Kανένα δημοσκοπικό εύρημα από τότε που και επίσημα ξεκίνησε η προεκλογική περίοδος δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι υπάρχει έστω και η ελάχιστη πιθανότητα να προκύψει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Αντίθετα, εκτιμάται ότι τουλάχιστον τρία κόμματα θα χρειαστεί να προσφέρουν τις κοινοβουλευτικές τους ομάδες ώστε η κυβέρνηση που θα προκύψει να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης.
Στη χώρα, από τις 21 Σεπτεμβρίου και μετά θα παιχτεί η τελευταία πράξη του δράματος της κρίσης. Στην πραγματικότητα, τους επόμενους μήνες θα κριθεί η θέση της χώρας στον σύγχρονο κόσμο. Θα κριθούν φιλίες, συμμαχίες, διεθνείς συμφωνίες και συμβάσεις.
Εκείνο που ίσως δεν γίνεται αντιληπτό είναι πως το ερώτημα δεν είναι αν θα υλοποιηθεί απλώς ένα δύσκολο και επώδυνο πρόγραμμα· ούτε αν θα παραμείνουμε εντός ή εκτός ευρώ. Το ευρώ άλλωστε, όπως έχει ειπωθεί και σωστά, δεν είναι φετίχ. Είναι κάρτα συμμετοχής σ’ ένα κλαμπ ισχυρών που στις μέρες μας είναι ό,τι πιο ασφαλές και δημοκρατικό υπάρχει παγκοσμίως. Μπορεί να μην είναι αντικείμενο του παρόντος άρθρου, αλλά κάτι τέτοιο επιβεβαιώνεται από τις εκατοντάδες χιλιάδες κατατρεγμένων που δεν μεταναστεύουν στις πλούσιες χώρες ομοθρήσκων τους αλλά στη «γηραιά» Ευρώπη.
Η στρατηγική επιλογή της χώρας να ενταχθεί και να παραμείνει στον στενό πυρήνα μιας ένωσης κρατών που αντιπροσωπεύουν ό,τι πιο προηγμένο, όχι μόνο σε οικονομικό επίπεδο αλλά σε κάθε τομέα του πολιτισμού, απειλείται. Και κινδυνεύει κυρίως από δικά της λάθη και παραλείψεις. Αυτόν άλλωστε τον κίνδυνο διαπίστωσε και ο απερχόμενος πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας, αντιλαμβανόμενος το διακύβευμα έστω την τελευταία στιγμή και με το κόστος που όλοι γνωρίζουμε.
Η συζήτηση που ξεκίνησε για τη σύνθεση της νέας κυβέρνησης η οποία θα προκύψει μετά τις προσεχείς βουλευτικές εκλογές εξυπηρετεί μόνον προεκλογικές τακτικές και ελιγμούς των κομμάτων, στην προσπάθειά τους να προσελκύσουν περισσότερους ψηφοφόρους.
Η πραγματικότητα όμως της επόμενης μέρας θα είναι εντελώς διαφορετική. Τα κόμματα που, ευθέως πλέον, επιδιώκουν χωρίς υποσημειώσεις την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας αναμένεται να συγκεντρώσουν πάνω από 80% της προτίμησης του εκλογικού σώματος. Θα είναι η επιβεβαίωση της επιλογής της απερχόμενης Βουλής που συντριπτικά ενέκρινε ένα δύσκολο και αναγκαίο πρόγραμμα προσαρμογής, το οποίο ανεξάρτητα από επιμέρους κριτικές θα είναι και το τελευταίο. Είτε πετύχει είτε αποτύχει!
Καμία όμως χώρα δεν επιτυγχάνει τους στόχους της αν η συντριπτική πλειοψηφία των εκπροσώπων του λαού δεν παραμερίσει, για όσο χρονικό διάστημα απαιτείται, τις επιμέρους διαφορές, τις πολιτικές σκοπιμότητες και τα μικροκομματικά συμφέροντα.
Η χώρα χρειάζεται μια μεγάλη συμφωνία που θα προκύψει έπειτα από προγραμματικό διάλογο ανάμεσα στα κόμματα που μοιράζονται κοινές πεποιθήσεις για τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο του 21ου αιώνα. Ούτως ή άλλως, η κοινή βάση για την επίτευξη μιας τέτοιου είδους συμφωνίας υπάρχει. Είναι ό,τι ψηφίστηκε μόλις ένα μήνα πριν στο βουλευτήριο. Από κει και πέρα ο δρόμος είναι ανοιχτός εφόσον:
1. Υπάρξει ρεαλιστική συναντίληψη για το διεθνές περιβάλλον, τους συσχετισμούς και τις δυνατότητες της χώρας, όπως αυτές διαμορφώνονται από τη σχεδόν ολοκληρωτική επικράτηση του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.
2. Απαλλαγεί ο πολιτικός κόσμος και κατά συνέπεια πολλοί πολίτες ανεξαρτήτως ηλικίας από σύνδρομα του παρελθόντος, που ανάγονται κυρίως στην εμφυλιοπολεμική περίοδο. Ο πολιτικός διάλογος δεν μπορεί να διεξάγεται με όρους Γκαζέρτας, Λιβάνου, Γράμμου ή Μακρυγιάννη. Μετά από 75 χρόνια ήρθε μάλλον η ώρα να παραδοθεί η σκυτάλη στους ιστορικούς και να προχωρήσουμε μπροστά. Η σημερινή Ελλάδα και ο κόσμος δεν θυμίζει σε τίποτα όσα μας δίχασαν. Αντίθετα, η κρίση μάς υποχρεώνει να ανακαλύψουμε όσα μας ενώνουν.
3. Γίνει αντιληπτό ότι η σταθερότητα σε αρχές και αξίες που αφορούν τη θεώρηση του κόσμου και τον αγώνα για βελτίωση της ποιότητας ζωής των ανθρώπων, είτε σε υλικό είτε σε πνευματικό επίπεδο, δεν έχει καμία σχέση με εμμονικούς ιδεασμούς θρησκευτικού χαρακτήρα που διέπουν μέρος του πολιτικού προσωπικού και που εμποδίζουν με τον τρόπο αυτόν τη ρεαλιστική θέαση της πραγματικότητας.
4. Παραμεριστούν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα επιμέρους διαφορές για πολιτικές των οποίων η άσκηση και η εφαρμογή μπορούν να αναβληθούν για το μέλλον, όταν θα έχουμε επιστρέψει στην «κανονικότητα».
Η εντύπωση που δίνουν οι πολιτικές δυνάμεις του τόπου, ανεξάρτητα από τη συνθηματολογία των καιρών, την επίκληση και χρήση μυθευμάτων, την προσπάθεια για διαφοροποίηση με απλουστευμένη ορολογία περί προόδου και συντήρησης, παλαιού και νέου, ηθικού και ανήθικου, ρουσφετιού και αξιοκρατίας και τόσα άλλα ωραία, είναι πως είναι έτοιμες να συνεργαστούν για να εξέλθουμε από τον φαύλο κύκλο της κρίσης μας.
Τελικά, αυτή η παλιά ρήση, ότι «η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού», ακούγεται πολύ φρέσκια.
*Ειδικός εμπειρογνώμονας στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Δημοσίου Δικαίου. Διετέλεσε γενικός γραμματέας στα υπουργεία Εσωτερικών, Δημόσιας Τάξης και Ανάπτυξης
