Η θριαμβευτική πρεμιέρα του «Killer Joe» στο Σικάγο το 1993 ανακοίνωσε αμέσως την άφιξη του Τρέισι Λετς ως ακόμη ενός συγγραφέα πρόθυμου να οδηγήσει το αμερικανικό θέατρο σε περιοχές που άλλοι συμπατριώτες του προτιμούσαν να αποφύγουν. Με φόντο ένα άθλιο τροχόσπιτο στο Τέξας και μια πλοκή που θα μπορούσε εύκολα να ανήκει στο είδος του pulp noir, το έργο επιχειρεί την γκροτέσκα μείξη οικογενειακού μελοδράματος, θρίλερ εγκλήματος και άγριας μαύρης κωμωδίας.
Είχαμε ξανασυναντήσει το έργο πρόσφατα, το 2020, στο «Θέατρο Εμπορικόν», στη σκηνοθεσία του Δημήτρη Στάνκογλου, σε μια συγκυρία που είχε και τότε την ιδιαίτερη ειρωνεία της. Και τότε το έργο ανέβαινε σε μια περίοδο που θα μπορούσε να περιγραφεί σαν «εποχή Τραμπ». Η ατμόσφαιρα έμοιαζε να ευνοεί την επιστροφή σε έργα που φωτίζουν το σκοτεινό υπόγειο της αμερικανικής οικογένειας, με τη βία, την απελπισία και την οικονομική ασφυξία να συμπλέκονται σε δυστοπικό ψυχικό τοπίο. Το «Killer Joe» λειτουργούσε και λειτουργεί όχι μόνο σαν ωμή μαύρη κωμωδία, αλλά και σαν επίκαιρος καθρέφτης μιας εποχής πλήρους πολιτικής έντασης και κοινωνικής κυνικότητας.
Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται η οικογένεια Σμιθ – απελπισμένη, φτωχή και ηθικά χαμένη. Οταν ο αφελής και μάλλον περιορισμένων δυνατοτήτων γιος της, Κρις Σμιθ, προσλαμβάνει τον Τζο Κούπερ, έναν αστυνομικό ντετέκτιβ που εργάζεται παράλληλα ως πληρωμένος δολοφόνος, για να δολοφονήσει την αποξενωμένη μητέρα του ώστε να εισπράξουν τα χρήματα της ασφάλειας ζωής της, το σχέδιο μοιάζει αφοπλιστικά απλό. Μα ο Τζο θα θέσει έναν όρο: απαιτεί κάποια εγγύηση πριν αναλάβει τη δουλειά. Κι αυτή δεν είναι άλλη από την αγαθή μικρότερη αδελφή του Κρις, την Ντότι. Από εκείνη τη στιγμή η συμφωνία μετατρέπεται σε σκοτεινό παιχνίδι εξουσίας, η όποια οικογενειακή σχέση υποχωρεί μπροστά στη συναλλαγή και η λούμπεν απελπισία των προσώπων γεννά ολοένα και πιο βίαια τέρατα.
Εκρήξεις σκληρότητας
Ακολουθώντας τη γενεαλογία των Αμερικανών συγγραφέων-ηθοποιών και στα βήματα των Τενεσί Ουίλιαμς και Φόκνερ, ο Λετς γράφει καταρχάς με εξαιρετική αίσθηση της αμερικανικής καθομιλουμένης. Ο διάλογός του κινείται ανάμεσα σε στιγμές νωθρής κοινοτοπίας και αιφνίδιων εκρήξεων σκληρότητας, ενώ οι χαρακτήρες του περιστρέφονται σε ένα μείγμα αφέλειας, λαγνείας και απελπισίας.
Μα τίποτα δεν μένει, όπως συνήθως στο αμερικανικό θέατρο, μόνο στη «ρεαλιστική» του πλευρά: το «τροχόσπιτο» του Τέξας -τύπος κατοικίας που συνδέεται με τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα της αμερικανικής επαρχίας, μια δική μας «Αυλή των θαυμάτων»- παύει να λειτουργεί απλώς σαν ρεαλιστικό σκηνικό και μετατρέπεται σε κλειστό θάλαμο πίεσης, με την ψυχολογική και σωματική βία να κλιμακώνεται σταδιακά.
