Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η στρατιωτική δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 επέβαλε ένα καθεστώς αυστηρής λογοκρισίας σε κάθε πτυχή της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Η λογοκρισία, συνεχίζοντας και εμπλουτίζοντας το νομοθετικό πλαίσιο έκτακτης ανάγκης που είχε εδραιωθεί από τα χρόνια του Εμφυλίου, υπήρξε θεσμική, πολυεπίπεδη και κεντρικά οργανωμένη. Στη διάρκεια αυτών των επτά ετών και τριών μηνών (Απρίλιος 1967 – Ιούλιος 1974), αν και με διακριτές υποπεριόδους, επιχειρήθηκε η εδραίωση ενός καθεστώτος πολιτισμικής επιτήρησης με ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά στον τομέα της πληροφόρησης.

Θύμα της καταστολής υπήρξε τόσο η ελευθερία του Τύπου όσο και η καλλιτεχνική έκφραση, καθώς από τη χακί λογοκρισία δεν γλίτωσε κανένας τομέας της πολιτιστικής παραγωγής: κινηματογράφος, θέατρο, μουσική, λογοτεχνία, ραδιόφωνο και τηλεόραση υπέστησαν τα «ψαλιδίσματα» των λογοκριτών. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η επιβολή «γύψου» στις γελοιογραφίες.

Στο παρόν αφιέρωμα θα επιχειρήσουμε μια ευρεία «χαρτογράφηση» της ελληνικής γελοιογραφίας κατά τη διάρκεια της χούντας των συνταγματαρχών. Για τον σκοπό αυτό περιηγηθήκαμε, φύλλο προς φύλλο, στο σύνολο των εφημερίδων πανελλαδικής κυκλοφορίας που συνέχισαν την κυκλοφορία τους μετά το απριλιανό πραξικόπημα, φτάνοντας μέχρι την τομή της Μεταπολίτευσης του 1974.

Αυτοί που έβλεπαν τη χούντα να έρχεται…

Βαθιά πολιτικοί (με την έννοια των ενεργών πολιτών) και δημοκρατικοί, γελοιογράφοι όπως ο Φωκίων Δημητριάδης, ο Κώστας Μητρόπουλος, ο Αρχέλαος και ο Αντώνης Θεοφιλόπουλος (ΑΘΕΟΦ) δεν πιάστηκαν, αλληγορικά, με τις «πιτζάμες» στον ύπνο, όμως διέβλεπαν εκείνο που αρκετοί συζητούσαν, αλλά λίγοι αντιμετώπιζαν ως ρεαλιστικό κίνδυνο: την επιβολή χούντας. Με σειρά σκίτσων τους, ειδικά από όταν μπήκε το 1967, προειδοποιούσαν για την απειλή δικτατορίας, την οποία κατονόμαζαν ως χούντα, εβδομάδες, μήνες και χρόνια προτού εκδηλωθεί το απριλιανό πραξικόπημα (Εικόνες 1-3).

1η περίοδος: Απρίλιος 1967 – τέλη 1969
Περί ανέμων και υδάτων

Η ελευθερία του Τύπου υπήρξε ο πιο άμεσος στόχος της χούντας. Παράλληλα με την κάθοδο των τανκς στο κέντρο της Αθήνας και τις συλλήψεις πολιτικών προσώπων, διακόπηκε στα πιεστήρια η έκδοση των εφημερίδων. Εφημερίδες όπως η «Αυγή», η «Αθηναϊκή», η «Δημοκρατική Αλλαγή», η «Ελευθερία», η «Μεσημβρινή» έκλεισαν και δεν ξανάνοιξαν, ενώ η Ελένη Βλάχου αρνήθηκε, υπό ένα τέτοιο καθεστώς, τη συνέχιση της κυκλοφορίας της «Καθημερινής». Οι υπόλοιπες («Ακρόπολις», «Απογευματινή», «Το Βήμα», «Τα Νέα», «Βραδυνή», «Εθνος» κ.ά.) άνοιξαν τις επόμενες ημέρες, αφού αποδέχτηκαν τις νέες συνθήκες: απαγόρευση κάθε αρνητικής κριτικής στο κυβερνητικό έργο και υποχρέωση να πλέκουν τα εγκώμια της δικτατορίας.

