Οταν έγραφα το κεφάλαιο για τις αλλαγές που συντελέστηκαν στο ιστορικό μυθιστόρημα μετά τη Μεταπολίτευση στο βιβλίο μου Η κίνηση του εκκρεμούς, υποχρεώθηκα να επιμερίσω το υλικό μου όχι μόνο σε ιστορικό μυθιστόρημα και σε ιστορική μεταμυθοπλασία, αλλά και σε πλήθος αφανέστερες –και πάντως επ’ ουδενί κυρίαρχες– τάσεις, προκειμένου να συμπεριληφθεί και να καλυφθεί, έστω και στοιχειωδώς, ένας μεγάλος αριθμός έργων τα οποία, παρά τη σχετικώς παραπλήσια θεματική τους ή παρά τις κατά τεκμήριο συγγενικές αφηγηματικές τους μεθόδους, δεν γινόταν να χωρέσουν αδιαφοροποίητα στον όγκο της πολυποίκιλης παραγωγής.
Από την κυκλοφορία του βιβλίου μου, που ήταν το 2018, μας χωρίζουν μόλις οκτώ χρόνια, πλην διαισθάνομαι πως καινούργιες ανιχνεύσεις έχουν σκάσει ήδη μύτη, επιζητώντας την επαυξημένη προσοχή μας. Μυθιστορήματα, νουβέλες ή και ακατάτακτα ειδολογικά πεζά, τα οποία συνδέουν οργανικά ή ελλειπτικά την ιστορική τους ύλη με τη γλώσσα και με τον τόπο της αναφοράς τους. Ξεκινώ κάπως απότομα για να προλάβουμε να καταλήξουμε σε μια έστω στοιχειώδη σύνθεση.

Το πρώτο μυθιστόρημα της Βασιλικής Πέτσα (γεν. 1983) είναι ένα μακρύ ταξίδι στον χώρο και τον χρόνο: μια αναμέτρηση με δεκάδες χρονολογίες του 20ού και του 21ου αιώνα και μια περιπλάνηση σε πολλαπλούς τόπους κατά τη διάρκεια του ίδιου διαστήματος. Το μείζον γεγονός στο Δέντρο της υπακοής (2018) είναι η διαψευσμένη Οκτωβριανή Επανάσταση είτε εν τη γενέσει της είτε κατά την πορεία των μεταμορφώσεών της και οι ιστορίες που το συναποτελούν εναλλάσσονται κυκλικά στην αφήγηση και φτάνουν συχνά μέχρι το άμεσο παρόν, όπου ο χρόνος αποκτά μιαν απτή, πολύ οικεία διάσταση, χωρίς πάντως να χάνει ποτέ την ιστορικότητά του.

Με το μυθιστόρημά του Πότε διάβολος πότε άγγελος (2021) ο Κώστας Ακρίβος (γεν. 1958) θα βρει μια ισορροπία ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα του Καραϊσκάκη, επιμένοντας περισσότερο στα προσωπικά και τα εσωτερικά χαρακτηριστικά του. Επιπλέον, ο Ακρίβος σπεύδει να αποτυπώσει τη μεταθανάτια τύχη του Καραϊσκάκη στις εικόνες της δημόσιας ιστορίας (πίνακες ζωγραφικής, μνημεία, τελετές μνήμης), όπως και να συνδέσει τον μεγάλο ήρωα με ένα πραγματικό και αυτοβιογραφικό, πλην απολύτως αφανές, πρόσωπο: τον Μήτρο Αγραφιώτη, που ήταν προπάππος του.

Με το μυθιστόρημα Το χιόνι των Αγράφων (2022) ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης (γεν. 1970) στρέφεται στο παρελθόν της Αριστεράς με ιστορίες τοποθετημένες στο πλαίσιο της Ταξιαρχίας Αόπλων Ρούμελης. Ιστορίες που εντάσσονται σε ένα μυθιστόρημα με ισάριθμους σπονδύλους, αλλά που θα μπορούσε κάλλιστα να λειτουργήσουν και ως σύνολο διηγημάτων με ομόκεντρο άξονα. Εκείνοι που πρωταγωνιστούν εδώ είναι ανώνυμα πρόσωπα της εμφυλιακής υπαίθρου, που βρέθηκαν στις τάξεις της Αριστεράς χωρίς να έχουν ασπαστεί ακριβώς την ιδεολογία της ή και δίχως καν να ξέρουν πώς συνέβη και πιάστηκαν στο ρεύμα της.

