ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θανάσης Γιαλκέτσης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κοινωνιολόγος, φιλόσοφος, ανθρωπολόγος; Πώς να χαρακτηρίσει κανείς τον Εντγκάρ Μορέν, τον στοχαστή που πέθανε στις 29 Μαΐου 2026, αφού είχε ζήσει 104 δημιουργικά χρόνια; Ο Μορέν ανήκε σίγουρα στην κατηγορία των γενναίων που αντιστάθηκαν στον ναζισμό. Και βέβαια ήταν ένας «παμφάγος» στοχαστής, παθιασμένος για όλες τις γνώσεις, για όλες τις επιστήμες, τις οποίες θέλησε να συνενώσει σε μια μεγάλη και περίπλοκη ολότητα, αποφεύγοντας την παραδοσιακή, κατακερματισμένη σε ειδικούς κλάδους σκέψη. Το ακόλουθο κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο του Μορέν «Ma gauche» (François Bourin, 2010):

Είναι αναγκαίο να επιστρέψουμε στα τρία ερωτήματα που έθετε ο Καντ πριν από δύο αιώνες: «Τι μπορώ να γνωρίζω; Τι πρέπει να κάνω; Σε τι μπορώ να ελπίζω;». Οι σοσιαλιστές του 19ου αιώνα είχαν κατανοήσει τη συνάφεια αυτών των τριών ερωτημάτων. Ηταν σε θέση να απαντήσουν στο τρίτο, μόνον αφού προηγουμένως είχαν ερευνήσει τις γνώσεις του καιρού τους, όχι μόνον αναφορικά με την οικονομία και την κοινωνία, αλλά και σε σχέση με τον άνθρωπο και τον κόσμο.

Η πληρέστερη και πιο συνθετική έρευνα πραγματοποιήθηκε από τον Καρλ Μαρξ με τη βοήθεια του Φρίντριχ Ενγκελς. Από αυτές τις γνωστικές βάσεις, ο Μαρξ επεξεργάστηκε μια σκέψη που έδωσε νόημα, βεβαιότητα και ελπίδα στα σοσιαλιστικά και κομμουνιστικά μηνύματα.

Σήμερα το πρόβλημα δεν είναι να γνωρίζουμε αν η μαρξιστική θεωρία είναι νεκρή ή όχι. Το ζητούμενο είναι μάλλον να αναγνωρίσουμε ότι τα γνωστικά θεμέλια της σοσιαλιστικής σκέψης θέτουν ένα πρόβλημα σε σχέση με την κατανόηση του κόσμου, του ανθρώπου και της κοινωνίας. Σύμφωνα με τον Μαρξ, η επιστήμη δημιουργούσε βεβαιότητα. Σήμερα όμως γνωρίζουμε ότι οι επιστήμες δημιουργούν τοπικές βεβαιότητες, αλλά ότι οι θεωρίες είναι επιστημονικές στον βαθμό που μπορούν να αντικρουστούν, πράγμα που σημαίνει ότι δεν είναι βέβαιες. Στα θεμελιώδη ζητήματα, η επιστημονική γνώση καταλήγει σε ανεξιχνίαστες αβεβαιότητες. Σύμφωνα με τον Μαρξ, έπρεπε υποχρεωτικά να υπερβούμε τη φιλοσοφία. Σήμερα όλες οι πρόοδοι των επιστημών ανοίγουν ξανά τα πρωταρχικά φιλοσοφικά ερωτήματα. Ο Μαρξ πίστευε ότι η ύλη ήταν η ουσιώδης πραγματικότητα του σύμπαντος. Σήμερα η ύλη δεν είναι παρά μία από τις όψεις μιας πολύμορφης φυσικής πραγματικότητας, η οποία εμφανίζεται ως ενέργεια, ύλη, οργάνωση. Σύμφωνα με τον Μαρξ, ο κόσμος υπάκουε σε μιαν ανώτερη διαλεκτική και αυτός πίστευε ότι είχε συλλάβει τους νόμους του ιστορικού γίγνεσθαι. Σήμερα μαθαίνουμε ότι φυσικός, βιολογικός και ανθρώπινος κόσμος, καθένας με τον δικό του τρόπο, εξελίσσονται σύμφωνα με διαλεκτικές τάξης/αταξίας/οργάνωσης, που συνεπάγονται κινδύνους και διακλαδώσεις και απειλούνται όλοι με καταστροφή.

