ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε μια εξαιρετικά ρευστή εργασιακή συνθήκη, μέσα σε μια αρκετά σταθερή και σταθερά προσανατολισμένη στην Ακροδεξιά, τον συντηρητισμό και τη μισαλλοδοξία πολιτική πραγματικότητα, το θέατρο (ή έστω, αυτό το θέατρο) αναλαμβάνει να μας επαναφέρει πίσω στα θεμελιώδη ερωτήματα και συναισθήματα. Αυτό ακριβώς κάνει ο Μιχάλης Πητίδης στην παράσταση «Τι να κάνουμε: Ιστορίες για την αναμονή της Αποκάλυψης», σε δική του σύλληψη και σκηνοθεσία, που παρουσιάζεται για ελάχιστες ακόμα παραστάσεις στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου ως το «Σκίτσο 5: Η γλώσσα της εξέγερσης». Ακριβώς γιατί η παράσταση του Πητίδη δεν ξεκινά από μια ιστορία· ξεκινά από μια συνθήκη: την αίσθηση ότι ζούμε σε έναν κόσμο που προχωρά χωρίς εμάς και σε μια εποχή όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται «στο όνομά μας», αλλά χωρίς τη συμμετοχή μας και όπου η έννοια της γλώσσας –και ιδιαίτερα της «γλώσσας της εξέγερσης»– παύει να είναι εργαλείο επικοινωνίας και γίνεται πεδίο σύγκρουσης.

Από την παράσταση του Μ. Πητίδη «Τι να κάνουμε;» | @Ελίνα Γιουνανλή
Από την παράσταση του Μ. Πητίδη «Τι να κάνουμε;» | @Ελίνα Γιουνανλή

Το ενδιαφέρον είναι πως δεν είναι ακόμα μία θεατρική αφήγηση περί κρίσης. Το έργο αρθρώνεται πάνω σε μια πιο σκληρή διαπίστωση: ότι η κόπωση, ο θυμός και η αίσθηση αδυναμίας δεν είναι παροδικά φαινόμενα, αλλά μόνιμα χαρακτηριστικά της σύγχρονης κοινωνικής εμπειρίας. Οι ήρωες δεν αναζητούν απλώς λύσεις, αλλά παλεύουν να κατανοήσουν πώς φτάσαμε ώς εδώ και αν υπάρχει πραγματικά «επόμενο βήμα» ή απλώς η διαρκής αναμονή μιας επικείμενης κατάρρευσης. Ακόμα και η σκηνή μετατρέπεται σε ένα πεδίο διαρκούς διαπραγμάτευσης: μεταξύ ιδιωτικού και συλλογικού, μεταξύ πραγματικότητας και μύθου, απελπισίας και δράσης. Οι χαρακτήρες αλλάζουν ρόλους, θέσεις και ταυτότητες, σαν να δοκιμάζουν διαφορετικά μοντέλα ύπαρξης μέσα σε έναν κόσμο που βράζει, χωρίς να εκτονώνεται. Τελικά, υπάρχει κάτι «να κάνουμε»;

• Το έργο διαπερνά, μεταξύ άλλων, μια αίσθηση αδυναμίας απέναντι στις αποφάσεις που λαμβάνονται για μας. Θεωρείτε πως είναι πολιτική/υπαρξιακή θέση της νεότερης γενιάς ή απλά διαπίστωση της ήττας;

Είναι και τα δύο. Εδώ και κάποιες δεκαετίες οι άνθρωποι νιώθουν ανήμποροι απέναντι στην πολιτική. Οι νεότεροι έχουν την τάση να είναι περισσότερο απαισιόδοξοι, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι είναι παθητικοί σε όσα συμβαίνουν. Οταν δεν υπάρχει αλλαγή, ενώ το κοινό συναίσθημα την έχει ανάγκη, επικρατεί απογοήτευση. Νομίζω, είμαστε ακόμα σε αυτό το σημείο: το σημείο της απογοήτευσης. Πιστεύουμε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι για ν’ αλλάξουμε το παρόν, με αποτέλεσμα σχεδόν κανένας άνθρωπος να μην είναι αισιόδοξος για το μέλλον. Ανά περιόδους οι άνθρωποι μπορεί να ταυτίζονται με κάποιο πολιτικό πρόσωπο ή κόμμα με την ελπίδα ότι θα αλλάξει το σύστημα ή θα τους προσφέρει κάτι που οι ίδιοι δεν μπορούν να διεκδικήσουν. Αλλά σύντομα βυθίζονται πάλι στην ασάφεια και την απαισιοδοξία.

• Η φράση «Τι να κάνουμε;» που διαπερνά την παράσταση είναι ειρωνική, υπαρξιακή ή βαθιά πολιτική; Γιατί έχω την αίσθηση πως έχει αναχθεί σε κανονικότητα; Δεν υπάρχει καμία χαραμάδα φωτός/απάντησης;

Το «Τι να κάνουμε;», έτσι, με ερωτηματικό, είναι ο τίτλος που έδωσε ο Λένιν στο βιβλίο του, στο οποίο αναλύει τον τρόπο οργάνωσης του επαναστατικού κόμματος. Μπορεί να γίνει δηλαδή μια ερώτηση-εργαλείο.

Αν θες να την απαντήσεις, θα σε αναγκάσει να οργανώσεις τη σκέψη σου. Και θα προκαλέσει κυρίως και άλλα ερωτήματα, όπως το πώς φτάσαμε ώς εδώ. Και μόνο να τη θέσει κάποιος είναι μια δήλωση ανάγκης να δει το μέλλον πιο αισιόδοξα ή έστω διαφορετικά.

