ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Γούναρης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Υπάρχει μια παραδοχή για το πραγματικό status της χώρας τόσο δυσάρεστη, ώστε το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού -και όχι μόνο- προσωπικού αποφεύγει να την αγγίξει καν, προτιμώντας να την αγνοεί. Ωστόσο, πρόκειται για θεμελιώδες εργαλείο εξήγησης όσων συμβαίνουν και όσων πρόκειται να συμβούν.

Η παραδοχή είναι ότι η Ελλάδα δεν χρεοκόπησε απλά με αφετηρία την κρίση του 2009-2010. Κατέρρευσε, με απώλειες σε οικονομικό, παραγωγικό, κοινωνικό και αναπτυξιακό επίπεδο που έχουν συγκριθεί, και ορθώς, με έναν πόλεμο που έληξε με ήττα. Και όπως επίσης συμβαίνει συνήθως στις ήττες, συν τοις άλλοις μπήκε επίσημα σε καθεστώς μειωμένης κυριαρχίας, όπου πρακτικά όλες οι βασικές αποφάσεις διακυβέρνησης τελούσαν υπό την αίρεση τεχνοκρατών της Τρόικας ή, αργότερα, «των θεσμών», χωρίς να αλλάζει κάτι επί της ουσίας. Πράγματι, το 2015 σημειώθηκε η τελευταία απόπειρα να ανακτήσει κάπως η χώρα τον έλεγχο του πεπρωμένου της. Τα αποτελέσματα έχουν καταγραφεί στο ιστορικό αρχείο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι έχουν επανέλθει στο προσκήνιο λόγω της τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας.

Έκτοτε, μολονότι υποτίθεται ότι η μνημονιακή περίοδος έληξε, τυπικά, το 2018, η χώρα δεν έχει ανακάμψει ουσιαστικά. Απέχει πολύ από τα προ κρίσης επίπεδα, έχει χάσει δύο δεκαετίες ανάπτυξης, πληθυσμό και παραγωγικό δυναμικό, ενώ κατατάσσεται συστηματικά στις τελευταίες θέσεις της Ε.Ε. των 27 σε δείκτες κοινωνικής συνοχής, ευζωίας και πραγματικού εισοδήματος -αφήνοντας κατά μέρος την εξίσου οικτρή εικόνα, όσον αφορά τη λειτουργία των θεσμών, το κράτος δικαίου, την ελευθεροτυπία, τη διαφάνεια. Το μείζον, όμως, είναι ότι δεν έχει ανακτήσει τη χαμένη της κυριαρχία. Δεν είναι, δηλαδή, μία χώρα η οποία αποφασίζει η ίδια για τον εαυτό της και δρα αναλόγως.

Ασφαλώς, αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό φαινόμενο, αλλά γενικότερα δίλημμα των ευρωπαϊκών κρατών -ιδίως των μικρομεσαίων και όσων βρίσκονται εντός της ευρωζώνης. Θα έλεγε κανείς ότι η κυριαρχία ήταν πάντα και παραμένει σήμερα ένα φάσμα. Σε αυτό το φάσμα, το σύγχρονο ελληνικό κράτος από τη γένεσή του τοποθετούνταν μάλλον στο αρνητικό τμήμα, με κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις. Ως προς την παρούσα φάση, το αυτεξούσιο –η ικανότητά του να αποφασίζει και να υλοποιεί πολιτική με βάση το εθνικό συμφέρον– έχει περιοριστεί δραστικά.

Από αυτήν την άποψη, η μνημονιακή περίοδος δεν πρέπει να θεωρείται σαν μια πρόσκαιρη ανωμαλία, την οποία διαδέχθηκε η επάνοδος στην κανονικότητα, αλλά μάλλον ως ένα μεταβατικό στάδιο προς ένα νέο καθεστώς μόνιμης ενισχυμένης εποπτείας, με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος να ενεργεί σαν άλλος τοποτηρητής ή έπαρχος.

Αναρωτιέται κανείς (ρητορικά) τι είδους δημοσιονομικό περιθώριο διαθέτει όντως μία, οποιαδήποτε, ελληνική κυβέρνηση και κατά πόσο μπορεί να διαφύγει από τη μέγγενη της λιτότητας. Εάν δύναται να δημιουργήσει έναν τραπεζικό πόλο ή σύστημα πληρωμών παράλληλο και ανταγωνιστικό με τις συστημικές τράπεζες. Εάν της επιτρέπεται να εξέλθει από το χρηματιστήριο ενέργειας ή να θέσει σοβαρούς περιορισμούς στους πλειστηριασμούς κατοικιών.

Το αυτό ισχύει, τηρουμένων των αναλογιών, ως προς την απώλεια αυτονομίας στην εξωτερική πολιτική. Η απόρριψη των διαφόρων εκφάνσεων του αναθεωρητισμού της Άγκυρας, όπως το τουρκολυβικό μνημόνιο ή η εσωτερική νομοθέτηση του δόγματος της Γαλάζιας Πατρίδας ως ανυπόστατων νομικά δεν αναιρεί το γεγονός ότι παράγονται de facto τετελεσμένα, τα οποία θα κοστίσουν, όταν έρθει η ώρα της (συνολικής) διευθέτησης των ελληνοτουρκικών διαφορών, με διαιτησία,, διαμεσολάβηση ή δικαστική προσφυγή, ιδίως εάν αυτή η διευθέτηση φέρει αμερικανική σφραγίδα.

Την ίδια ώρα, το ισραηλινό ναυτικό ενεργεί παράνομη επιχείρηση αναχαίτισης και απάγει ακτιβιστές σε διεθνή ύδατα ανοιχτά της Κρήτης, εντός της ελληνικής περιοχής ευθύνης SAR και ουκρανικός ναυτικός δρόνος με εκρηκτικά εντοπίζεται τυχαία από αλιείς (!) στη Λευκάδα. Πρόκειται για περιστατικά που αποκαλύπτουν σοβαρά κενά ασφαλείας και αδυναμία ελέγχου των χωρικών υδάτων και του εναέριου χώρου, πέρα από πλήρη έλλειψη σεβασμού από την πλευρά των δύο εμπλεκόμενων κρατών.

Προκύπτουν, συνεπώς, νέα δυσάρεστα ερωτήματα: έχει την επιλογή η ελληνική κυβέρνηση -ακόμα και μία που θα το ήθελε- να μην εμφανίζεται πλήρως ταυτισμένη με την εχθρότητα του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. έναντι της Ρωσίας, με τον αμερικανικό τυχοδιωκτισμό στο Ιράν, με τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που συνεχίζει να διαπράττει το Ισραήλ στη Γάζα και στον Λίβανο, ακόμα και όταν βλάπτεται η ελληνική οικονομία, ναυτιλία και ενεργειακή αυτάρκεια, αλλά και η περιφερειακή σταθερότητα;

Ο υποβιβασμός της χώρας σε κράτος περιορισμένης κυριαρχίας συνιστά το βασικό υπαρξιακό πρόβλημά της σήμερα. Εάν δεν δοθεί μια πειστική απάντηση στο ζήτημα της ανάκτησης μέρους, έστω, της δυνατότητά της να αυτενεργεί, οποιαδήποτε άλλη συζήτηση περί της δημοκρατικής θωράκισης των θεσμών της ελληνικής Πολιτείας και εναλλακτικού μοντέλου διακυβέρνησης συνιστά σχήμα πρωθύστερο.

*Δικηγόρος