Τη διεξαγωγή νέας δίκης θα επιδιώξουν η διεθνής Greenpeace και τα γραφεία της Greenpeace στις ΗΠΑ, μετά την απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Βόρειας Ντακότα, που επιδίκασε κατά της περιβαλλοντικής οργάνωσης την καταβολή 345 εκατομμυρίων δολαρίων υπέρ της Energy Transfer (E.T.).
Η υπόθεση αφορά την καταχρηστική αγωγή SLAPP που είχε ασκήσει κατά της Greenpeace η εταιρεία πετρελαιαγωγών Energy Transfer που εδρεύει στο Ντάλας, για συκοφαντική δυσφήμηση και παρότρυνση διαδηλωτών σε εγκληματική συμπεριφορά στον αγωγό Dakota Access, το 2016 και το 2017. Οι ενάγοντες υποστήριξαν ότι η οργάνωση «υποκίνησε» τους ανθρώπους να διαμαρτυρηθούν χρησιμοποιώντας μια «εκστρατεία παραπληροφόρησης» («Φίμωτρο» SLAPP 667 εκατ. δολαρίων στην Greenpeace», «Εφ.Συν.», 24/3/25).
Η απόφαση που εξέδωσε ο δικαστής του Περιφερειακού Δικαστηρίου της Βόρειας Ντακότα ακολούθησε την ετυμηγορία των ενόρκων της 19ης Μαρτίου 2025, η οποία έκρινε τις κατηγορούμενες οντότητες της Greenpeace υπεύθυνες για ζημιά ύψους 667 εκατομμυρίων δολαρίων. Στη συνέχεια, ο δικαστής απέρριψε αρκετά στοιχεία από την ετυμηγορία των ενόρκων, μειώνοντας τη συνολική αποζημίωση σε 345 εκατομμύρια δολάρια, χωρίς βάσιμη νομική αιτιολόγηση, όταν οι αρχικές αξιώσεις της Ε.Τ. με τη συγκεκριμένη αγωγή αφορούσαν 300 εκατομμύρια δολάρια.
Σύμφωνα με δηλώσεις της ανεξάρτητης Επιτροπής Παρακολούθησης της δίκης, «οι κατηγορούμενοι από την πλευρά της Greenpeace θα συνεχίσουν να προβάλλουν τα επιχειρήματά τους, υποστηρίζοντας ότι το Σύνταγμα των ΗΠΑ δεν επιτρέπει την απόδοση ευθύνης στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι η E.T. δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξει τους ισχυρισμούς της, ότι το δικαστήριο έκανε δεκτά άσχετα αποδεικτικά στοιχεία και απέκλεισε άλλα στοιχεία που στήριζαν την υπεράσπιση, και ότι το σώμα των ενόρκων δεν θα μπορούσε να είναι αμερόληπτο».
Παραλογισμός και πρόστιμα
«Ο παραλογισμός αυτής της απόφασης είναι προφανής. Αυτές οι οργανώσεις της Greenpeace κρίθηκαν υπεύθυνες για την υποτιθέμενη καθυστέρηση στην κατασκευή του Dakota Access Pipeline, ενός αγωγού που, μέχρι σήμερα, δεν διαθέτει νόμιμη άδεια λειτουργίας και ο οποίος στην πραγματικότητα καθυστέρησε λόγω των αποφάσεων του Σώματος Μηχανικών του Στρατού των ΗΠΑ.
»Η δικαστική απόφαση χρεώνει δεκάδες εκατομμύρια δολάρια ως πρόστιμο για την υπογραφή μιας επιστολής που συνυπέγραφαν άλλες 500 οργανώσεις και η οποία επαναλάμβανε στοιχεία από εκθέσεις των Ηνωμένων Εθνών. Εάν τα δικαστήρια εξακολουθούν να πιστεύουν στη δικαιοσύνη, αυτή η απόφαση δεν θα παραμείνει σε ισχύ», δήλωσε ο Μάρκο Σίμονς, προσωρινός Γενικός Νομικός Σύμβουλος του αμερικανικού γραφείου της Greenpeace.