Ο Κώστας Κατσάπης (γεν. 1973) είναι ιστορικός και τα ενδιαφέροντά του συγκεντρώνονται, μεταξύ άλλων, σε θέματα δημόσιας ιστορίας (πάλι η δημόσια ιστορία), κουλτούρας του Ψυχρού Πολέμου και ιστορίας της νεότητας. Τονίζω τη δημόσια ιστορία γιατί τα δεκαπέντε διηγήματα τα οποία συγκεντρώνονται στο βιβλίο του Κατσάπη Αυστραλία. Η επιστροφή (2024) θέλουν να ανταποκριθούν σε μια από τις πιο δύσκολες πτυχές της, την ιστορική καθημερινότητα. Ο Κατσάπης θα δέσει το νήμα της μυθοπλασίας των διηγημάτων με το ίχνος της μικρο-ιστορίας, της αυτοβιογραφίας και της ego histoire – της αφήγησης του ιστορικού για το αντικείμενό του μέσω της επικέντρωσης στην ιστορία του εαυτού του και του περίγυρού του.

Με το πρώτο μυθιστόρημά του Νικήτρια σκόνη (2024), τμήμα της διδακτορικής του διατριβής στη Δημιουργική Γραφή του Πανεπιστημίου του Σαουθάμπτον, ο Κώστας Καλτσάς (γεν. 1977) συνενώνει σε ένα σώμα τα ιστορικά μυθιστορήματα για τον Εμφύλιο, γραμμένα από συγγραφείς γεννημένους δεκαετίες μετά τη λήξη του και τα μυθιστορήματα που εστίασαν στην οικονομική κρίση από το 2010 και εφεξής και έχουν επίσης γραφεί από νεότερους συγγραφείς.

Με το μυθιστόρημα Ο αγνοούμενος του Ματαρόα (2025), ο Νίκος Αμανίτης χρησιμοποιεί τα τεκμήρια της επισταμένης του έρευνας για να μας συστήσει τον ζωγράφο Νίκο Μπαλόγιαννη. Γεννημένος το 1911, φεύγει στη Γαλλία το 1938 για να σπουδάσει στην Μποζάρ, θα επιστρέψει στην Ελλάδα για να πάρει μέρος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και θα επανακάμψει στη Γαλλία το 1945 με το Ματαρόα, μια κιβωτό τότε του επιστημονικού και του καλλιτεχνικού μέλλοντος. Στη μυθιστορηματική αφήγηση ενσωματώνονται χειρόγραφα, έγγραφα, ημερολόγια και αποκόμματα εφημερίδων. Ενα docfiction που φλερτάρει με την Ιστορία, με την τέχνη και με το μυθιστόρημα.

Η νουβέλα του Κώστα Σωτηρίου (γεν. 1958) Σταματία, το γένος Αργυροπούλου (2025) έπεται της θεατρικής εκδοχής και διασκευής του 2014, η οποία γνώρισε μεγάλη επιτυχία, αναδεικνύοντας την κωμικοτραγική διάσταση του μονολόγου της πρωταγωνίστριας, τις ψυχολογικές της παλινδρομήσεις, αλλά και ένα πορτρέτο πολύ κοντά στην καρικατούρα, το οποίο δεν αφαιρεί, παρ’ όλα αυτά, την ανθρώπινη υπόσταση της Σταματίας ούτε διαγράφει τα έκτυπα κοινωνικά χαρακτηριστικά της. Ο συγγραφέας της επιφυλάσσει την κατανόηση και ένα είδος τρυφερότητας. Τρυφερότητα που επιζητεί την αναγωγή της στο ιστορικό πλαίσιο της Μικρασιατικής Καταστροφής, της μεταξικής δικτατορίας, της Κατοχής, του Εμφυλίου, της μεταπολεμικής περιόδου και της χούντας του 1967.

