Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Διακριτική νέα» είναι το παρατσούκλι που έχουν δώσει στη Μαρία Ντολθ ο Μιγέλ Ντεσβέρν και η γυναίκα του Λουίσα. Το ζευγάρι και η νεαρή γυναίκα δεν έχουν ποτέ συστηθεί επισήμως. Τυχαίνει όμως, για σειρά μηνών, και οι τρεις να παίρνουν το πρωινό τους στην ίδια καφετερία στη Μαδρίτη και να παρατηρούν ο ένας τον άλλον, η Μαρία «το τέλειο ζευγάρι», όπως τους έχει ονομάσει, κι αυτοί τη Μαρία, συνάπτοντας μια γνωριμία του βλέμματος τόσο εντατική ώστε η νεαρή υπάλληλος σε εκδοτικό οίκο να ξαναγυρνά στο ίδιο καφέ κάθε μέρα μόνο και μόνο για τη χαρά να κοιτά αυτούς τους δύο ευτυχισμένους ανθρώπους, διακριτικά, από απόσταση.

Ετσι αρχίζει το αριστοτεχνικό μυθιστόρημα του Χαβιέρ Μαρίας, Ερωτοτροπίες, που εκδόθηκε στα ισπανικά το 2011. Μέχρι που, μια μέρα, η διακριτική Μαρία γίνεται αδιάκριτη μάρτυρας μιας στιγμής που κόβει οριστικά το νήμα της κοινής ζωής του ζευγαριού: της στιγμής που η Λουίσα μαθαίνει ότι ο άντρας της έχει πέσει θύμα δολοφονικής επίθεσης από κάποιον σαλό του δρόμου.

Η απώλεια γίνεται αφορμή να μιλήσουν οι δύο γυναίκες μεταξύ τους. Η Μαρία επισκέπτεται τη Λουίσα στο σπίτι της, όπου γνωρίζει τον στενό φίλο του Μιγέλ, Χαβιέρ Ντίαθ-Βαρέλα, ο οποίος έχει αναλάβει να συμπαρασταθεί στη χήρα και τα δύο παιδιά του εκλιπόντος.

Κι ενώ ο Ντίαθ-Βαρέλα περιμένει υπομονετικά η Λουίσα να ξεπεράσει το πένθος της και να αρχίσει να τον βλέπει σαν κάτι περισσότερο από φίλο, συνάπτει μια σεξουαλική, κατά βάση, σχέση με τη Μαρία.

Η ιστορία αυτή, που καλύπτει το μισό περίπου του πυκνού μυθιστορήματος, δεν θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν είχε ως κέντρο βάρους τη συνηθισμένη στο αστικό μυθιστόρημα ψυχολόγηση των χαρακτήρων.

Ωστόσο, ο Μαρίας αποδεικνύεται δεξιοτέχνης στην αποτίμηση των προσωπικών κινήτρων που, αν απομονωθούν από τις ειδικές συνθήκες, εξακοντίζονται στη σφαίρα της νομοτέλειας.

Πώς λειτουργούν οι συμπτώσεις; Πώς αντιδρούν οι άνθρωποι στο γεγονός του θανάτου; Πώς επιδρά ο χρόνος στην αντιμετώπιση της απώλειας; Σε όλα αυτά δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη μελοδράματος.

Κυνικός και φιλοσοφικός, ο Μαρίας παρακολουθεί τα πρόσωπα από μια ειρωνική απόσταση, που αποδίδει τις πράξεις και τα κίνητρά τους στην κοινωνική τους φύση.

Κι ενώ περιμένει κανείς ότι και το υπόλοιπο μυθιστόρημα θα κυλήσει με παρόμοιο τρόπο, με τη φιλοσοφική ανάλυση των ήδη πεπραγμένων, στα μισά έρχεται η μεγάλη ανατροπή, όταν η Μαρία μαθαίνει, άθελά της, ένα μυστικό που αναιρεί τα δεδομένα της δολοφονίας του Ντεσβέρν.

Κυρίως, αναιρεί τη φιλοσοφία της σύμπτωσης που τόσο συστηματικά είχε στηθεί προηγουμένως. Προκύπτει για την ηρωίδα το ηθικό πρόβλημα: πώς να διαχειριστεί τη γνώση του μυστικού; Πώς να αντιμετωπίσει τους αυτουργούς; Να πληροφορήσει τη χήρα του Μιγέλ αναστατώνοντας για μία ακόμα φορά τη ζωή της; Να δράσει, εν τέλει, με άξονα τη διακριτικότητα ή να την αναιρέσει, προκαλώντας ενδεχομένως περισσότερα προβλήματα από αυτά που πιθανώς θα έλυνε;

Οδηγός στη διαχείριση αυτών των διλημμάτων γίνονται τρία άλλα κείμενα που διαπλέκονται με την εξέλιξη της ιστορίας: ο Μακμπέθ του Σαίξπηρ, ο Συνταγματάρχης Σαμπέρ του Μπαλζάκ και Οι Τρεις Σωματοφύλακες του Δουμά.

Και τα τρία, τα οποία σχολιάζονται ενδελεχώς από τον Ντίαθ-Βαρέλα και τη Μαρία, διασταυρώνονται στο θέμα του θανάτου διερευνώντας τρεις διαφορετικές πτυχές του: τη χρονική πλαισίωσή του στον Μακμπέθ, τη δυνατότητα ανάστρεψής του, στον Συνταγματάρχη Σαμπέρ του Μπαλζάκ, όπου ο ομώνυμος ήρωας επιστρέφει στο σπίτι και στη δύσπιστη χήρα του μετά από χρόνια που νομιζόταν νεκρός, και, τέλος, την κυνική ουσία κάθε δολοφονίας στο πασίγνωστο μυθιστόρημα του Δουμά.

Το μυθιστόρημα του Μαρίας ισορροπεί θαυμάσια ανάμεσα στη φιλοσοφική ανάλυση και την πλοκή. Η τελευταία προκύπτει μέσα από τη θέση ότι όλα μπορούν να διαβαστούν ως αφήγηση και πως κάθε πράξη δημιουργεί μια σειρά από δυνατότητες, μια σειρά από διλήμματα, στα οποία ανταποκρίνεται κανείς ανάλογα με τις συνθήκες και την ιδιοσυγκρασία του.

Η λύση προκύπτει τελικά μέσα από τη φύση των χαρακτήρων: υπάρχει όμως πάντα η λανθάνουσα εκδοχή τού τι θα μπορούσε να έχει συμβεί, η οποία τίθεται στην κρίση του αναγνώστη. Η πάντοτε παρούσα λανθάνουσα εκδοχή, αυτό που τελικά δεν έγινε, δίνει στην έννοια της πλοκής ιστορική διάσταση.

Η ιστορία είναι ένα μουσείο, ένα αρχειακό κατάλοιπο, αυτό που έγινε σε συνάρτηση με όσα θα μπορούσα να γίνουν.

Η προσεκτική μετάφραση της Χριστίνας Θεοδωροπούλου ακολουθεί με πιστότητα κι ευαισθησία τις διακυμάνσεις στη σκέψη των χαρακτήρων. Μοναδική παραφωνία, η μετάφραση του τίτλου, που δεν ανταποκρίνεται απόλυτα στον στοχαστικό τόνο του μυθιστορήματος.

«Los enamoramientos» στα ισπανικά σημαίνει τη διαδικασία της σαγήνης -με τη λέξη «infatuations» αποδόθηκε στην αγγλική μετάφραση-μια διαδικασία σύντομη αλλά έντονη, που ίσως αδικείται με την ανάλαφρη λέξη «ερωτοτροπίες».