Εκείνο ωστόσο που κάνει το «Killer Joe» τόσο θεατρικά συναρπαστικό δεν είναι παρά ο τρόπος με τον οποίο κατορθώνει να ταλαντώνεται διαρκώς ανάμεσα στο γέλιο και τον τρόμο. Ο Λετς δημιουργεί στιγμές γκροτέσκου χιούμορ για να μετατρέψει λίγα λεπτά αργότερα τους θεατές του σε μάρτυρες της πιο ακραίας ταπείνωσης ή της πιο ενοχλητικής βίας. Ο,τι σχεδόν ταυτόχρονα πρόκειται να αναγνωρίσει η οικουμένη στη συναρπαστική κινηματογραφική γραφή του Ταραντίνο.
Οσο για τον ίδιο τον «κάουμποϊ της Αγριας Δύσης», Τζο, παραμένει ασφαλώς μια από τις πιο εμβληματικές δημιουργίες του Λετς: ήρεμος, ευγενικός και μεθοδικός επαγγελματίας, ασκεί σχεδόν υπνωτιστικό έλεγχο στον χώρο του. Σε αντίθεση με τους παραδοσιακούς «κακούς», σπάνια χρειάζεται να υψώσει τη φωνή του ή να επιδείξει το ρεβόλβερ του. Η εξουσία του προέρχεται από την ήσυχη βεβαιότητα πως η βία παραμένει πάντα μια διαθέσιμη επιλογή.
Με αυτή την έννοια, ο «Τζο» λειτουργεί περισσότερο σαν καταλύτης. Αποκαλύπτει τη σήψη που υπάρχει ήδη μέσα στην οικογένεια – ή εκτός αυτής. Η περίφημη σκηνή ας πούμε του τέλους, όπου η οικογένεια μαζεύεται με τη βία από τον Τζο γύρω από το τραπέζι του δείπνου, διόλου άδικα θεωρείται σαν μια από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές του σύγχρονου αμερικανικού θεάτρου. Ακριβώς εκεί η δραματουργία του Λετς κόβει με την πιο σκληρή ακμή της: αυτό που βλέπουμε είναι η ηθική κατάρρευση μπροστά σε έναν δολοφόνο τον οποίο η οικογένεια πρώτα καλοδέχτηκε και συνήψε δοσοληψίες. Η γύμνωση εξελίσσεται μπροστά μας.
Σήμερα το «Killer Joe» παραμένει ορόσημο της δεκαετίας του 1990 για το αμερικανικό «in-yer-face» θέατρο, κίνημα το οποίο συνδέθηκε κυρίως με Αγγλους συγγραφείς όπως η Σάρα Κέιν ή ο Μαρκ Ρέιβενχιλ. Μα το έργο του Λετς παραμένει την ίδια στιγμή σταθερά «αμερικανικό»: ριζωμένο στον ρεαλισμό των «τροχόσπιτων», στη γοτθική γκροτέσκα ατμόσφαιρα του Νότου και στο μακάβριο χιούμορ μιας κοινωνίας που μοιάζει να έχει χάσει πλέον την επαφή της με τα ηθικά της ερείσματα.
Τη μετάφραση της σκοτεινής μαύρης κωμωδίας στο θέατρο «Αλκμήνη» υπογράφουν η Ντενίς Νικολάκου και ο Ιωάννης Σακαρίδης. Η δουλειά τους κατορθώνει να αποδώσει με ακρίβεια τη σκληρή, σχεδόν τραχιά αμερικανική καθομιλουμένη του έργου, διατηρώντας ταυτόχρονα τον κοφτό νευρικό ρυθμό των διαλόγων του και τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στο χιούμορ και την απειλή.
