Πόσο βαριά ήταν η έρμη η βαλίτσα… Τα περιείχε όλα: κρέμες αντηλιακές, ελαφρά ρούχα, ένα λευκό φουστάνι, άνετα παπούτσια, πετσέτες, ένα καινούργιο μπανιερό. Της άρεσε αυτή η λέξη, την προτιμούσε από το «μαγιό».
Της θύμιζε τη γιαγιά, εκείνη την κοκέτα Σμυρνιά που πέθανε με Αλτσχάιμερ στα 96, αλλά ώς το τέλος έφτιαχνε τα μαλλιά με βαφή νούμερο 5 –σκούρο καστανό–, έβαζε κρέμα nivea στο πρόσωπο και φλούδες από αγγούρι. Κι ας είχε περάσει πολλά, αμέτρητα, βάσανα. Δεν της είχε μοιάσει καθόλου. Θέλει πολύ κόπο και χρόνο αυτού του είδους η φιλαρέσκεια… Ισως και έναν διαφορετικό χαρακτήρα.
Πάντως η αποσκευή της ήταν έτοιμη. Κι εκείνη τόσο κουρασμένη, που είχε πανικοβληθεί όταν την παραμονή των διακοπών τίποτα δεν ήταν έτοιμο, πλυμένο και σιδερωμένο καταπώς απαιτούσαν οι περιστάσεις. Ολα έπρεπε να γίνουν σε λίγες ώρες – μαζί και ο στοιχειώδης καλλωπισμός.
Είχε καταλήξει τα ξημερώματα με μια βαριά βαλίτσα μεσαίου μεγέθους – ευτυχώς είχε ροδάκια. «Πάλι δεν θα προλάβω να κοιμηθώ» μονολόγησε και μέτρησε το τράβηγμα στην πλάτη από την από καιρό συσσωρευμένη κούραση και την κοπιώδη προετοιμασία. Πονούσε ολόκληρη.
«Αύριο όμως», σκέφτηκε, «τέτοια ώρα θα μετράω βουτιές στα αλμυρά νερά, λίγο χουζούρι κάτω από τον ήλιο και ένα κρασί υπό τον έναστρο ουρανό».
Λίγο πριν ανοίξει την πόρτα για να φύγει, η βαλίτσα ήταν ακόμα βαρύτερη. Σαν να είχε φορτωθεί και αυτά που άφηνε πίσω – για να γυρίσει να τα ξαναβρεί. Από δυο έγνοιες για το σπίτι, για τους δικούς, για τη δουλειά, για, για… Την σήκωσε όμως, την κατέβασε από τη σκάλα, περίμενε το αμάξι.
Οι φίλοι χαμογελούσαν. Πόση ελπίδα και προσμονή έκρυβαν εκείνα τα χαμόγελα. Το αυτοκίνητο είχε χαμηλώσει λες. Βαριές βαλίτσες, κουρασμένοι άνθρωποι – πόσο ν’ αντέξει κι αυτό; Κι όμως, σαν να άφηνε ένα μειδίαμα ο κάπως καθισμένος προφυλακτήρας.
Τους χαμογέλασε κι εκείνη. Για τη βοτσαλωτή παραλία που περίμενε, για το αγιασμένο και θεραπευτικό θαλασσινό νερό, για την υπόσχεση για νυχτερινό μπάνιο με πανσέληνο. Αλλά και για τη διαδρομή ανάμεσα στα πεύκα και τα έλατα, για τα σπίτια με τα κεραμίδια και τις αυλές με τα κόκκινα γεράνια και τα ανθισμένα ηλιοτρόπια.
Για τον δρόμο που θα κατέληγε στην ακτή. Σε εκείνο το μαγαζάκι με τις μουριές που φτιάχνει τηγανητές μελιτζάνες από το περιβόλι και μια χωριάτικη με τυρί φέτα και κάππαρη σαν καμιά άλλη.
Στο χέρι κρατούσε το παλιομοδίτικο μπλε ψαθωτό καπέλο της – είχε ξεθωριάσει, αλλά δεν το άλλαζε με τίποτα. Την κορόιδεψαν για το πεπαλαιωμένο καπέλο και τη βοήθησαν να φορτώσει ακόμα περισσότερο το αμάξι. Της θύμισαν πως ό,τι και να κάνει θα γυρίσει γεμάτη φακίδες. Δεν την ένοιαζε. Κάτι θα έμενε πάνω της να θυμίζει τις διακοπές.
Ετσι θα γινόταν, έτσι έπρεπε να γίνει. Να καθίσει και να περπατήσει κάτω από τον ήλιο με το μεγάλο καπέλο, να κολυμπήσει με το καινούργιο μπανιερό έως ότου κοπούν τα πόδια της και σουρώσουν τα δάχτυλά της.
Να διαβάσει ώσπου να αποκοιμηθεί με νανούρισμα τον φλοίσβο. Μετά να φάει στη δροσιά και να γελάσει συζητώντας μικρές ασημαντότητες, ακόμα κι αν δεν είναι όλα και τόσο καλά, ούτε αναμένεται να αλλάξουν σύντομα. Καμιά φορά να αφήνει τους άλλους να μιλάνε ώστε εκείνη να ταξιδεύει αλλού, να ονειρεύεται κάτι καλό.
Φανερή αποζημίωση, η μυρωδιά του πεύκου και της αύρας, το δροσερό καρπούζι και το σημάδι από το μπανιερό. Η μυστική, εκείνη με την ανεκτίμητη αξία, ένα «λευκό πανί» να «γνέφει στο γαλάζιο» [1] και τα «σκληρά κοχύλια» που θα κρατούσε στα χέρια της [2].
Επιστρέφοντας στην πόλη, η βαλίτσα θα είχε αδειάσει λίγο, τόσο όσο χρειαζόταν ώστε να κάνει ακόμα μερικά αποφασιστικά βήματα στον αβέβαιο κόσμο.
[1] «Λιγνά κορίτσια», από τα «18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας» των Γιάννη Ρίτσου, Μίκη Θεοδωράκη
[2] «Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές», Γιώργος Σεφέρης / Μίκης Θεοδωράκης