Οι εντολές προς τους γελοιογράφους όσων εφημερίδων συνέχισαν να κυκλοφορούν ήταν να αποφεύγουν οποιαδήποτε αναφορά στα πολιτικά. Τρεις ήταν οι κυρίαρχες τάσεις που χαρακτηρίζουν εκείνη την περίοδο τις δουλειές τους:

α) η απόσυρση από την πολιτική γελοιογραφία, β) το ανώδυνο χιούμορ (σεξιστικά αστεία, κοσμικά κουτσομπολιά και σχολιασμός της κάθε αλλαγής του καιρού), γ) η συμπόρευση με τις ιδεολογικές ντιρεκτίβες της δικτατορίας (απολύτως μειοψηφικά και περιστασιακά).

Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι περιπτώσεις του Αρχέλαου (στην «Αθηναϊκή» μέχρι το πραξικόπημα, εν συνεχεία στο περιοδικό «Βεντέτα» με μη πολιτικά σκίτσα) και του Φωκίωνα Δημητριάδη. Ο τελευταίος ήταν σκιτσογράφος των δύο εφημερίδων του Οργανισμού Λαμπράκη («Το Βήμα», «Τα Νέα») και της «Μακεδονίας». Αφ’ ενός το «Βήμα», όταν επανακυκλοφόρησε στις 25/4/67, έπαψε να φιλοξενεί γελοιογραφίες, αφ’ ετέρου οι συνεργασίες του Δημητριάδη περιορίζονταν πλέον σε ιστορικού περιεχομένου εικονογραφήσεις (για μυθιστορήματα σχετικά με το Βυζάντιο στα «Νέα» και, ανυπόγραφα, για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη «Μακεδονία»).

Στη δεύτερη κατηγορία συγκαταλέγεται η πλειονότητα των σκιτσογράφων. Ο Κώστας Μητρόπουλος, το αειθαλές «κακό παιδί» της ελληνικής γελοιογραφίας, κατάφερνε, παρ’ όλα αυτά, να διαφεύγει τη λογοκρισία, ενίοτε και άθελά του, όπως στο σκίτσο με τον υπό εκκόλαψη ταβερνόβιο, του οποίου το όνομα θεωρήθηκε υπονοούμενο για τη σύλληψη του Μίκη Θεοδωράκη (Εικόνα 5).

5. Κ. Μητρόπουλος, «Τα Νέα», 9/11/1967
5. Κ. Μητρόπουλος, «Τα Νέα», 9/11/1967

Στην «Ακρόπολι», επί πολλούς μήνες αναδημοσιεύονταν μόνο γελοιογραφίες από το εξωτερικό. Από τις 18/2/68 αρχίζουμε να βλέπουμε σκίτσα του Ηλία Σκουλά. Η θεματική τους κινείται ανάμεσα σε ευτράπελα της καθημερινότητας και σε κουτσομπολίστικου χαρακτήρα ειδησάρια, τις «σπάταλες συζύγους» και το ειδύλλιο Ωνάση-Τζάκι.

Στα διεθνή κυριαρχούν τα σατιρικά προς τη Σοβιετική Ενωση, αλλά και οι ειδήσεις σχετικά με τον ψυχροπολεμικό ανταγωνισμό για την «κατάκτηση» του Διαστήματος. Και βέβαια, η κάθε είδους μεταβολή του καιρού: η πτώση της θερμοκρασίας τον χειμώνα, ο καύσωνας, τα μπάνια του λαού και η απεγνωσμένη αναζήτηση δροσιάς το καλοκαίρι. Από τις 24/10/1968, τη θέση του Σκουλά παίρνει ο Βασίλης Μητρόπουλος, γνωστός για την προτίμησή του σε διεθνή ζητήματα, για τα οποία παρατηρείται μεγαλύτερη ανοχή: ο πόλεμος στο Βιετνάμ, οι αραβοϊσραηλινές σχέσεις, η προσσελήνωση του Ιουλίου 1969 και οι εξελίξεις στο ανατολικό μπλοκ.