• Εσείς προσωπικά ποια ιστορική στιγμή θυμάστε; Ρωτώ, καθώς προς το τέλος της παράστασης, όλοι οι επί σκηνής μοιράζονται μια τέτοια ανάμνηση.

Νομίζω πως τα γεγονότα της περιόδου 2010-2015 είναι αυτά τα οποία θυμάμαι περισσότερο. Η χώρα άλλαξε συνολικά έξι διαφορετικούς πρωθυπουργούς τότε. Ηταν μια πενταετία που σημάδεψε το τέλος μιας εποχής και την έναρξη μιας νέας, που μας έχει φέρει στις κοινωνικές συνθήκες που ζούμε τώρα. Μέσα στην περίοδο αυτή υπάρχουν πολλές καθοριστικές στιγμές αλλά λειτουργούν σαν κρίκος μιας αλυσίδας. Συνήθως εστιάζουμε στην επόμενη τετραετία, ξεχνώντας τι είχε προηγηθεί…

• Ζούμε σε μια εποχή όπου η οργή έχει γίνει θέαμα (σόσιαλ, τηλεόραση). Αυτό οδηγεί σε περαιτέρω ματαίωση ίσως. Και αυτό πού θα οδηγήσει; Εννοώ, πότε η ματαίωση γίνεται πολιτική συνείδηση και πότε απλώς αδράνεια;

Ο θυμός φέρνει πιο πολλά κλικ. Οι αλγόριθμοι των σόσιαλ παρακολουθούν τα γούστα και τις επιθυμίες μας και μας τροφοδοτούν με παρόμοιο υλικό. Ετσι κινούμαστε, χωρίς ακριβώς να το καταλαβαίνουμε, μέσα σε φούσκες που αναπαράγουν αυτό που ήδη ξέρουμε, αυτά που ήδη πιστεύουμε – τίποτα καινούργιο, τίποτα που να μας ανοίξει κάτι νέο, μια σκέψη, κάποια εικόνα που δεν μας είναι οικεία. Με αυτόν τον τρόπο μάς αποκλείουν από έναν τεράστιο όγκο πληροφορίας που περιέχει όλα όσα δεν γνωρίζουμε. Ενώ, λοιπόν, μοιάζει να έχουμε απεριόριστη πρόσβαση σε πληροφορία, λίγα πράγματα τελικά από αυτά που συναντάμε προκαλούν αυτά που ήδη γνωρίζουμε, θέτοντάς τα σε αμφισβήτηση. Οπότε, αφού δεν υπάρχει «αντίλογος», οι πεποιθήσεις μας γίνονται όλο και περισσότερο άκαμπτες. Ετσι η οργή, που δυνητικά έχει ριζοσπαστική δύναμη και μπορεί να προκαλέσει την αλλαγή, δεν αλλάζει πλέον τον κόσμο. Δεν μετασχηματίζεται σε κινητική ενέργειας μεταμόρφωσης. Αντιθέτως, λειτουργεί ευνοϊκά για τις μεγάλες εταιρείες και το σύστημα εξουσίας. Μετά τον Ομπάμα, λίγοι πίστευαν ότι μπορεί να κερδίσει τις εκλογές κάποιος σαν τον Τραμπ. Η οργή όμως, κυρίως στο ίντερνετ, συσπείρωσε τον κόσμο γύρω από τους πιο σκοτεινούς φόβους του. Το ίδιο συμβαίνει τώρα και στην Ευρώπη.

• Ακούσαμε Ρεμπό στο τέλος της παράστασης, ενώ ξεκινήσαμε ακούγοντας όνειρα/εφιάλτες με τρόπο που δεν έχει ηλικία τελικά. Οπότε, αν όλοι μας είμαστε στο ίδιο ουσιαστικά πλαίσιο, παρά τις όποιες διαφορετικές εμπειρίες και λόγω ηλικίας, ποιος ευθύνεται για το πώς φτάσαμε ώς εδώ; Υπάρχει παραπέρα;

Η νεότητα δεν είναι θέμα ηλικίας. Η νεότητα έχει να κάνει με τη σκέψη. Με τη φρεσκάδα της φαντασίας, την επιθυμία ν’ αλλάξεις αυτό που ζεις, να αμφισβητήσεις αυτό που συμβαίνει. Να κινείσαι στα όρια. Η ευθύνη δεν μπορεί να αποδοθεί σε ένα πρόσωπο, ούτε να περιοριστεί σε μια αιτία. Το ίδιο ισχύει και για το πώς θα πάμε παραπέρα.

Είναι ο τρόπος με τον οποίο συνυπάρχουμε. Αν μπορούμε να φτιάξουμε μια συνθήκη, όπου η αλληλεγγύη και η κατανόηση μπορούν να έχουν την προτεραιότητα στις σχέσεις μας – από αυτό εξαρτάται.

ℹ️ Για ακόμα τρεις παραστάσεις: Παρ. 27, Σάββ. 28 και Κυρ. 29/3 στις 20.30, στο θέατρο «Δίπυλον» (όπου γίνονται πλέον οι παραστάσεις της Πειραματικής Σκηνής – Καλογήρου Σαμουήλ 2 & Διπύλου, Κεραμεικός, τηλ.: 2103230803). Παίζουν οι: Γιάννης Βάρσος, Τίτος Γρηγορόπουλος, Βασίλης Καραμπούλας, Κατερίνα Κρίστο, Γιώργος Ματζιάρης, Νεφέλη Παντερμαλή, Βιβή Πέτση, Θάλεια Σταματέλου. |  Εισιτήρια: n-t.gr