Θεωρητικά θα έπρεπε να πανηγυρίζουμε για το γεγονός ότι μετά μιαν εξαετία κυριαρχίας Μητσοτάκη και μια τριετία ταραχώδους αποσύνθεσης στα αριστερά ή ατάραχης στασιμότητας στα δεξιά, επιτέλους καταγράφεται κάποια κινητικότητα. Καταλύτες, η επίσημη συγκρότηση δύο νέων κομμάτων, ένθεν κακείθεν της Ν.Δ., έπειτα από κυοφορία άνω του έτους -ώστε πολλοί αναρωτήθηκαν μπας κι ήταν ανεμογκάστρι- και η αναμονή συγκρότησης και ενός τρίτου κόμματος, δεξιότερα της κυβερνώσας Δεξιάς.
Για τους δημοσιογράφους και τα ΜΜΕ σημαίνει περισσότερη δουλειά και δουλίτσες, για τους δημοσκόπους το ίδιο, πολλή δουλίτσα για το επόμενο εξάμηνο, κατά το οποίο θα μετρούν πλέον υποστατά κόμματα, όχι υποθετικά όπως μετρούσαν εδώ κι έναν χρόνο. Εννοείται, πολλή δουλίτσα και πολύ χρήμα περιμένει τις διαφημιστικές εταιρείες και τα media shop που ζουν τον νέο χρυσούν αιώνα τους, αντιστρόφως ανάλογο της επιρροής και της διεισδυτικότητας των μέσων τα οποία τιγκάρουν με καταχωρίσεις. Χρυσές δουλειές και για τους επικοινωνιολόγους, για τους σχεδιαστές προεκλογικών εκστρατειών, αρκετός φόρτος εργασίας για τις εταιρείες συμβούλων, τις Big4 ή τις εγχώριες καρικατούρες τους, για τους νομοτέχνες και τους οικονομοτέχνες που θα συντάξουν προτάσεις και θα τις κοστολογήσουν με βάση τους περιορισμούς του ΓΛΚ ή τις ελευθερίες που δίνει η νέα «ρήτρα διαφυγής» της Ε.Ε. για την ενεργειακή κρίση που έρχεται.
Για το επόμενο οκτάμηνο, με ορίζοντα τον Μάρτιο του 2027, απώτατο χρόνο διεξαγωγής των εκλογών αν ο πολυχρονεμένος -κυριολεκτικά πια- Κυριάκος Μητσοτάκης δεν πέσει σε καμιά λακκούβα, δημιουργείται μια μεγάλη πολιτική αγορά. Μεγάλη με την έννοια των πολλών παικτών, παλιών και νέων, που θα διεκδικήσουν μια θέση στο κοινοβουλευτικό προσκήνιο. Χωρίς να είναι απόλυτα καθαρό πώς θα διαταχθούν στην παραδοσιακή κλίμακα Δεξιάς-Αριστεράς οι σχηματισμοί που θα φτάσουν στο εκλογικό φίνις, με τα μέχρι στιγμής δεδομένα μπορούμε να απαριθμήσουμε τους εξής, εκ δεξιών προς αριστερά: Φωνή Λογικής (Λατινοπούλου), Νίκη, Ελληνική Λύση, (πιθανό) κόμμα Σαμαρά, Ελπίδα για τη Δημοκρατία (Καρυστιανού), Ν.Δ., Πλεύση Ελευθερίας, Δημοκράτες (Κασσελάκης), ΠΑΣΟΚ, ΕΛΑΣ, ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά, ΜέΡΑ25, ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ (σ.σ. Η κατάταξη έγινε κατά την εκτίμηση του γράφοντος. Αλλά επειδή τα κόμματα έχουν το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού, οι δημοσκόποι το βέτο του ετεροπροσδιορισμού και οι πολίτες είναι χαμένοι στον πολιτικό πληθωρισμό, μπορείτε να μεταθέσετε κάθε σχηματισμό όσο αριστερότερα ή δεξιότερα θέλετε. Σε κάθε περίπτωση, επειδή το έσχατο τρεντ είναι «ούτε Δεξιά, ούτε Αριστερά, με τον λαό και την πατρίδα», ενδέχεται να δημιουργηθεί μεγάλος συνωστισμός στο Κέντρο, κι αντί για «κλίμΚείμενο ακα» να έχουμε κάτι σαν «πυραμίδα»).
