Υπάρχουν τίτλοι που μοιάζουν με αστείο και λειτουργούν κάπως σαν κοινωνική διάγνωση. Το «Μη γελάτε, θα σας δει ο κόσμος» είναι ο τίτλος της νέας ταινίας του Νικόλα Δημητρόπουλου και ανήκει απολύτως σε αυτή την κατηγορία. Ακριβώς γιατί πίσω από τη φράση αυτή που λίγο-πολύ όλοι έχουμε ακούσει κάποτε, κρύβεται ένας ολόκληρος μηχανισμός επιτήρησης: τι θα πει ο κόσμος, πώς θα φανείς, τι επιτρέπεται να θέλεις, ποια ζωή δικαιούσαι να διεκδικήσεις και ποιος έχει τελικά τον πρώτο και τον μοναδικό λόγο στη ζωή σου.
Η ταινία, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Ν. Δημητρόπουλου, παρακολουθεί τη Μαρία (σ.σ. Μαρία Αποστολακέα), μια γυναίκα γύρω στα σαράντα, που ζει σε νησί και ταξιδεύει στην Αθήνα για το μνημόσυνο της μητέρας της. Εκεί, φιλοξενούμενη από τη θρήσκα αδερφή της, την Ελενα, μαθαίνει ότι είναι έγκυος. Και τότε ξεκινά ο προσωπικός της Γολγοθάς με ερωτήματα γύρω από το γυναικείο σώμα, τη μητρότητα, την ηλικία, την οικογένεια, την ενοχή, την πίστη, την κοινωνική πίεση. Η δραματική αυτή κωμωδία, στην οποία επίσης πρωταγωνιστούν οι εξαιρετικοί Ακύλλας Καραζήσης και Μαντώ Γιαννίκου, παρουσιάζεται σήμερα στο Newman Cinema (Σεβαστουπόλεως 117, τηλ.: 2106980796) και βγαίνει στις αίθουσες τον Μάιο.
Το ενδιαφέρον της ταινίας είναι ότι ο Δημητρόπουλος δεν προσεγγίζει το θέμα σαν σύνθημα, αλλά μέσω των χαρακτήρων. Η Μαρία δεν είναι σύμβολο· είναι μια γυναίκα σε σύγχυση, που βάλλεται. Δεν καλείται απλώς να αποφασίσει αν θέλει να γίνει μητέρα. Καλείται να αποφασίσει αν η ζωή της ανήκει στην ίδια ή στους άλλους. Απέναντί της, η Ελενα δεν είναι απλώς η «συντηρητική αδελφή». Είναι μια γυναίκα βυθισμένη στο πένθος, στην τάξη, στην ανάγκη να κρατηθεί από κανόνες. Η μεταξύ τους σύγκρουση ξεφεύγει από το «οικογενειακό» και γίνεται σύγκρουση δύο τρόπων ζωής.
Εδώ βρίσκεται και η κοινωνικοπολιτική δύναμη της ταινίας. Στην Ελλάδα, η επιλογή μιας γυναίκας γύρω από τη μητρότητα εξακολουθεί να περνά από δεκάδες αόρατα δικαστήρια. Αν δεν κάνει παιδί, κάτι της λείπει – δεν έχει «ολοκληρωθεί», δεν έχει «εκπληρώσει την αποστολή της». Αν πάλι κάνει παιδί χωρίς «σωστές» προϋποθέσεις, πάλι κρίνεται. Αν διστάζει, θεωρείται εγωίστρια. Αν θέλει να ζήσει αλλιώς, γίνεται ύποπτη. Η ταινία πατά ακριβώς πάνω σε αυτή την ασφυξία: στην κοινωνία που δηλώνει ότι αγαπά την οικογένεια, αλλά δυσκολεύεται να αποδεχτεί την ελευθερία μέσα στην οικογένεια.
Δεν είναι τυχαίο ότι η ιστορία τοποθετείται ανάμεσα στο μνημόσυνο και στην πιθανότητα μιας γέννησης. Ανάμεσα στον θάνατο και στη ζωή, ανάμεσα στην απώλεια και στην αρχή, τότε οι άνθρωποι αναγκάζονται να λογαριαστούν με όσα κληρονόμησαν: φόβους, ενοχές, θρησκευτικές βεβαιότητες, οικογενειακές πληγές. Το παρελθόν δεν εμφανίζεται ως ανάμνηση, αλλά ως ενεργή δύναμη που αποφασίζει για το παρόν. Και το χειρότερο: τίποτα δεν συμβαίνει μόνο σε ατομικό επίπεδο. Πίσω από κάθε επιλογή στέκεται μια οικογένεια, μια γειτονιά, ένας «κόσμος» που κοιτάζει.
Ουσιαστικά, το φιλμ έρχεται να μιλήσει για βαριά ζητήματα χωρίς να χάσει το χιούμορ του. Και δεν αναφερόμαστε στο εύκολο γέλιο, αλλά εκείνο το πικρό, ανθρώπινο χαμόγελο που γεννιέται όταν κάποιος αναγνωρίζει τον παραλογισμό των κοινωνικών «πρέπει». Το «Μη γελάτε, θα σας δει ο κόσμος» είναι τελικά μια ταινία για το βλέμμα των άλλων. Για το πώς αυτό το βλέμμα γίνεται νόμος, οικογένεια, θρησκεία, συνήθεια, φόβος. Και για το πόσο δύσκολο, αλλά αναγκαίο, είναι κάποια στιγμή να γελάσεις χωρίς να ζητήσεις άδεια.
