποι λαθραίοι και παράτυποι δεν υπάρχουν. Μόνο φτωχοί, εκτοπισμένοι λόγω της ανέχειας και της ανάγκης, απελπισμένοι, που ψάχνουν μια καλύτερη ζωή…
Πλάι τους και οι πρόσφυγες, Σύροι στην πλειονότητά τους, που τρέχουν να σωθούν στη Δύση από το μένος του «Ισλαμικού κράτους», αλλά και από τις εμφύλιες συγκρούσεις -έχουν βάλει και οι Δυτικοί το χεράκι τους σ’ αυτές. Αυτοί που τώρα, «συγκλονισμένοι» από την τραγωδία, βάζουν ζύγι στην αλληλεγγύη, μετρώντας τα μελλοντικά οφέλη τους: φτηνά εργατικά χέρια, καλό μορφωτικό επίπεδο, κάποια οικονομική επιφάνεια κ.λπ. Ηδη κάνουν διακρίσεις για το ποιους θα δεχτούν.
Και η ουσιαστική λύση αργεί. Τα χρήματα, οι χώροι υποδοχής και το άσυλο είναι αναγκαία μέτρα, αλλά δεν φτάνουν, δεν αντιμετωπίζουν την ουσία. Τα μυαλά είναι κλειστά. Είναι ειλικρινή τα δάκρυα, αλλά λίγοι βλέπουν πέρα από αριθμούς και οικονομικές παραμέτρους.
Αλλά χρειάζεται να κοιτάξουμε πιο βαθιά, σε εκείνα τα σημεία που κρύβεται ο πόνος των ανθρώπων με τα άγνωστα ονόματα: για τα σπίτια που άφησαν πίσω, για τους φίλους που έχασαν, για την πάτρια γη που ίσως να μη δουν ποτέ ξανά. Ποιος θα δώσει τέλος στον πόλεμο και τη φτώχεια; Ποιος θα αποτρέψει τον θάνατο κι άλλων θεών;