Οι προαναφερθέντες γελοιογράφοι, όμως, δουλεύουν παράλληλα και στην πάλαι ποτέ φιλο-ΕΡΕ «Απογευματινή». Ο μεν Βασίλης Μητρόπουλος συνεχίζει τη συνεργασία του με την εφημερίδα, υπογράφοντας τα σκίτσα του ως «(Βασίλης) Τζίλης», ενώ από την άνοιξη του 1968 επαναφέρει το «BAS». Εδώ οι γελοιογραφίες του είναι πιο εσωτερικής κατανάλωσης: τον πρώτο καιρό εκφράζεται μια κάποια ανακούφιση για το ότι η κατάργηση των κομματικών νεολαιών θα επαναφέρει τους νέους στα διαβάσματά τους, ενώ χλευάζονται οι «γιεγιέδες» και οι μαλλιάδες. Αλλες θεματικές: η απαγόρευση κυνηγιού, η επαναλειτουργία του Ιπποδρόμου, τα κωμικοτραγικά των αστυνομικών δελτίων και φυσικά η εμμονή με τις μετεωρολογικές συνθήκες. Ο δε Σκουλάς κινείται στο ίδιο μοτίβο με την «Ακρόπολι»: τα κοσμικά (ο Κόκοτας, η Βουγιουκλάκη κοκ.), οι εκδρομείς του Πάσχα και, το καλοκαίρι του 1969, λόγω προσσελήνωσης, πολυάριθμα αστεία με αστροναύτες και εξωγήινους. Στα τέλη του ‘69 κάνει την εμφάνισή του στην «Απογευματινή» και ο Γιάννης Κυριακόπουλος (ΚΥΡ), ο οποίος μέχρι τις 20/4/67 εργαζόταν στη «Μεσημβρινή».

Τέλος, ο Βασίλης Χριστοδούλου της «Βραδυνής» την πρώτη περίοδο λαμβάνει απροκάλυπτα θέση υπέρ της «Εθνικής Κυβερνήσεως». Στο πρώτο σκίτσο του μετά το πραξικόπημα, ο στρατός ξεδοντιάζει τον κομμουνιστικό λύκο (Εικόνα 4), ενώ άλλο σκίτσο μάς διαβεβαιώνει ότι είναι «αρίστη η διαβίωσις των κρατουμένων εις Γυάρον», καθώς οι εξόριστοι περνούν… «ζωή και κότα».

4. «Απόλυτος τάξις επικρατεί καθ' άπασαν την χώραν» Β. Χριστοδούλου, «Βραδυνή», 28/4/1967
4. «Απόλυτος τάξις επικρατεί καθ’ άπασαν την χώραν» Β. Χριστοδούλου, «Βραδυνή», 28/4/1967

Στα σκίτσα του 1967-69, σε κάθε ευκαιρία, εξυμνείται το καθεστώς ως εξυγιαντικό του κρατικού μηχανισμού, καθώς ο παλαιοκομματισμός έχει εξαφανιστεί, όλα έχουν μπει σε τάξη, η οικονομία έχει σωθεί, έχουν ληφθεί μέτρα υπέρ των αγροτών, υπάρχει επάρκεια κρέατος κοκ. Συχνά-πυκνά σατιρίζεται η ενδοκομμουνιστική «φαγωμάρα» (σινοσοβιετική ρήξη, εισβολή στην Πράγα, διάσπαση ΚΚΕ), τα δε γεγονότα του Μάη ’68 αντιμετωπίζονται ως κομμουνιστική επιβουλή κατά της Γαλλίας, με τον Ντε Γκολ να ζηλεύει την κοινωνική γαλήνη που επικρατεί στην Ελλάδα των Απριλιανών (!).

2η περίοδος: 1970 – αρχές 1973
Η μακρά αναμονή

Η «φιλελευθεροποίηση» που προαναγγέλθηκε μετά το 1970, μαζί με κάποιες αόριστες υποσχέσεις για εκλογές δημιούργησαν ένα σχετικά ευνοϊκό περιβάλλον για τον Τύπο, καθώς το καθεστώς ήθελε να εμφανιστεί ανεκτικό στην κριτική. Οι γελοιογράφοι συγκαταλέγονταν στους λίγους προνομιούχους που μπορούσαν να εκφράζουν συγκρατημένα τις απόψεις τους.

