Η εκ περιτροπής πραγματοποίηση της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στις πρωτεύουσες των χωρών-μελών οδήγησε σε μια ενδιαφέρουσα σύμπτωση.
Η σύνοδος θα πραγματοποιηθεί στην Άγκυρα σε μια στιγμή που κυριαρχεί το ερώτημα ποιους στόχους καλείται να καλύψει η Νοτιοανατολική Πτέρυγα του ΝΑΤΟ στο νέο περιφερειακό περιβάλλον που θα δημιουργηθεί μετά τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Το ερώτημα στην ουσία που τίθεται για τον Τραμπ είναι αν υπάρχει ρόλος στην πρώην ΕΣΣΔ για την Τουρκία που να μην ανοίξει νέο μέτωπο αντιπαράθεσης με τη Μόσχα.
Στον Βορρά έχει παγιωθεί -με χώρες πρώτης γραμμής τη Φινλανδία και την Πολωνία- μια ψυχροπολεμική πρώτη γραμμή αντιπαράθεσης η οποία είναι σε πλήρη αρμονία με τη ρωσοφοβική πολιτική της Βαρσοβίας και του Ελσίνκι.
Στον Νότο, με δεδομένο ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι στη σύγκρουση της Ουκρανίας πρέπει να προσαρμοστούν στην αποκατάσταση της ρωσικής επικυριαρχίας στον Εύξεινο Πόντο, το ερώτημα αφορά κατά κύριο λόγο την Τουρκία.
Υπάρχει χώρος για να αναδειχτεί η Άγκυρα σε εγγυήτρια του περιφερειακού μεταπολεμικού στάτους κβο σε στενή συνεργασία με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, αλλά και τη συρρικνωμένη εδαφικά Ουκρανία;
Η αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας στη διευρυμένη ΝΑ Πτέρυγα του ΝΑΤΟ είναι μονόδρομος με δεδομένες τις αντιρρήσεις μιας διαρκώς διογκούμενης ομάδας χωρών που βλέπουν την Άγκυρα όχι ως εγγύηση, αλλά ως απειλή.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της διάνοιξης διώρυγας δυτικά της Κωνσταντινούπολης σε διαδρομή παράλληλη με τον Βόσπορο με στόχο την αποδέσμευσή των Στενών από τη Συνθήκη του Μοντρέ του 1936, που διευθετούσε τη διεξαγωγή της ναυσιπλοΐας εν καιρώ πολέμου.
Με την παράκαμψη του Βοσπόρου η Τουρκία θα αποκτήσει ανεμπόδιστο έλεγχο της ναυσιπλοΐας και ταυτόχρονα επικαλούμενη λόγους προστασίας του περιβάλλοντος θα νομοθετήσει ανενόχλητη τις προϋποθέσεις χρήσης της διώρυγας.
Η γεωπολιτική συγκυρία στη Μέση Ανατολή δρομολογεί την εκ μέρους της Τουρκίας αναζήτηση ρόλου στην πρώην ΕΣΣΔ σε μια εξ ορισμού δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία.
Από την ίδρυση του ΝΑΤΟ το 1949 μέχρι την ένταξη της Ελλάδας και της Τουρκίας το 1952 υπήρχε έντονος προβληματισμός για το κατά πόσον επρόκειτο για την ορθή επιλογή στη θέση ενός Μεσανατολικού Συμφώνου.
Η ανθεκτικότητα του Ιράν λειτούργησε θετικά για την Τουρκία στους σχεδιασμούς των ΗΠΑ, που σταθερά αξιοποιούν τις αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς ανάμεσα στις περιφερειακές δυνάμεις.
Εάν το Ιραν είχε καταρρεύσει, τότε η χρησιμότητα της Τουρκίας για τις ΗΠΑ θα είχε μειωθεί.
Το ερώτημα που κυριαρχεί τώρα είναι σε ποιο βαθμό η σύγκρουση Τραμπ – Νετανιάχου θα ενισχύσει τη θέση του Ερντογάν.