Δεκαπέντε σχηματισμοί που διεκδικούν ένα υπολογίσιμο ποσοστό, πέρα από τα «λοιπά κόμματα» Ι.Χ. ή των αφοσιωμένων ιδεολόγων, είναι ένα πρωτοφανές για τα μεταπολιτευτικά χρονικά ρεκόρ. Αυτό για τη μεγάλη πολιτική αγορά σημαίνει ότι κατά μέσο όρο τα 15 κόμματα πρέπει να εξασφαλίσουν περίπου 9.000 υποψηφίους στις 60 εκλογικές περιφέρειες. Πρέπει επίσης να επιστρατεύσουν τουλάχιστον δεκαπλάσιο αριθμό κομματικών μελών (αν έχουν), εθελοντών ή ημι- επαγγελματιών για να κάνουν τα στοιχειώδη μιας καμπάνιας. Αυτό ανεβάζει στους 100.000 τους συντελεστές στην πλευρά της προσφοράς στην πολιτική αγορά. Αλλοι 10.000 τουλάχιστον είναι οι καθαρά επαγγελματίες που θα συμβάλουν στην καμπάνια καθενός από τα 15 παλαιά και νέα κόμματα, από τους σχεδιαστές των προγραμμάτων και τους διαφημιστές που θα επινοήσουν τα κεντρικά μηνύματα, μέχρι τους πολιτικούς επιστήμονες που θα υποδείξουν target group ψηφοφόρων στα οποία πρέπει να επικεντρώσει κάθε επιτελείο την τακτική του. Και από τους γραφίστες και αρχιτέκτονες που θα σχεδιάσουν αφίσες και εκλογικά περίπτερα, μέχρι αφισοκολλητές ή εργάτες που θα τα στήσουν.
Ο αριθμός των ανθρώπων που θα εμπλακούν άμεσα ή έμμεσα στους ομόκεντρους κύκλους γύρω από τους σκληρούς πυρήνες των κομμάτων, μαζί με συγγενείς και φίλους που εκόντες-άκοντες πρέπει να ανταποκριθούν στο οικογενειακό-φιλικό-συναδελφικό-κομματικό-πατριωτικό καθήκον, θα φτάσει στους 500.000. Αυτοί συναποτελούν την «εφοδιαστική αλυσίδα» της πολιτικής αγοράς, την πλευρά της προσφοράς, σε μιαν αναλογία μάλλον πολύ υπερβολική για την πλευρά της ζήτησης: 500.000 παραγωγοί- πωλητές πολιτικών προϊόντων για 9.000.000 πιθανούς αγοραστές, ή μόλις 6.000.000 με βάση την αποχή που εδραιώνεται και πιο πάνω: ένας πωλητής ανά δώδεκα δυνητικούς πελάτες.
Μόνο που σ’ αυτήν την αγορά, στους πάγκους των πωλητών που διαλαλούν την πραμάτεια τους, στις θυρίδες τους στο υπολογιστικό νέφος από τις οποίες πλημμυρίζουν με μηνύματα τις οθόνες των υποψήφιων πελατών τους, τα προϊόντα μοιάζουν τρομακτικά ίδια. Ελάχιστες, ανούσιες, αδιόρατες οι διαφορές τους. Ακόμα κι οι τιμές τους προκλητικά εναρμονισμένες, λες και δεν υπάρχει ανταγωνισμός, δεν υπάρχουν διακυβεύματα, δεν υπάρχουν ταξικές αντιθέσεις, δεν υπάρχουν «πλευρές της Ιστορίας», δεν υπάρχουν γεωπολιτικές συγκρούσεις, πλούσιοι και φτωχοί, εκμεταλλευτές και θύματα εκμετάλλευσης, πάνω και κάτω, δεν υπάρχουν πεδία σύγκρουσης, παρά μόνο θολές κι αφηρημένες έννοιες που επιπλέουν σ’ έναν σχεδόν στάσιμο πολιτικό χυλό -ελπίδα, δικαιοσύνη, διαφάνεια, ανάπτυξη, πρόοδος, δημοκρατία, αξιοπρέπεια…- και φέρνουν σε σύγχυση ή σε διανοητική παράλυση τους πολίτες-πελάτες.
Ολοι δικοί μας είμαστε στην αγορά πολιτικού χυλού. Δεν βλέπω να πηγαίνει και πολύ καλά η ριζική αναδιάταξη του κομματικού σκηνικού.
ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΞΙΑ
Περισσότερο φως, ηλεκτρολόγε, στη σκηνή! Πώς θες, δραματουργοί κι ηθοποιοί, να δείξουμε τ’ αντικαθρέφτισμα του κόσμου, μέσα στο μισοσκόταδο; Τούτο το σύθαμπο καλεί σε ύπνο. Ενώ εμείς θέλουμε ξύπνιους θεατές – κι ακόμη πιο πολύ: ξυπνούς! Κάν’ τους να ονειρευτούν στο πλέριο φως!…
Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Ο φωτισμός» («Διάλογοι για την αγορά χαλκού». Αντλήθηκε από τα «Ποιήματα» του Μπρεχτ σε μετάφραση Μάριου Πλωρίτη).