Πλέον πληθαίνουν οι αναφορές στην ενδοελληνική επικαιρότητα, ενώ βλέπουμε, σταδιακά, ολοένα και περισσότερες πολιτικές αιχμές, ακόμη και στα πιο «αθώα» σκίτσα. Οπως αυτά του BAS στην «Ακρόπολι», ειδικά από τα τέλη του 1970, τα οποία είναι «διπλής ανάγνωσης»: όχι τυχαία, επιλέγει να στηλιτεύσει με νόημα τις περιπτώσεις αυταρχισμού και ανελευθερίας άλλων χωρών, όπως στην ΕΣΣΔ, στην Πολωνία -που ζητάει ψωμί αντί για τανκς! (Εικόνα 8)-, στη Γουατεμάλα, στην Ισπανία του Φράνκο, στην Τουρκία.

8. ΒAS, «Ακρόπολις», 18/12/1970
8. ΒAS, «Ακρόπολις», 18/12/1970

Από το 1972, κριτική γίνεται πιο ανοιχτά και στις ΗΠΑ του Νίξον, ως προς το Βιετνάμ, ενώ υπάρχουν ειρωνικές αναφορές στον ρόλο της Ελλάδας ως «αγκυροβολιού» του αμερικανικού στόλου (π.χ. 3/6/72).

Χωρίς να απουσιάζουν οι θεματικές για τις εκπτώσεις στα καταστήματα, τη μόδα, το ποδόσφαιρο και, φυσικά, τον καιρό, ο Σκουλάς και, κυρίως, ο ΚΥΡ (Εικόνα 7) καταπιάνονται στην «Απογευματινή» με τα διεθνή, μη φειδόμενοι αιχμηρών σχολίων για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, τις αραβοϊσραηλινές συγκρούσεις και τις επικίνδυνες εξελίξεις στο Κυπριακό. Από τον Νοέμβριο του 1970, ο ΚΥΡ σατιρίζει στα μουλωχτά την εθνικοφροσύνη, θυμίζει τη «βία και νοθεία» των εκλογών του ’61 και κάνει διάσπαρτες αναφορές στις ειρηνιστικές και φεμινιστικές ιδέες και στο κίνημα των χίπις.

7. ΚΥΡ, «Απογευματινή», 5/11/1970
7. ΚΥΡ, «Απογευματινή», 5/11/1970

Αλλά και ο Χριστοδούλου, κυρίως από το 1971 και μετά, δείχνει να κάνει μια στροφή 180 μοιρών από τον κομφορμισμό της πρώτης περιόδου, εκδηλώνοντας θαρρετά τη διαμαρτυρία του για τη διαιώνιση του στρατιωτικού νόμου. Για παράδειγμα, η επέτειος των 5 χρόνων από το πραξικόπημα απεικονίζεται σαν μια πενταετής καταιγίδα την οποία ένας ασθενής σε γύψο προσπαθεί να προσπεράσει, στα τέλη του ’72 εκφράζεται επανειλημμένως αγανάκτηση για τη διαρκή αναβολή των εκλογών και αντιμετωπίζεται σκωπτικά η προπαγάνδα του Γεωργαλά. Η όλη στάση του Χριστοδούλου, πάντως, συμβαδίζει με την κάπως αντιπολιτευτική στροφή της «Βραδυνής».