Σημειώνεται ότι η Greenpeace στις ΗΠΑ βρίσκεται αντιμέτωπη από το 2017 με τις θρασύτατες αγωγές της Ε.Τ. που κατατέθηκαν στον απόηχο των διαμαρτυριών του 2016 κατά του αγωγού Dakota Access, τις οποίες η Ε.Τ. ισχυρίζεται ότι ενορχήστρωσε η Greenpeace. Η πρώτη αγωγή της Ε.Τ. κατατέθηκε σε ομοσπονδιακό δικαστήριο το 2017 βάσει του νόμου RICO (Racketeer Influenced and Corrupt Organizations Act) –ενός ομοσπονδιακού νόμου των ΗΠΑ που σχεδιάστηκε για τη δίωξη δραστηριοτήτων του οργανωμένου εγκλήματος (μαφίας). Η υπόθεση απορρίφθηκε το 2019, με τον δικαστή να δηλώνει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία υπολείπονταν «κατά πολύ» από αυτά που απαιτούνταν για να στοιχειοθετηθεί μια εγκληματική οργάνωση τύπου RICO.
Η τελευταία καταχρηστική αγωγή SLAPP της E.T. παραμένει μια ακόμη κατάφωρη απόπειρα φίμωσης της ελευθερίας του λόγου, παράκαμψης της ηγεσίας των αυτοχθόνων πληθυσμών του καταυλισμού Standing Rock και τιμωρίας της αλληλεγγύης προς την ειρηνική αντίσταση κατά του αγωγού Dakota Access. Η διεθνής Greenpeace συνεχίζει επίσης να διεκδικεί αποζημιώσεις για τις εκφοβιστικές αγωγές της E.T. βάσει της αντι-SLAPP νομοθεσίας της Ε.Ε. στην Ολλανδία.
«Νταήδες» και ισχυρά κινήματα
«Μέσω των εφέσεων στις ΗΠΑ και της πρωτοποριακής αντι-SLAPP υπόθεσης της διεθνούς Greenpeace στην Ολλανδία, εξετάζουμε κάθε επιλογή ώστε να καταστήσουμε την Ε.Τ. υπόλογη για τις πολλαπλές καταχρηστικές αγωγές της και να δείξουμε σε όλους τους διψασμένους για εξουσία “νταήδες” ότι το μόνο που θα πετύχουν οι επιθέσεις τους θα είναι ένα ισχυρότερο κίνημα των πολιτών», δήλωσε ο Μαντς Κρίστενσεν, εκτελεστικός διευθυντής της διεθνούς Greenpeace.
Είναι πασιφανές ότι απανωτές αγωγές της ET κατά της διεθνούς και της αμερικανικής Greenpeace αποτελούν ξεκάθαρα παραδείγματα αγωγών SLAPP που επιχειρούν να «θάψουν» μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, φορείς της κοινωνίας των πολιτών και ακτιβιστές, κάτω από υπέρογκα δικαστικά έξοδα. Να τους οδηγήσουν στη χρεοκοπία και, τελικά, να φιμώσουν κάθε αντίθετη φωνή.
Η διεθνής Greenpeace, που εδρεύει στην Ολλανδία, επιδιώκει την απονομή δικαιοσύνης στην Ευρώπη, με αγωγή κατά της E.T. βάσει του ολλανδικού δικαίου και της νέας Οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης κατά των αγωγών SLAPP. Αναμφισβήτητα, πρόκειται για μια υπόθεση ορόσημο για την εφαρμογή της νέας νομοθεσίας, η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα ισχυρό προηγούμενο ενάντια στον εταιρικό εκφοβισμό.
Οι αγωγές SLAPP της Energy Transfer αποτελούν μέρος ενός κύματος καταχρηστικών αγωγών που κατέθεσαν τα τελευταία χρόνια εταιρείες του κλάδου των ορυκτών καυσίμων, όπως η Shell, η Total και η ENI, εναντίον γραφείων της Greenpeace. Σε ορισμένες από αυτές τις υποθέσεις, η έκβαση ήταν επιτυχής, όπως η νίκη του γαλλικού γραφείου της Greenpeace έναντι της αγωγής SLAPP της Total Energies στις 28 Μαρτίου 2024, καθώς και η νίκη του γραφείου της Greenpeace στο Ηνωμένο Βασίλειο και της διεθνούς Greenpeace, που ανάγκασαν τη Shell να υπαναχωρήσει από τη δική της αγωγή SLAPP στις 10 Δεκεμβρίου 2024.
