ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν είναι διόλου άγνωστος στο θέατρό μας ο σημαντικός Αργεντινός συγγραφέας και σκηνοθέτης Μαριάνο Πενσότι. Εργο του είχαμε για πρώτη φορά πριν από περίπου 12 χρόνια, στο πλαίσιο ενός φεστιβάλ που οργάνωνε τότε η Στέγη για τις δραματουργίες των μακρινών χωρών της Λατινικής Αμερικής. Και ύστερα πάλι το 2019, όταν τον γνωρίσαμε στην εκδοχή του μυθοπλάστη/ντοκιμαντερίστα, καθώς ο ίδιος, εφορμώντας από την πολύμηνη διαμονή του στην Αθήνα, επιχείρησε να αποτυπώσει κινηματογραφικά το δικό του «μακρινό» βλέμμα στη δική μας κοντινή και αόρατη πόλη.

Φέτος τον ανακαλύπτουμε πάλι σε μια διαφορετική εκδοχή του δημιουργικού εαυτού του. Είναι ένας Πενσότι που επιχειρεί να διαρρήξει τα όρια μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, ντοκουμέντου και μυθοπλασίας, δημιουργώντας μια φανταστική ιστορία, που θα μπορούσε να είναι αληθινή, και μια αληθινή ιστορία, που θα μπορούσε να βρίσκεται στη φαντασία μας. Αυτή η μεταιχμιακή δραματουργία, στο κατώφλι της σκηνής και της πραγματικότητας, βρίσκεται ασφαλώς κοντά στην παράδοση του ισπανικού θεάτρου που ζητούσε να μιλήσει κάποτε για τον κόσμο μέσα στην ομίχλη ενός ονείρου. Μα ο Πενσότι φέρνει αυτή την παράδοση κοντά μας, την κάνει σύγχρονη και -κυρίως- της δίνει, πέρα από το όποιο κοσμοείδωλο, το όραμα μιας ολιστικής ζωής.

Η ιστορία

Η υπόθεση της «Αχόρταγης σκιάς» λέει πάνω-κάτω το εξής: Ο Γιώργος Σταματιάδης, ορειβάτης και γιος ενός θρυλικού αλπινιστή που εξαφανίστηκε το 1989 κατά την ανάβασή του στην Αναπούρνα (στα Ιμαλάια), επιστρέφει το 2021 στο ίδιο βουνό, επιχειρώντας να ολοκληρώσει τη διαδρομή που σημάδεψε τη ζωή του. Κατά τη διάρκεια της ανάβασης όμως θα του συμβεί ένα απρόσμενο γεγονός, που θα μετατρέψει την προσωπική του διαδρομή σε παγκόσμια είδηση, προσδίδοντάς της σχεδόν μυθικές διαστάσεις.

Δύο χρόνια αργότερα η ιστορία του μεταφέρεται εκ νέου στον κινηματογράφο. Τον ρόλο του Σταματιάδη αναλαμβάνει τώρα ο Μάνος Ρούσσος, ένας ηθοποιός σε δημιουργική στασιμότητα, για τον οποίο η συμμετοχή στην ταινία λειτουργεί σαν σημείο καμπής. Καθώς ο τελευταίος προσεγγίζει τον ρόλο, θα ανακαλύψει απροσδόκητες συγγένειες με τον άνθρωπο που καλείται να υποδυθεί.

Πριν προχωρήσουμε παρακάτω, ας σταθούμε σε αυτό: Οπως γίνεται φανερό, το έργο του Πανσότι ανεβαίνει στη Στέγη όχι ως προϊόν μιας συμβατικής «μετάφρασης», αλλά ως αποτέλεσμα μιας ουσιαστικότερης μεταγραφής του στα «καθ’ ημάς» από τη Μαρία Χατζηεμμανουήλ, υπό την επίβλεψη του ίδιου του συγγραφέα και κατόπιν ανάθεσης της Στέγης. Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί ελληνική εξαίρεση: και στις πρόσφατες παρουσιάσεις του έργου στη Γαλλία και την Αυστρία ακολουθήθηκε αντίστοιχη πρακτική προσαρμογής στα τοπικά πολιτισμικά και γλωσσικά συμφραζόμενα.

Αυτή η ελεύθερη συνομιλία της «Σκιάς» με την εκάστοτε «πραγματικότητα» της χώρας που την υποδέχεται είναι ασφαλώς γόνιμη, δημιουργική, μα και πολύ διασκεδαστική. Νομίζω μάλιστα ότι σημαίνει κι άλλα, περισσότερα. Θυμίζει την ανάλογη δημιουργική συνδιαλλαγή μεταξύ πρωτογενούς υλικού και ξένων συντελεστών με τους ντόπιους καλλιτέχνες μας στην περίπτωση του «Οιδίποδα» που είδαμε πρόσφατα στον χώρο πάλι της Συγγρού. Πρόκειται για μια βαθιά και επαναστατική οπτική της ίδιας της έννοιας της «πρόσληψης». Μέχρι πρόσφατα το ανέβασμα ενός νέου ξένου έργου σήμαινε κυρίως τη διά γλώσσης μεταφορά του στο θέατρό μας. Τώρα πια μοιάζει να αφορά την κυριολεκτική μεταφορά των ίδιων των δημιουργών του, τη δυναμική επικοινωνία τους με τους εγχώριους καλλιτέχνες, ώστε με αφορμή το έργο και την παράσταση να αναπτυχθεί μια ευρύτερη κοινότητα γύρω από αυτό. Πρόκειται για έναν καλλιτεχνικό διάλογο άλλου βαθμού, άλλου επιπέδου, και άλλης τελικά εποχής.