Πιο θαρραλέος όλων, ο Κώστας Μητρόπουλος «χτυπάει κέντρο» με το βιτριολικό του χιούμορ, που συχνά περνάει κάτω από το ραντάρ της αντιληπτικής ικανότητας των λογοκριτών. Οχι ότι αυτή η τάση δεν προϋπήρχε, αλλά από το 1970 εντείνεται. Το σταθερό μοτίβο του είναι η υπαινικτικότητα: αναφερόμενος σε αντιδημοκρατικές πτυχές και των δύο αντιμαχόμενων πλευρών του Ψυχρού Πολέμου, στοχεύει στη χουντική κυβέρνηση. Οι αφορμές είναι ποικίλες: η δήλωση του Χουάν Κάρλος ότι θα εγκατασταθεί «κάποια μορφή δημοκρατίας» στην Ισπανία, η απορία τού τότε Τούρκου πρωθυπουργού Ντεμιρέλ για το τι είναι οι εκλογές, καθώς και οι φήμες περί πραξικοπήματος στην Κύπρο. Τολμάει, μάλιστα, να κάνει μνεία μέχρι και στις βομβιστικές ενέργειες του αντιδικτατορικού κινήματος, δείχνοντας σε σκίτσο του ότι «αυτή την εποχή είναι της μόδας οι πυροτεχνουργοί» (2/4/70)! Στο ίδιο μήκος κύματος και ο συνάδελφός του στα «Νέα», Φ. Δημητριάδης, ο οποίος ειρωνεύεται τα ψευτοδημοκρατικά φτιασιδώματα της χούντας (π.χ. Συμβουλευτική) και στηλιτεύει την αναβολή των εκλογών.

Αυτός είναι άλλωστε και ο κοινός παρονομαστής όλων των γελοιογράφων μετά το 1970-71: οι εκλογές αργούν, οι υποσχέσεις για ομαλή μετάβαση στον κοινοβουλευτισμό ακούγονται σαν εμπαιγμός, η δημοκρατία παραμένει μια διαρκής εκκρεμότητα.

3η περίοδος: Αρχές 1973 – Νοέμβριος 1973
Μεταξύ Νομικής και Πολυτεχνείου

Η χώρα εισήλθε στο 1973 με την εντύπωση ότι θα είναι μια χρονιά μεταβατική. Αποδείχτηκε όντως μεταβατική, αν και όχι με τον τρόπο που φανταζόταν ο Παπαδόπουλος. Η λεγόμενη περίοδος της «φιλελευθεροποίησης» θεωρείται η πλέον ανεκτική σε κάποια μορφή ελευθερίας του Τύπου και με μια ελαφρά χαλάρωση της λογοκρισίας σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, σε επιτηρούμενο, πάντα, πλαίσιο. Αυτό γίνεται αισθητό και στις γελοιογραφίες.

Μια κάποια ειρωνεία και αγανάκτηση προς το καθεστώς αρχίζουν να διαφαίνονται. Οι γελοιογράφοι περνούν τα μηνύματά τους για την ανάγκη «ξεκουμπίσματος» της 21ης Απριλίου αφού, σύμφωνα με τη ρητορική της, «εξεπλήρωσε την αποστολήν της» (βλ. BAS, «Ακρόπολις», 24/1/73).

Επί σειρά εβδομάδων, και με τη μίνι εξέγερση του Φλεβάρη στη Νομική να προδιαγράφει την πορεία προς τον Νοέμβρη, σχολιάζονται και οι επαφές της χούντας με εκπροσώπους του παλιού συντηρητικού κόσμου προκειμένου να επιτευχθεί η ελεγχόμενη μετάβαση. Κυρίως, όμως, οι αντιπολιτευτικές γελοιογραφίες αυξάνονται μετά την 1η Ιουνίου 1973, την ανακήρυξη της «Προεδρικής Δημοκρατίας» ως νέου πολιτεύματος και την πορεία προς το δημοψήφισμα για την επικύρωσή της, στις 29 Ιουλίου.

Ο Χριστοδούλου από την πρώτη στιγμή στηρίζει την καταψήφιση του χουντικού «Συντάγματος», καθώς η «Βραδυνή» αναδεικνύει την καμπάνια υπέρ του «ΟΧΙ» σε κεντρική της γραμμή (Εικόνα 9). Στον εν λόγω σκιτσογράφο, άλλωστε, ανήκει το γνωστό σκίτσο, την επαύριον του νόθου δημοψηφίσματος, με τον Κρητικό λυράρη να άδει τη μαντινάδα: «Μαθές δεν εματάγινε τέτοιο κουτί ρημάδι / “ΟΧΙ” να ρίχνης το πρωί, να βγαίνη “ΝΑΙ” το βράδυ» (31/7/73).