Το τρίτο στη σειρά βιβλίο της Ελισάβετ Χρονοπούλου (γεν. 1961), υπό τον τίτλο Επί σκοπώ πλουτισμού (2025), επανέρχεται στη βία και στην αγριότητα της Κατοχής της δεύτερης συλλογής διηγημάτων της, εστιάζοντας πλέον στο ζήτημα των δωσίλογων (τουλάχιστον παρόμοιο με τις επιχειρήσεις προσωπικής ωφέλειας και με τον μαυραγοριτισμό) και σχηματίζοντας, αν συνυπολογίσουμε τα δύο προηγούμενα βιβλία, μια τριλογία για τη βία, οξύτερη, αθλιότερη και πιο ανατριχιαστική κάθε φορά που γίνεται ένα βήμα βαθύτερα στο παρελθόν. Η συγγραφέας θα περάσει τώρα στο μυθιστόρημα, συμπυκνώνοντας τα θέματα και τις αφηγηματικές τεχνικές της σε ένα πλαίσιο που συμπεριλαμβάνει δύο κατηγορίες: από την πολιτική βία του παρελθόντος ή από την πίεση της μεταμνήμης (από τον τρόπο με τον οποίο κληροδοτούνται τα τραύματα και οι ενοχές για το ατομικό μα και για το συλλογικό κακό από γενιά σε γενιά) μέχρι τη συνομιλία μιας κατά βάσιν ρεαλιστικής μυθοπλασίας, με πραγματικά πλην πειραγμένα ιστορικά υλικά από τη μία πλευρά· από την άλλη μεριά, τον συνδυασμό με τον κόσμο της φαντασίας ή μάλλον με τη δύσκολη πραγματικότητα των ψευδαισθήσεων και της σύγχυσης όταν ο ήρωας καλείται να αντιμετωπίσει ευθύνες από μια εποχή προς την οποία επί δεκαετίες πίστευε πως δεν όφειλε το παραμικρό.

Ο Μιχάλης Μιχαηλίδης (γεν. 1969) θα περάσει με την Τελευταία πλεκτάνη (2025) σε μια μυθοπλαστική ανασύσταση ακόμα μια φορά της Σοβιετικής Ενωσης, η οποία εκκινεί από τα προανακρούσματα του 1917 και ολοκληρώνεται με τον θάνατο του Στάλιν το 1953. Μέσα από την εξιστόρηση της ζωής του αντισοβιετικού γιατρού Σαβίριν Ροντιόν Αντόνοβιτς (επινοημένο πρόσωπο), ο συγγραφέας θα ανατρέξει, βασισμένος σε πολλαπλές αναδρομές, στην οικονομική, την κοινωνικοπολιτική και την ιδεολογικοπολιτική σοβιετική ιστορία, χρησιμοποιώντας ένα πυκνό και εξαιρετικά ογκώδες πραγματικό υλικό. Ενα κλίμα συγκρατημένης κωμωδίας διατρέχει στο σύνολο το βιβλίο του Μιχαηλίδη, που επιχειρεί να βάλει ένα αντίβαρο αποφόρτισης στη σκοτεινιά και στην αγριάδα της ιστορικής του τεκμηρίωσης.

Την κοινωνική, την πολιτική, την οικονομική, την ταξική, την πολιτισμική ιστορία, καθώς και την ιστορία φύλων της Κύπρου από την αγγλική κυριαρχία της δεκαετίας του 1950 μέχρι και τις ημέρες μας διατρέχει το δεύτερο μυθιστόρημα της Κωνσταντίας Σωτηρίου (Λευκωσία, 1975) υπό τον τίτλο Η κεφαλή του Τσάτσγουερθ (2025). Η αρχαιολογία, η οικονομία, η ασύμμετρη πάλη των φύλων και η παλαιά και η σύγχρονη ιστορία των γυναικών στο Μιτσερό δεν θα ξεφύγουν ποτέ προς την κατάχρηση του γλωσσικού ιδιώματος, που γίνεται συνετά και περιορισμένα, αποφεύγοντας και την έντονη προφορικότητα.

