ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε ένα κατάμεστο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά ανεβαίνει το τελευταίο έργο του Βασίλη Κατσικονούρη, λειτουργώντας μεταξύ άλλων ως υπενθύμιση της δυνατότητας της ελληνικής θεατρικής γραφής να φτάνει στους θεατές της με τρόπο συχνά αδιαμεσολάβητο, κάποτε σχεδόν αμετάφραστο. Εκεί που κοντεύουμε να ξεχάσουμε τη σημασία του θεατρικού λόγου για τα πεδία της κοινωνικής κριτικής, του ρεαλισμού, της ψυχικής και υπαρξιακής ανάλυσης, έργα σαν τον «Φονιά» επαναφέρουν το μέγα και διαχρονικό ζητούμενο ενός ελληνικού θεάτρου γνήσια ιθαγενούς, την ανάπτυξη μιας γραφής ικανής να αποδώσει πίσω από τα σχήματα της νεοελληνικής πραγματικότητας τη θέση, το ανάπτυγμα και θεώρημα του απανταχού Ανθρώπου.

Ο «Φονιάς» στηρίζεται σε ένα έγκλημα τιμής στη βαθιά ελληνική επαρχία της δεκαετίας του ’50, που έφτασε στα δικαστήρια μα τελικά αθωώθηκε από το Μικτό Κακουργιοδικείο Πατρών, καθώς ο δράστης θεωρήθηκε τότε ότι «ενήργησε εν βρασμώ ψυχικής ορμής και εν συγχύσει». Η τοπική κοινωνία άλλωστε τον είχε ήδη απαλλάξει, σαν άνθρωπο που είχε «αποκαταστήσει την τιμή του» για την απιστία της γυναίκας του, θεωρώντας το έγκλημά του πράξη κοινωνικά επικυρωμένης ανδρικής δικαίωσης.

Απίθανα πράγματα για τον σημερινό νομικό και ηθικό μας κώδικα. Ωστόσο, η υπόθεση άφησε πίσω της ίχνος και μαζί ένα τραύμα για κάποιο θύμα αδικαίωτο και έναν ατιμώρητο φονιά. Διαπέρασε έτσι υπόγεια τη συλλογική συνείδηση ώσπου να αναδυθεί πάλι στο φρέαρ της ποίησης· αν δεν κάνω λάθος, πρώτος ο Γκάτσος μετάφερε ένα σκίτσο της ίδιας υπόθεσης στο γνωστό τραγούδι για τον «Γιάννη τον Φονιά». Και τώρα πάλι ο Βασίλης Κατσικονούρης ξεκινά από το παλιό εκείνο ίχνος για να φτάσει στο ίδιο πάντα τραύμα.

Μα το έργο του δεν αντιμετωπίζει την ιστορία σαν μουσειακό τεκμήριο μιας «άλλης Ελλάδας», ούτε γίνεται αφορμή για την καταγγελία αμείλικτων πατριαρχικών ηθών. Ο Κατσικονούρης ποιεί στη θέση τους ένα θέατρο δοσμένο στο να σκάβει κάτω από τα φαινόμενα. Γι’ αυτό και στρέφει τον φακό του στο πρόσωπο του «Φονιά», επιχειρώντας να τον προσεγγίσει όχι μόνο μέσα από την ίδια την πράξη, αλλά κυρίως μέσα από όσα τον οδηγούν σε αυτήν. Αναζητεί το έγκλημα γύρω από τον «Φονιά», στις κοινωνικές και ιδεολογικές «δομές» καθώς λέμε, που εξέθρεψαν, ωρίμασαν και δικαίωσαν την τελική του πράξη. Και ύστερα αφήνει την παραπάνω σκαλωσιά, για να δει κατά πρόσωπο τον ίδιο τον Ανθρωπο: τη μορφή του ένοχου μα και αδικαίωτου Ανδρα, χαμένου στις ατυχίες της ζωής, αδύναμου να εννοήσει τον άλλον, θύμα της τοξικής ανδρικής ταυτότητας.