9. Β. Χριστοδούλου, «Βραδυνή», Ιούλιος 1973
9. Β. Χριστοδούλου, «Βραδυνή», Ιούλιος 1973

Αλλά και οι υπόλοιποι γελοιογράφοι (Κώστας και Βασίλης Μητρόπουλος, ΚΥΡ, Σκουλάς κοκ.) παίρνουν ξεκάθαρα θέση υπέρ του «ΟΧΙ». Τα πενάκια τους θα συνεχίσουν να συμπίπτουν και τους επόμενους μήνες μέχρι τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, με σατιρικές αιχμές κατά της χουντικής «φιλελευθεροποίησης». Η σύμπνοια που χτίστηκε ανάμεσά τους το 1973 αποτελεί το πρελούδιο της μετέπειτα γελοιογραφικής «ομόνοιας» της Μεταπολίτευσης.

Στόχος, ομοθυμαδόν, των γελοιογράφων, έγινε το φθινόπωρο του ’73 ο Σπύρος Μαρκεζίνης, ο οποίος τοποθετήθηκε στις 8 Οκτωβρίου από τον Παπαδόπουλο στην πρωθυπουργία με την εντολή να οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές το επόμενο έτος. Την ίδια μέρα, ο Χριστοδούλου θα σκιτσάρει τη μεν στρατιωτική κυβέρνηση να αποχωρεί, τον δε «γύψο» να παραμένει στο πόδι του Ελληνα – ίσως η πρώτη φορά που ο γύψος χρησιμοποιείται ως γελοιογραφικό σύμβολο. Δεν υπάρχει προηγούμενο από το 1967 τα βέλη της σάτιρας να στρέφονται συστηματικά σε συγκεκριμένο πολιτικό πρόσωπο. Ο Μαρκεζίνης απεικονίζεται ως δοτός και ως «μαριονέτα» του Παπαδόπουλου, ενώ αμφισβητούνται οι διαβεβαιώσεις του για «αδιαβλήτους εκλογάς» και η όλη διαδικασία χαρακτηρίζεται «δικτατορία με κοινοβουλευτικό μανδύα» (Εικόνα 11).

11. Η. Σκουλάς, «Απογευματινή», 30/10/1973
11. Η. Σκουλάς, «Απογευματινή», 30/10/1973

Ο Κώστας Μητρόπουλος αποδομεί τον από τότε διακηρυσσόμενο ακροδεξιό μύθο περί «οικονομικού θαύματος της χούντας» («Τα Νέα», 5/11/73) και αντιμετωπίζει τον Μαρκεζίνη με βαθιά ειρωνεία. Ο Σκουλάς τού «φοράει», περιπαικτικά, το φρυγικό σκουφάκι της Δημοκρατίας και ο ΚΥΡ, στο εβδομαδιαίο κόμικς του, δεν διστάζει να συσχετίσει το «ΟΧΙ» της 28ης Οκτωβρίου με την εξέγερση της Νομικής του Φλεβάρη ’73 («Απογευματινή», 27/10/73).

Και ενώ η κριτική κορυφώνεται (βλ. ενδεικτικά Εικόνα 10), η εξέγερση του Πολυτεχνείου προκαλεί αμηχανία στις μεγάλες εφημερίδες, ενώ οι γελοιογράφοι είτε διστάζουν να είναι δηκτικοί (π.χ. στην «Απογευματινή») είτε τα σκίτσα τους απουσιάζουν τελείως («Τα Νέα»).

10. Η. Σκουλάς, «Απογευματινή», 6/9/1973
10. Η. Σκουλάς, «Απογευματινή», 6/9/1973

Αναπάντεχα, το πιο τολμηρό σκίτσο στη διάρκεια του τριημέρου δημοσιεύθηκε στη «Βραδυνή» από τον Β. Χριστοδούλου, ο οποίος, με πολιτική οξυδέρκεια, συσχετίζει τις διακηρύξεις του Πινοσέτ περί «αναμορφώσεως του λαού της Χιλής» μετά την ανατροπή του Αλιέντε με τη βιωμένη εμπειρία εξίμισι χρόνων ελληνικής χούντας.