Η ανθρωπολογική αντίληψη του Μαρξ ήταν μονοδιάστατη. Ούτε το φαντασιακό ούτε ο μύθος αποτελούσαν μέρος της βαθύτερης ανθρώπινης πραγματικότητας. Η ανθρώπινη ύπαρξη ήταν ένας homo faber, χωρίς εσωτερικότητα, χωρίς πολυπλοκότητα, ένας προμηθεϊκός παραγωγός προορισμένος να ανατρέψει τους θεούς και να διαφεντέψει το σύμπαν. Γνωρίζουμε όμως, όπως κατέδειξαν ο Μοντέν, ο Πασκάλ, ο Σέξπιρ, ο Ντοστογιέφσκι, ότι ο άνθρωπος είναι sapiens-demens, ένα ον περίπλοκο, πολλαπλό, που κουβαλάει μέσα του έναν κόσμο ονείρων και φαντασιώσεων.

Η μαρξική αντίληψη της κοινωνίας πριμοδοτούσε τις παραγωγικές δυνάμεις και την ταξική πάλη. Το κλειδί της εξουσίας πάνω στην κοινωνία συνίστατο στην ιδιοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων. Οι ιδέες και οι ιδεολογίες -συμπεριλαμβανόμενης της ιδέας του έθνους- δεν ήταν παρά απλά και απατηλά εποικοδομήματα. Το κράτος δεν ήταν παρά ένα εργαλείο στα χέρια της κυρίαρχης τάξης. Πώς να μη δούμε σήμερα ότι υπάρχει ένα ιδιαίτερο πρόβλημα της εξουσίας του κράτους, μια θαυμαστή κοινωνική-μυθολογική πραγματικότητα στο έθνος, μια διακριτή πραγματικότητα των ιδεών; Πώς να μη δούμε ότι οι ταξικές σχέσεις είναι διαλογικές, δηλαδή σχέσεις ανταγωνισμού και σύμπραξης ταυτόχρονα, και ότι άλλοτε ο ανταγωνισμός εκδηλώνεται με τους ταξικούς αγώνες και άλλοτε η σύμπραξη εκδηλώνεται με τη μορφή της συνεργασίας.

Ο Μαρξ πίστευε στη βαθύτερη ορθολογικότητα της Ιστορίας. Ηταν βέβαιος για την ιστορική αποστολή του προλεταριάτου, το οποίο θα δημιουργούσε μια αταξική κοινωνία. Χρειάζεται να γνωρίζουμε ότι η Ιστορία προχωράει όχι με γραμμικό τρόπο, αλλά από παρακαμπτήριους δρόμους που ενισχύονται και γίνονται τάσεις. Χρειάζεται να γνωρίζουμε ότι η πρόοδος δεν είναι βέβαιη και ότι οποιαδήποτε κατακτημένη πρόοδος παραμένει εύθραυστη. Χρειάζεται να γνωρίζουμε ότι η πίστη στην ιστορική αποστολή του προλεταριάτου δεν είναι επιστημονική, αλλά είναι μεσσιανική. Είναι η μετάθεση στις επίγειες ζωές μας της ιουδαιοχριστιανικής επουράνιας σωτηρίας. Αυτή η αυταπάτη υπήρξε τραγική και καταστροφική.

Ο Μαρξ δεν σκεφτόταν ότι, ακόμα και στη σοσιαλιστική εποχή, η κυβερνητική δράση μπορεί να συνεπαγόταν απώλεια του ελέγχου του πηδαλίου, ότι η τέχνη της διεύθυνσης ήταν η τέχνη να κατευθύνεσαι σε αβέβαιες συνθήκες. Μολονότι στις ιστορικές του μελέτες είχε αίσθηση της πολυπλοκότητας των ανταγωνισμών, αγνοούσε τη βασική αρχή της οικολογίας της δράσης, η οποία μας λέει ότι κάθε πράξη διαφεύγει από τις προθέσεις του δρώντος για να μπει στο παιχνίδι των αλληλεπιδράσεων με το περιβάλλον και μπορεί να προκαλέσει ένα αποτέλεσμα αντίθετο προς το επιθυμητό.