Και τον αναζητεί έπειτα στον τρόπο με τον οποίο η πράξη του θα συνεχίσει έκτοτε να τον καθορίζει. Απέναντί του έχει μια Γυναίκα αδρή και απελέκητη όπως εκείνος, μα που νιώθει μέσα της τη βράση μιας άλλης ζωής, μακρινής, που δεν της έτυχε. Αναζητά γι’ αυτό ανάσα, καθισμένη για ώρες μακριά από τους συγχωριανούς της στον κορμό μιας φλαμουριάς. Γίνεται τότε φάσμα της ποίησης, κλεισμένο στους τοίχους της ωμής πραγματικότητας. Ο «Φονιάς» αρχίζει ως δράμα νεορεαλισμού εξελίσσεται όμως σε ποιητικό δράμα. Με τρόπο φυσικό και αναγκαίο, ακολουθώντας μια παράδοση στην οποία το υλικό και φθαρτό περνούν από την ωμή πραγματικότητα στο χώρο του ονείρου χωρίς στεγανά.

Τα υπόλοιπα ανήκουν στην ιστορία. Που ανήκει σε μια εποχή και έναν τόπο. Ο Κατσικονούρης λαμβάνει το ρίσκο να μεταφέρει ολόκληρη την ιστορία του σε τοπικό ιδίωμα, αναγνωρίζοντας πως γλώσσα και ήθος πάνε μαζί σαν αξεδιάλυτη ενότητα. Είναι μήπως ο «Φονιάς» γι’ αυτό ρετρό ηθογραφία ή θέατρο του πάλαι ποτέ «δημοτικισμού»; Τίποτα από αυτά. Παραμένει νεορεαλισμός μεταφερμένος στον χώρο και τον χρόνο μιας ηχηρής αλλά και αποσιωπημένης ελληνικότητας. Είναι άλλωστε από τις σπάνιες φορές όπου η ντοπιολαλιά «στολίζεται» με το «βρόμικο» λεξιλόγιο της, η πρώτη ίσως φορά που βλέπουμε πρόσωπα να αλληλοτρώγονται σε πλέρια γλώσσα της υπαίθρου ή να αυτοπυρπολούνται με τα δικά τους βουκολικά «σπιρτόκουτα». Σημείο ταυτότητας κι αυτό, άξιο κάθε επαίνου.

Ναι λοιπόν πρόκειται για θέατρο «εθνικό», -κι ας μη φοβόμαστε τη λέξη όταν συνδέεται με το αληθές. Τον ρόλο του αναλαμβάνει το Δημοτικό του Πειραιά, που διόλου δεν φοβήθηκε το κόστος της μεγάλης παραγωγής, με πολλούς ερμηνευτές (αληθινό «Χορό» που συνοδεύει τη δράση) και ακριβά σκηνικά. Το έργο σκηνοθέτησε με ρυθμό και εναλλαγές ο Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, στον οποίο οφείλουμε και τη διδασκαλία των ρόλων. Ο αγαθός και πληρέστατος «φονιάς» του Μιχάλη Σαράντη, γεμάτος νεύρο και ανεπίδοτη ενέργεια, είναι ίσως ο τελευταίος απόγονος εκείνου του Στέλιου από την «Αυλή»… Αν δεν έστρεφε το μαχαίρι στη γυναίκα του θα το έστρεφε στον εαυτό του. Η Αννα Καλαϊτζίδου φέρνει στη σκηνή μια γυναίκα της επαρχίας καθημαγμένη, μα διόλου σκυφτή. Από το υπόλοιπο σύνολο, διακρίνω τη «Μάνα» της Φωτεινής Ντεμίρη (ένα σμάρι από ενοχές και σιωπή) και την «Κόρη» της Γεωργίας Συφιανού -ένα κατ’ ουσίαν δολοφονημένο παιδί στο όνομα της Τιμής.

Η σκηνογραφία της Νατάσσας Παπαστεργίου αναπαριστά μια επιβλητική φλαμουριά, τα εξπρεσιονιστικά φώτα όμως στον κορμό της με ξένισαν. Ωραία τα κοστούμια της Βασιλικής Ρουμπέκα, μυστικά δραματουργική η μουσική του Φώτη Σιώτα.