Το λευκό παράθυρο πίσω από τη βαριά σκούρα πράσινη κουρτίνα έβλεπε σε μια συστάδα με δέντρα. Πιο πίσω από αυτά ο Υμηττός ξεκουραζόταν πράσινος και κίτρινος και αχνός γκρίζος. Ισα που μπορούσε να διακρίνει τα δέντρα του. Αλλα φρέσκα και πράσινα, άλλα με κάπως κιτρινισμένα φθινοπωρινά φύλλα, στο βάθος μερικά καμένα από την τελευταία πυρκαγιά.
Το βλέμμα όμως δεν έφτανε τόσο μακριά. Ο ουρανός ήταν βαρύς, όσο και η ατμόσφαιρα του λευκού δωματίου με τα σιδερένια μηχανικά κρεβάτια και τις γαλάζιες πικέ κουβέρτες.
Ξημέρωμα πια και κοίταζε έξω, περιμένοντας πότε τα σύννεφα θα ξεσπούσαν την οργή τους. Στον διάδρομο ακούγονταν πότε βιαστικά βήματα, πότε άλλα αργά, που σέρνονταν, μάλλον από κάποιον άλλο ξενυχτισμένο.
Πότε πάλι έσπαγε την ησυχία ένα βαρύ σιδερένιο συρόμενο τραπέζι γεμάτο φαρμακευτικό υλικό. Μέτραγε και έδιωχνε τη νύστα και τον κάματο με τους ήχους.
Ξανακοίταξε έξω. Η μέρα ερχόταν δειλά πίσω από τα νέφη και μάλλον θα άφηνε την πόλη σκοτεινή και υγρή. Αρχισε να βρέχει αργά, μικρές, αραιές σταγόνες στην αρχή, ίσα που τις διέκρινε.
Σταδιακά δυνάμωσε και τα ήδη θαμπά χρώματα των δέντρων έγιναν ακόμα πιο αχνά, ξεθώριασαν περισσότερο. Η εικόνα του λευκού παράθυρου, που σε έναν άλλον τόπο, υπό άλλες συνθήκες, θα μπορούσε να μοιάζει γλυκιά, να μυρίζει τον ρομαντισμό ενός γλυκού φθινοπώρου, μόνο θλίψη άφηνε. Αποκλεισμό και κλεισούρα.
Σηκώθηκε και πήγε προς το παράθυρο, αλλά δεν έβλεπε σχεδόν τίποτα. Το νερό τώρα έπεφτε τόσο πυκνό και με τέτοια δριμύτητα που μόνο σκιές διέκρινε πίσω του. Ξανακάθισε.
Τα πόδια βάραιναν από την κούραση, μολύβι σκούρο γκρίζο τα μαλακά αθλητικά παπούτσια που φορούσε. Ηθελε να βγει έξω, να περπατήσει και να μη νοιάζεται αν βραχεί.
Μα, πού να πας με αυτόν τον παλιόκαιρο; Δεν είχε άλλα ρούχα μαζί να αλλάξει μετά. Παρατηρούσε την καταιγίδα που σήκωνε με τη δύναμη του αέρα ό,τι ελαφρύ είχε πέσει στο έδαφος.
Νερό, αέρας, φύλλα, πευκοβελόνες και χώμα, μια υγρή στροβιλιζόμενη μάζα.
Προσπάθησε να κλείσει τα μάτια, αλλά δεν μπορούσε. Νύσταζε αλλά δεν έπρεπε να κοιμηθεί. Κοίταζε μονάχα έξω. «Ας σταματήσει, επιτέλους. Θέλω να βγω στο προαύλιο».
Πνιγόταν από την ησυχία, κουραζόταν από τους ήχους της βροχής και του ανέμου.
Και εκεί που πια νόμιζε ότι κάτι είχε καθίσει στον λαιμό που έπνιγε ακόμα και την αναπνοή, ο αέρας άρχισε να κοπάζει.
Το νερό έπεφτε πυκνό, αλλά με ρυθμό και χωρίς βία, και τα δέντρα άρχισαν να αποκτούν πάλι σχήμα: κορμός, κλαδιά, φύλλα. Λιγότερα τα κίτρινα φύλλα πια, περισσότερα τα πράσινα που επέμεναν πάνω τους.
Εψαξε στα πράγματα. Είχε δανειστεί την προηγούμενη μέρα μια ομπρέλα, γιατί φοβήθηκε από αυτά που άκουσε στο δελτίο καιρού. Ηταν σκούρα μπλε με λευκές πεταλούδες.
Φόρεσε μια ζακέτα και βγήκε στον διάδρομο κρατώντας την στα χέρια. Βρήκε γρήγορα την έξοδο και κατέβηκε αργά και προσεκτικά τα γλιστερά σκαλοπάτια. Εβρεχε ακόμα, αλλά κάπως πιο γλυκά, πιο ήπια. Τώρα έμοιαζε πράγματι με πρωτοβρόχι.
Ανοιξε την ομπρέλα και περπάτησε κάτω από τη βροχή. Μια μυρωδιά από φρεσκάδα και χώμα και νεκρά φύλλα υπήρχε στον αέρα. Ανέπνεε συνέχεια και με δύναμη, ήθελε να κρατήσει όσο περισσότερο γινόταν από αυτό το άρωμα.
Δεν κατάλαβε πόση ώρα έμεινε εκεί, λίγα λεπτά μάλλον, αλλά ξαφνικά σαν να κρύωσε λίγο. Επρεπε να μπει μέσα. Γύρισε αργά, θαυμάζοντας το χρώμα των δέντρων, ένα όμορφο και καθαρό πράσινο.
Το νερό είχε κάνει τη δουλειά του. Τα είχε ξεπλύνει όλα.
Οταν έφτασε πάλι στην είσοδο, κοίταξε προς τον ουρανό. Κάπου στο βάθος έχασκε ένα κομμάτι γαλανό και μερικές αχτίδες ήλιου έψαχναν δίοδο για να φτάσουν στο χώμα.
Εκλεισε τη δανεική ομπρέλα και την ξανάνοιξε με ένταση για να τινάξει τα νερά πριν την βάλει πάλι μέσα.
Και τότε συνέβη το θαύμα: οι λευκές πεταλούδες τινάχτηκαν όλες μαζί και πέταξαν εκεί που έσκαγε ο ήλιος.
