Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Αυτός είναι ο Κομαντάντε Τσε, παλιομαλάκα! Λίγο σεβασμό», ουρλιάζει ο ένας από τους δύο αιχμαλώτους, όταν μια κοντακιά απειλεί τον χτυπημένο σύντροφό του. Αν αυτός που μιλά είναι ο Βολιβιανός κομμουνιστής Σιμόν Κούβα, ο άντρας «με τα μακριά, σχεδόν χαλκόχρωμα μαλλιά, την αραιή γενειάδα και το μαύρο μπερέ με το μπρούντζινο άστρο» δεν είναι άλλος, πράγματι, από τον μεγάλο Λατινοαμερικανό επαναστάτη.

Πέντε μήνες μετά τα τραγικά γεγονότα του μικρού σχολείου στη Λα Ιγκέρα της Βολιβίας, ένας στρατιώτης των αντεπαναστατικών δυνάμεων αφηγείται τη γνωστή ιστορία· στο τώρα της αφήγησης, λιποτάκτης και αντάρτης πλέον στα βουνά: «ως γιος και εγγονός ανθρακωρύχου, ξέρει πως ο άνθρωπος δεν γεννιέται μόνο για να τρώει, να κοιμάται και να χέζει» («Ο λιποτάκτης»).

Πρόκειται για διήγημα του μεγάλου Χιλιανού πολιτικού ακτιβιστή αλλά και σκηνοθέτη, δημοσιογράφου, πεζογράφου και ασύγκριτου παραμυθάc (1949). Ηδη το δέκατο όγδοο βιβλίο του στα ελληνικά, πάντα σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη, πάντα από τις εκδόσεις Opera.

Με την εξαίρεση του διηγήματος, στο οποίο ήδη αναφέρθηκα, τη νέα συλλογή χαρακτηρίζουν, εκτός από τη γνωστή σπιρτάδα και την άψογη τεχνική του Χιλιανού (βλ. τα 27 άρτια διηγήματα της καλύτερης συλλογής του: «Αν δεν έχεις πού να κλάψεις», 1998), η χιουμοριστική, σχεδόν γκροτέσκα, διάθεση και η πονεμένη, λυτρωτική ελαφρότητα, με την οποία προσεγγίζεται η επαναστατική διάθεση της νεολαίας στη Λατινική Αμερική του 1970: στυγνές δικτατορίες και ένοπλα αντάρτικα, ατέλειωτες θεωρητικές συζητήσεις και ρομαντισμός. Μόνο τυχαίο δεν είναι το μότο που προτάσσεται σε ένα διήγημα: «Υπάρχουν ιστορίες που τις ανακαλείς με χιούμορ ή καλύτερα ας αλλάξουμε κουβέντα».

Και ο Σεπούλβεδα επιλέγει το πρώτο: αναπλάθει τρυφερά ιστορίες άλλων ή ανακαλεί τις αναμνήσεις του για μια θρυλική εποχή, όταν οι συνομήλικοί του βυθίστηκαν «σε μια επανάσταση με γεύση εμπανάδας και κόκκινου κρασιού», και επειδή το χαρτί ήταν δυσεύρετο και τα τσιγάρα είχαν ακριβύνει κάπνιζαν στριφτά: «Οι Βίβλοι των μεθοδιστών και τα κόκκινα βιβλιαράκια του Μάο είχαν το καλύτερο χαρτί για στρίψιμο».

Χιλή, λίγο πριν ή λίγο μετά την επικράτηση του Αγιέντε. Μέλη της Κομμουνιστικής και Σοσιαλιστικής Νεολαίας ξεπερνούν, προς στιγμήν, τις μεγάλες διαφορές τους (Επιτρέπεται η κατανάλωση αλκοόλ σε δημόσιο χώρο;

Τι επιβάλλει η προλεταριακή ηθική για τον συγχρωτισμό με κορίτσια άλλης οργάνωσης;) και ενώνουν τις δυνάμεις τους σε μια κοινή βομβιστική επίθεση που καταλήγει σε φιάσκο: «Ο Λένιν τόνισε πως, όσο λαμπρή κι αν είναι η εμπειρική ανάλυση, πάντα επικρατούν τα επίμονα γεγονότα» («Ο Στρατιώτης Τσαπάγιεφ στο Σαντιάγκο της Χιλής»). «Η παθιασμένη ανάγνωση του “Τι να κάνουμε;” του Λένιν και μια ματιά στην περιρρέουσα πραγματικότητα» οδηγεί μια άλλη ομάδα νεαρών επαναστατών στην ιδέα να «απαλλοτριώσουν» μια τράπεζα.