Τη σκηνοθεσία αναλαμβάνει με μεγάλη επιτυχία ο Αναστάσης Κολοβός. Προσεγγίζει το έργο με καθαρή γραμμή και ρυθμική ακρίβεια, αφήνοντας τη δραματουργία να αναπνεύσει χωρίς περιττές επιδείξεις. Μαζί με τη Ροδιά Δόβρη υπογράφει και την επιμέλεια της κίνησης, η οποία οργανώνει τις σκηνικές εντάσεις και συμβάλλει στην αίσθηση διαρκούς μετεωρισμού των χαρακτήρων. Η πρωτότυπη μουσική του Δημήτρη Ευαγγελινού λειτουργεί σαν ατμοσφαιρικό υπόστρωμα, ενισχύοντας την αίσθηση απειλής που υποβόσκει σε όλη τη διάρκεια της παράστασης. Οι φωτισμοί της Κυβέλης Ζώτου, μαζί με τα σκηνικά και κοστούμια της Ελένη Καλπάκα, συνθέτουν τον ασφυκτικό μικρόκοσμο στον οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία. Στην προετοιμασία των χαρακτήρων συνέβαλε καθοριστικά το «ψυχογράφημα ρόλων» της ψυχολόγου Αθανασίας Κούσουλα, μια ενδιαφέρουσα προσθήκη στη διαδικασία της παράστασης, που φαίνεται να τροφοδότησε τους ηθοποιούς με έναν πιο εσωτερικό τρόπο προσέγγισης των προσώπων.
Αθωότητα και εσωστρέφεια
Οι ερμηνείες είναι επαρκέστατες και λειτουργούν με σαφή αίσθηση συνόλου, αφήνοντας τα πρόσωπα του έργου να αναδυθούν με καθαρότητα και με ένταση. Η Λευκοθέα Καντάνη δίνει στην Ντότι μια εύθραυστη, σχεδόν υπνοβατική παρουσία. Η αθωότητα και η εσωστρέφεια του χαρακτήρα της αποδίδονται με λεπτές μετατοπίσεις στη φωνή και στο σώμα, δημιουργώντας μια μορφή που μοιάζει να κινείται διαρκώς ανάμεσα στην παιδικότητα και σε μια σκοτεινή ωρίμανση που επιβάλλεται βίαια.
Ο Αναστάσης Κολοβός είναι αληθινά σπουδαίος στον ρόλο του Ανσελ, χτίζοντας την αντιφατική φιγούρα πατριαρχικής επιβολής και πατρικής, ταυτόχρονα, απουσίας. Με λιτές κινήσεις και χαρακτηριστική χαλαρότητα στη σκηνική παρουσία του αποτυπώνει εύστοχα την ηθική νωθρότητα του χαρακτήρα. Η Μαρίτα Κωστοπούλου κινείται με αυτοπεποίθηση ως Σάρλα Σμιθ, ανάμεσα στα γκροτέσκα και τα λούμπεν στοιχεία του προσώπου της. Η ερμηνεία της αναδεικνύει τη λαϊκή χυδαιότητα και την ιδιότυπη ζωτικότητα που κάνει τον χαρακτήρα της Σάρλα τόσο απρόβλεπτο και θεατρικά απολαυστικό.
Ο Νικόλας Πανταζής υποδύεται τον Τζο Κούπερ με μια ψυχραιμία που γίνεται σταδιακά απειλητική. Χωρίς εξωτερικές υπερβολές, καταφέρνει να αποδώσει την ψυχρή αυτοπεποίθηση και τον υπόγειο σαδισμό του προσώπου του, δημιουργώντας μια παρουσία που κυριαρχεί στη σκηνή. Τέλος, ο Χρήστος Παρδάλης σαν Κρις δίνει την πειστική εκδοχή του νέου ανθρώπου που κινείται, από πείσμα ή από απελπισία, πέρα από τις δυνατότητές του. Η ερμηνεία του ισορροπεί ανάμεσα στην αφέλεια και την πανικόβλητη επιθετικότητα, αποτυπώνοντας εύστοχα τον τρόπο με τον οποίο ο Κρις παγιδεύεται τελικά στην ίδια την απελπισία του.
Στον μικρόκοσμο αυτόν του «λυόμενου» (το ανάλογο του τροχόσπιτου στα καθ’ ημάς) δεν υπάρχουν ούτε μεγάλες ιδέες ούτε τραγικό μεγαλείο· μόνο άνθρωποι που κινούνται σε έναν κόσμο όπου τα όρια ανάμεσα στη συναλλαγή, την επιθυμία και την επιβίωση έχουν εξαφανιστεί. Ισως γι’ αυτό διατηρεί ακόμη τη δύναμή του. Πίσω από το γκροτέσκο χιούμορ και τη σκοτεινή σκληρότητα του έργου του Λετς διακρίνεται η εικόνα μιας Αμερικής της οποίας το περίφημο κάποτε «όνειρο» μοιάζει σήμερα περισσότερο με εφιάλτη που παίζεται μπροστά μας.