Ο «Πατέρας»

Οπως είπαμε παραπάνω, η «Αχόρταγη σκιά» μπορεί να σημαίνει πολλά. Το ίδιο το «βουνό», πρώτα, σαν σύμβολο της αδυσώπητης επιθυμίας του Ανθρώπου για τη συνάντηση με τα ύψη της φύσης και τα βάθη του εαυτού. Το πρόσωπο του «Πατέρα», έπειτα, σαν κέντρο αναφοράς κάθε απόπειρας να ξεπεραστεί ή/και να απορριφθεί ένα πρότυπο στην ενηλικίωση ενός άνδρα. Την πρόθεση της «Τέχνης» μετά, στο να μιμηθεί αλλά και να υπερβεί το μοντέλο τής γύρω πραγματικότητας που την εμπνέει αλλά και την περιορίζει.

Σε κάθε περίπτωση ο Πενσότι μοιάζει να επεξεργάζεται μια μορφή «μυθοπλαστικής ντοκιμαντερίστικης αφήγησης», στην οποία το υλικό παρουσιάζεται σαν αληθινό ενώ παραμένει σε μεγάλο βαθμό κατασκευασμένο, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την ίδια την έννοια της αλήθειας. Η ιστορία του εξελίσσεται έτσι σε ένα παλίμψηστο αφηγήσεων, όπου το βίωμα, η μνήμη και η αναπαράσταση διασταυρώνονται και αλληλοαναιρούνται. Ταυτόχρονα το έργο του εγγράφεται σε μια ευρύτερη θεματική που διατρέχει το σύνολο της δουλειάς του: τη συγκρότηση της ταυτότητας μέσα από την αφήγηση. Ετσι, η «αχόρταγη σκιά» του τίτλου δεν αφορά μόνο το φυσικό τοπίο ή την απώλεια. Αφορά τους ίδιους τους μηχανισμούς της μνήμης, της αφήγησης και της καλλιτεχνικής αναπαράστασης: εκεί όπου η πραγματικότητα διαρκώς μετατοπίζεται, αφήνοντας πίσω της ένα ίχνος που είναι ταυτόχρονα αληθινό και κατασκευασμένο.

Κι όμως όλα τα παραπάνω μένουν στο έργο του Πενσότι επιτυχώς ανολοκλήρωτα. Το ίδιο έργο θα μπορούσε εύκολα να κυλήσει στο είδος του υπαρξιακού δράματος ή του συμβολισμού – κι ωστόσο, παραμένει στον αφρό της διασκεδαστικής αν όχι και ελαφράς αφήγησης, με το ελάχιστο ίχνος σοβαροφάνειας ή διανοουμενισμού να έχει απομακρυνθεί από τους ιστούς της. Στη θέση τους βλέπουμε το εξής: ηθοποιούς να ερμηνεύουν ρόλους που ερμηνεύουν αντιστρόφως τους ίδιους… Αν το καλοσκεφτούμε, η δομή του έργου του Αργεντινού συγγραφέα αποκτά κάτι από εκείνα τα μαθηματικά «φράκταλ»: ένα θέατρο μέσα στο θέατρο που δεν λειτουργεί σαν απλό εύρημα αλλά σαν μηχανισμός επανάληψης και μετατόπισης της ίδιας ιστορίας σε διαφορετικές κλίμακες.

Ευαισθησία

Μα, είπαμε, δεν χρειάζονται καθόλου όλα αυτά. Αρκεί που δυο ηθοποιοί παίζουν μπροστά μας θέατρο παίζοντας «το θέατρο», μπαίνουν και βγαίνουν σε αυτό χωρίς να σταματούν να παίζουν τους εαυτούς ή τους ρόλους τους… Αν προσθέσουμε την κομψή ευαισθησία του συγγραφέα, που αγγίζει θέματα από την οικολογία μέχρι την προσωπική ολοκλήρωση και τη σχέση της αλήθειας με τον μύθο, προκειμένου να δείξει πως τίποτα από τα επιμέρους δεν βρίσκει το νόημά του αν δεν συνδεθεί με τα υπόλοιπα, φτάνουμε σε μια παράσταση που πληροί τον παλιό Χρυσό Κανόνα του θεάτρου: υψηλή πνευματική συγκίνηση μετά της άδολης ψυχαγωγίας. Σκηνικά και κοστούμια της Μαριάννα Τιράντε, μουσική του Ντιέγκο Βάινερ, φωτισμοί του Ντέιβιντ Σέλντες. Στην ελληνική εκδοχή συνεργάζεται η σκηνοθέτρια Γιολάντα Μαρκοπούλου.

Εδώ έχουμε δύο νέους και ήδη αναγνωρισμένους ηθοποιούς, τον Γιάννη Νιάρρο και τον Κώστα Νικούλι, να συνδέονται επί σκηνής ως εντός, εκτός και επί τα αυτά πρόσωπα του θεάτρου. Ο Νικούλι υποδύεται τον Γιώργο Σταματιάδη απλά και ουσιαστικά, με τρυφερό βλέμμα στο πρόσωπό του. Και ο Νιάρρος αποδίδει θαυμάσια τον ηθοποιό που επιθυμεί να συνδεθεί με την τέχνη του – όταν η πραγματικότητα τον τραβά από το μανίκι. Οι δυο τους όμως γίνονται στο τέλος ένα, «μια φωνή». Είναι αυτό ίσως το πιο αισιόδοξο μήνυμα του έργου: Δεν υπάρχουν πιθανόν ασφαλή στεγανά μεταξύ τέχνης και πραγματικότητας. Μα δεν πειράζει. Η ζωή δεν περιγράφεται ίσως παρά μόνο με την επιθυμία του ανθρώπου να ζήσει.