Ο Λιγνός, ο Γρουσούζης, ο Χοντρός και ο Μικρός, μέλη (τα μοναδικά) των Ενοπλων Επαναστατικών Δυνάμεων, πρωταγωνιστούν σε μια επιτυχημένη… παρωδία ληστείας με συνοδεία μουσικής (για να μην αγχωθούν οι πελάτες), ενώ τα λεφτά καταλήγουν σε κάποιον σύλλογο αστέγων («Blue Velvet»). Η Φρανσίσκα και ο Μπρούνο, η Σόνια και ο Νάουελ, ο Κοκό, ο Πάντζο και ο Κινέζος θα καταφέρουν το επόμενο «βελούδινο» χτύπημα ένοπλης προπαγάνδας.

Αιχμαλωτίζουν τους ενοίκους μιας πανσιόν και εισβάλλουν με ριφιφί σε παρακείμενο οπλοπωλείο, χάνοντας, ωστόσο, πολύτιμο χρόνο αναζητώντας ένα κουτί βρεφικό γάλα σε σκόνη για το μωρό μιας ομήρου και αποζημιώνοντας φυσικά τους ιδιοκτήτες: «Μη σκας! Αυτές οι επαναστάσεις είναι μπερδεμένο πράγμα», λέει ο ιδιοκτήτης στη γυναίκα του («Η Θαυμαστή επιχείρηση»).

Το χιούμορ απογειώνεται στην περιγραφή της φοιτητικής ζωής στη Μόσχα (Λαμανόσοφ vs Πανεπιστήμιο της Φιλίας των Λαών Πατρίς Λουμούμπα) στο διήγημα που δίνει τον τίτλο στη συλλογή και περιγράφει την ιστορία του Περουβιανού που αναγκάζεται να δραπετεύσει από τη μακρινή και παγωμένη Τασκένδη ντυμένος Ουζμπέκος («Ο μουγκός Ουζμπέκος»), κι ακόμα περισσότερο στο «Ετος 59 Τζούτσε», όπου ο αφηγητής με τον φίλο του γνωρίζουν τον πρώτο γραμματέα της πρεσβείας της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Κορέας στη Χιλή, προμηθεύονται βιβλία του Λατρεμένου Ηγέτη Κιμ, μυούνται στο τάε κβον ντο και ανταποδίδουν…

Σοβαρότερος και ελεγειακός ο τόνος στην ιστορία της ανορθόδοξης επαναστάτριας που ήταν πιστή στον Κορτάσαρ («Ζουζουνάκι») ή στην ιστορία της αναζήτησης της οικογένειας ενός Χιλιανού πρόσφυγα που σκοτώθηκε στη Νικαράγουα («Η τελευταία μάχη του Πέπε Σοντερτέλγιε»).

«Η Ιστορία μετά τις 11 Σεπτεμβρίου του 1973 είναι γνωστή σε όλους. Ο κόσμος άλλαξε, η Χιλή άλλαξε, το ίδιο και εμείς για καλό ή για κακό» σημειώνεται κάπου. Τι μένει; Σαν τον αφηγητή του «Λιποτάκτη» ο Σεπούλβεδα «συνδαυλίζει τη φωτιά της μνήμης», ρίχνει ξυλαράκια στη θράκα για να την κρατήσει αναμμένη. Με το βλέμμα στη σύγχρονη μεταδικτατορική Λατινική Αμερική που ακόμα αναζητά τον βηματισμό της, θυμάται, γράφει και απαθανατίζει μια εποχή που πέρασε.

Ανεπιστρεπτί; Σίγουρα όχι, για έναν ακούραστο ακτιβιστή, έναν αέναα στρατευμένο στην πολιτική, στην οικολογία, στον ανθρωπισμό. Εξ ου το αισιόδοξο κλείσιμο της συλλογής και η τραγελαφική ιστορία του Χιλιανού, Κουβανού και Αργεντινού κόνδορα με το όνομα Τσε.

Η δολοφονία του από έναν μεθυσμένο το 2002 μπορεί να άφησε ένα κενό, αλλά το πέταγμά του δεν σταματάει: «Συνεχίζει να πλανάρει εκεί ψηλά, σαν άγρυπνος φρουρός του λατινοαμερικάνικου πεπρωμένου, γιατί ένα πλάσμα που ονομάζεται Τσε, χίλιες φορές να πέσει, χίλιες φορές θα σηκωθεί και θα πετάει πάντα, πάντα, πάντα» («Ο άλλος θάνατος του Τσε»).