4η περίοδος: Νοέμβριος 1973 – Ιούλιος 1974
Στη σκιά του «αόρατου δικτάτορα»

Το πραξικόπημα Ιωαννίδη στις 25/11/1973 τερματίζει το «πείραμα Μαρκεζίνη» και εγκαθιδρύει μια ακόμα πιο σκληρή δικτατορία.

Οσο και αν φαίνεται παράδοξο, τις πρώτες ημέρες της χούντας Ιωαννίδη δημοσιεύονται οι πιο «αντιχουντικές» γελοιογραφίες της επταετίας, με την έννοια ότι αυτές στρέφονταν κατά του ανατραπέντος Παπαδόπουλου.

Μεταξύ άλλων, ο Χριστοδούλου, λίγο πριν από το κλείσιμο της «Βραδυνής», πρόλαβε να σκιτσάρει τον Παπαδόπουλο σε γύψο (Εικόνα 13). Ομοίως και ο Σκουλάς (Εικόνα 12), που τον απεικόνισε σαν λαγό να έχει πιαστεί σε δόκανο (αναφορά στον υποχρεωτικό περιορισμό τού τέως δικτάτορα στο Λαγονήσι), ενώ παρουσίασε τον εγκλεισμό του ως ευκαιρία να εκπαιδευτεί στο συντακτικό, καθώς τα προηγούμενα χρόνια κακοποίησε την ελληνική γλώσσα.

12. Η. Σκουλάς, «Απογευματινή», 28/11/1973
12. Η. Σκουλάς, «Απογευματινή», 28/11/1973

Σύντομα όμως τα πολιτικά σκίτσα απαγορεύονται και πάλι (από την «Ακρόπολι», μάλιστα, τα σκίτσα εξοβελίζονται γενικώς) και οι μόνες επιτρεπόμενες αναφορές στην ελληνική επικαιρότητα είναι για το πετρέλαιο που εντοπίστηκε στη Θάσο.

Επίσης επανέρχονται οι κλασικές απολίτικες θεματικές: τα αστεία με τις συζύγους, τους ταβερνόβιους και, φυσικά, τον καιρό. Παρ’ όλη την ασφυξία, ο Κώστας Μητρόπουλος καταφέρνει και πάλι να ξεφεύγει από το ραντάρ της λογοκρισίας.

Το καλοκαίρι του ’74 τίποτα δεν προμήνυε τις καταιγιστικές εξελίξεις. Μέχρι το χουντικό πραξικόπημα κατά του Μακαρίου στην Κύπρο και την τουρκική εισβολή, οι μόνες ειδήσεις που καταγράφουν οι εφημερίδες και σχολιάζουν οι γελοιογράφοι τους είναι οι τολμηρές εμφανίσεις καλλονών στις παραλίες και οι δασικές πυρκαγιές.

Η τομή της Μεταπολίτευσης

Η κατάρρευση της χούντας μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και η επάνοδος του Καραμανλή τα ξημερώματα της 24ης Ιουλίου 1974 βιώθηκαν από τους γελοιογράφους ως μια έκρηξη δημοκρατίας που έφερε έναν πρωτόγνωρο αέρα ελευθερίας.

Το άγος της δικτατορίας, οι ευθύνες του Στέμματος στη νομιμοποίηση των Απριλιανών, ο ρόλος των Αμερικανών στην κυπριακή τραγωδία, η καταδίκη των πρωταιτίων και των βασανιστών κοκ. καταλαμβάνουν κεντρικό ρόλο στις γελοιογραφίες της Μεταπολίτευσης, ύστερα από επτά χρόνια λογοκρισίας και «γύψου».

Αλλά για περισσότερα σχετικά με την έναρξη της «χρυσής εποχής» της ελληνικής γελοιογραφίας παραπέμπουμε στο άρθρο μας «Η Μεταπολίτευση των γελοιογράφων» («Εφ.Συν.», 24/7/2024).