Η διάγνωση του Μαρξ για τον σύγχρονο κόσμο εστιαζόταν στον καπιταλιστικό του χαρακτήρα, που αρκούσε για να σηματοδοτήσει τις κοινωνίες μας και καθιστούσε δευτερεύοντα -σχεδόν επουσιώδη- τα κρατικά, εθνικά, δημοκρατικά, τεχνικά, γραφειοκρατικά χαρακτηριστικά τους. Συγκάλυπτε επομένως τις πολύπλοκες ιδιότητες και τις πολλαπλές διαστάσεις της ιστορικο-κοινωνικής πραγματικότητας. Στις πολύπλοκες κοινωνίες μας, ο καπιταλισμός είναι ένα από τα κυρίαρχα γνωρίσματά τους, αλλά δεν είναι το μόνο. Σε μια δημοκρατική κοινωνία, η κυριαρχία του καπιταλισμού μπορεί να μετριαστεί από την πολιτική και συνδικαλιστική δράση. Σε μια αυταρχική ή ολοκληρωτική κοινωνία, ο καπιταλισμός μπορεί να ελέγχεται αντί να ασκεί αυτός τον έλεγχο. Ο μαρξισμός ταύτιζε με τον καπιταλισμό όλα τα δεινά από τα οποία υπέφερε η σύγχρονη ανθρωπότητα. Ο ιμπεριαλισμός είχε ως πηγή του τον καπιταλισμό και οι πόλεμοι είχαν ως πηγή τους τον ιμπεριαλισμό. Ο ιμπεριαλισμός και οι πόλεμοι είναι όμως ιστορικά φαινόμενα πολύ προγενέστερα του καπιταλισμού.

Σήμερα έγινε φανερό ακόμα και στους τυφλούς ότι υπήρξε κάτι χειρότερο από τον καπιταλισμό, δηλαδή ο υποτιθέμενος σοσιαλισμός που υλοποιήθηκε στην ΕΣΣΔ, στην Κίνα, στο Βιετνάμ, στην Καμπότζη. Η μεγαλύτερη απειλή που βαραίνει σήμερα πάνω στον πλανήτη έγκειται στη συμμαχία ανάμεσα σε δύο βαρβαρότητες: μία η οποία, από τα βάθη των ιστορικών εποχών, προκαλεί πολέμους, σφαγές, εκτοπίσεις, φανατισμούς, και αναπαράγεται σε κοινωνίες με διαφορετικές τις ιεραρχίες, τις κυριαρχίες, τις εκμεταλλεύσεις των ανθρώπινων υπάρξεων, μεταξύ των οποίων και εκείνες που χαρακτηρίζουν τον καπιταλισμό· μία άλλη η οποία, προερχόμενη από τον δικό μας τεχνικό-βιομηχανικό-γραφειοκρατικό πολιτισμό, επιβάλλει τη δική της μηχανική, ψυχρή και απρόσωπη λογική, αγνοεί τα άτομα, τη σάρκα τους, τα συναισθήματά τους, τις ψυχές τους και θέτει στην υπηρεσία των εξουσιών τα όπλα καταστροφής και τους τρόπους χειραγώγησης. Ο σοσιαλισμός παρουσιαζόταν ως η θεραπεία για τα δεινά της ανθρωπότητας. Σήμερα που ένας υποτιθέμενος σοσιαλισμός κατόρθωσε να καταπιέζει χειρότερα από τον καπιταλισμό τους προλετάριους, γνωρίζουμε ότι τα πολιτικά καθεστώτα δεν είναι ισοδύναμα και ότι είναι καλύτερο ένα δημοκρατικό καθεστώς, περιορισμένο έστω, με τον καπιταλισμό, παρά ένα ολοκληρωτικό καθεστώς χωρίς καπιταλισμό. Δεν μπορούμε πλέον να εντοπίζουμε το κακό στον καπιταλισμό και το καλό σε όλα όσα τον καταπολεμούν. Εξάλλου, η ίδια η λέξη «σοσιαλισμός» έχει γίνει κενή. Εχει παταγωδώς υποβαθμιστεί με τον θρίαμβο του ολοκληρωτικού σοσιαλισμού κι έπειτα εντελώς απαξιωθεί με την πτώση του.

Ο σοσιαλισμός έχει βαθμιαία στερέψει με τη σοσιαλδημοκρατία, η οποία, παντού όπου κυβέρνησε, παρέμεινε χωρίς κάποια πνοή. Τα σοσιαλιστικά κόμματα δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να επαναλαμβάνουν ορισμένες λιτανείες, υποκύπτοντας σε έναν κοντόθωρο πραγματισμό.

Το μεγάλο σχέδιο χάθηκε. Αυτό που απομένει και θα παραμείνει είναι οι προσδοκίες για έναν καιρό ελευθερίας και αδελφοσύνης και για μια καλύτερη κοινωνία, προσδοκίες που εκφράζονται με τον όρο «σοσιαλισμός». Πώς όμως να ανταποκριθούμε σε αυτές τις προσδοκίες;