Κάποτε οι πολύ μεγάλες πυρκαγιές αντιμετωπίζονταν ως η εξαίρεση, σήμερα είναι ο νέος κανόνας.
Τα δεδομένα της έρευνας που δημοσιεύουμε δείχνουν ότι η Ευρώπη εισέρχεται σε μια νέα εποχή, όπου οι ακραίες πυρκαγιές δεν αποτελούν σπάνια επεισόδια αλλά επαναλαμβανόμενα γεγονότα, με ολοένα μεγαλύτερη ένταση, διάρκεια, οικολογικό και οικονομικό αποτύπωμα.
Η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της νέας πραγματικότητας.
Οι επιστήμονες εξηγούν ότι αλλάζει η ίδια η συμπεριφορά της φωτιάς. Οι πυρκαγιές που «ξεφεύγουν» εξελίσσονται πολύ ταχύτερα, αποκτούν ένταση που συχνά υπερβαίνει τις δυνατότητες καταστολής και μετατρέπονται σε φαινόμενα που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν όσο βρίσκονται στην κορύφωσή τους.
Οι έρευνες δείχνουν ότι δεν έχουμε απαραίτητα περισσότερες πυρκαγιές, όμως αυτές που ξεσπούν βρίσκουν μπροστά τους ιδανικές συνθήκες για να γίνουν ανεξέλεγκτες. Παρατεταμένοι καύσωνες, ξηρότερα δάση, ακραίες πυρομετεωρολογικές συνθήκες, πυροδοτημένες από τον φαύλο κύκλο της κλιματικής κρίσης, της εγκατάλειψης της υπαίθρου –ειδικά στη χώρα μας–, της συσσώρευσης καύσιμης ύλης και της στρεβλής διαχείρισης των δασικών οικοσυστημάτων συνθέτουν ένα εκρηκτικό μίγμα.
Η αυταπάτη ότι μπορούμε να «νικήσουμε» κάθε φωτιά με περισσότερα εναέρια μέσα γίνεται κάθε καλοκαίρι στάχτη. Δεν υποτιμάμε τα μέσα καταστολής, αλλά δεν μπορεί να αποτελούν τον πυρήνα της πολιτικής. Τα σκληρά παθήματα της τελευταίας δεκαετίας δείχνουν ότι έπρεπε από καιρό να έχουμε περάσει στο δόγμα της πρόληψης. Ακριβό; Οχι όσο οι συνέπειες της πύρινης λαίλαπας στη ζωή, στην οικονομία και στο περιβάλλον.
Δεν επιτρέπεται να συνεχίσουμε να σχεδιάζουμε την πολιτική προστασία με εργαλεία μιας εποχής που έχει παρέλθει. Οσο η επιτυχία θα μετριέται από το πόσα αεροπλάνα πέταξαν και όχι από το πόσες φωτιές δεν εξελίχθηκαν σε μεγα-πυρκαγιές, θα βρισκόμαστε διαρκώς ένα βήμα πίσω. Και σε μια εποχή που το κλίμα αλλάζει ταχύτερα από τις πολιτικές μας, αυτό το βήμα μπορεί να αποδειχθεί καθοριστικό.