Ο Αρθούρος Ρεμπώ βρέθηκε στην Κύπρο το 1878 ως ακαταμάχητος ποιητής, αλλά και ως εξ επαγγέλματος τυχοδιώκτης. Εκεί θα τον συναντήσει με τη δεύτερη νουβέλα της Μη γράφετε Αρθούρος (2025) η Νάσια Διονυσίου (Λευκωσία, 1979). Τα χρόνια του Ρεμπώ στο νησί είναι και τα χρόνια των απαρχών της αγγλοκρατίας. Πιθανός εγκληματίας και ύποπτος για έναν πρόσφατο φόνο, αδίστακτος στις επιδιώξεις του μα και έντρομος για την τύχη η οποία του επιφυλάσσεται παντού στον κόσμο, ο Ρεμπώ δεν είναι πια ο επαναστάτης που υποσχέθηκε άλλοτε η ποίησή του, η μοναχικότητα, όμως, και ο ατομισμός του, μαζί με ένα πνεύμα που μοιάζει ικανό έστω και υπογείως να απεμπολήσει οποιαδήποτε τάξη, αποτελούν το αντίβαρο για τη σαρκοβόρα διοικητική μηχανή των Αγγλων.
Να βάλω σε μια πιο οργανωμένη τάξη τα όσα προηγήθηκαν; Από το δειγματολόγιό μου προκύπτει ένα σίγουρα αναπροσανατολισμένο ιστορικό μυθιστόρημα, κάποτε και σπονδυλωτό, που είτε συγκεράζεται με αφηγήσεις για την περίοδο της ελληνικής οικονομικής κρίσης, προχωρώντας επιπλέον σε διάλογο με το ιστορικό παρόν ή με έναν ελεύθερο ιστορικό χρόνο πολλαπλών γεωγραφικών κατανομών, είτε εκτρέπεται προς τη μυθιστορηματική βιογραφία με αυτοαναφορικό-γενεαλογικό χαρακτήρα, συμπλέοντας πάντως επίμονα με τις σύγχρονες ιστοριογραφικές έρευνες και αποφεύγοντας τις ψευδο-ιστορικές γλωσσικές αναπλάσεις. Ενδεχομένως το ιστορικό μυθιστόρημα να υποχωρεί (τείνοντας να μεταλλαχθεί ως γένος) προς άλλοτε σύντομες και επιτόπιες και άλλοτε μακρές και εποπτικότερες αφηγήσεις με παραμέτρους Doc-fiction, αλλά και μικρο-ιστορίας ή λελογισμένων και, πρωτίστως, δραματουργικά νόμιμων παραπομπών σε καθορισμένα ιδιώματα, χωρίς να αποκλείεται να μεταπλάθει την Ιστορία μόνο σε ψυχολογικό-γλωσσικό φόντο και σε διάχυτη κοινωνικοπολιτική ατμόσφαιρα, πιθανόν και σε αφορμή για τον επαναφωτισμό άβολων, για την ακρίβεια μαύρων, ιστορικών στιγμών μέσω μιας γλώσσας μυθοπλαστικά πειραγμένων τεκμηρίων.
Εκείνο που ισχύει σίγουρα σε ένα τέτοιο νέο μοίρασμα της τράπουλας είναι οι διακειμενικές διαδρομές, οι περίτεχνες τεχνικές της αφήγησης, το μνημειακό, το πολιτισμικό και το καθημερινό πεδίο της δημόσιας ιστορίας, το παιχνίδι των προφορικών και των γραπτών μαρτυριών, ακόμα και η ιστορία των φύλων και των γεύσεων, γιατί όχι και η απόξεση/ανάξεση μεταμνημονικών ιστορικών τραυμάτων ή και η διακωμώδηση δραματικών ιστορικών καταστάσεων.
* Ο Β. Χατζηβασιλείου είναι κριτικός λογοτεχνίας στην εφημ. Το Βήμα της Κυριακής
