ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρύσα Φάντη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η περίπτωση του Φίλιππου Δ. Δρακονταειδή είναι από εκείνες που επιτρέπουν -ή μάλλον επιβάλλουν- μια ανάγνωση του έργου του υπό το φως της ίδιας του της στάσης απέναντι στη γραφή. Ο συγγραφέας, παρά τη μακρά και διακεκριμένη συγγραφική πορεία του (Κρατικό Βραβείο Πεζογραφίας 1981, διεθνείς διακρίσεις και μεταφράσεις κ.ά.), το 1995 προβαίνει σε μια πράξη αισθητικής και υπαρξιακής αυτοαμφισβήτησης -σπάνια για τα ελληνικά δεδομένα-, αποκηρύσσοντας μεγάλο μέρος του έργου του και ξαναγράφοντας βασικά μυθιστορήματά του (Σχόλια σχετικά με την περίπτωση, Στα ίχνη της παράστασης, Προς Οφρύνιο, Το άγαλμα, Το μήνυμα, Η πρόσοψη), με στόχο μια ολοένα αυστηρότερη λιτότητα.

Ως αποτέλεσμα αυτής της στάσης, στα αναθεωρημένα αλλά και στα επόμενα έργα του -και εν προκειμένω στα 28 διηγήματα που απαρτίζουν την πρόσφατη συλλογή του Προ πολλού και προ ολίγου, 14 «προ πολλού» και 14 «προ ολίγου»-, το αποτέλεσμα εντυπωσιάζει, τόσο για την αρτιότητα της γραφής όσο και για την εξαιρετική συμμετρία (χρονική και θεματική) του περιεχομένου. Τα κείμενα μοιάζουν πλέον να δρουν τα ίδια ως δημιουργοί και κριτές, σκιαγραφώντας, επιλέγοντας και ολοκληρώνοντας μια ισοσκελή ανάδειξη μορφών -από τον Λεονάρντο, τον Μπαχ, τον Μότσαρτ, τον Μπίσμαρκ και τον Φρειδερίκο τον Μέγα έως σύγχρονες μορφές και ανώνυμους ανθρώπους-, όπου η Ιστορία δεν ιεραρχείται με όρους μεγαλείου αλλά μέσα από το πρίσμα μιας μοντερνιστικής, σύγχρονης αντίληψης και μιας παιγνιώδους, απομυθοποιητικής και απογυμνωμένης συγγραφικής ματιάς.

Εδώ, τα πρόσωπα καλούνται να αναμετρηθούν με τη φύση της ίδιας της αφήγησης, καθώς τόσο τα ίδια όσο και οι αμφίσημες, περίπλοκες αντανακλάσεις τους μοιάζουν με μάσκες μέσα από τις οποίες ο συγγραφέας ανατέμνει με σκεπτικισμό την ανθρώπινη συνθήκη. Η γλώσσα είναι ιδιαίτερη, εξονυχιστικά επεξεργασμένη, σχεδόν μπαρόκ, με μια ραμπελεσιανή ευθυμία που συνυπάρχει με το μακάβριο, καυτηριάζοντας την κομπορρημοσύνη, την εγωπάθεια και την υπέρμετρη φιλοδοξία. Το χιούμορ και ο σαρκασμός αποτελούν δομικά στοιχεία, ενώ στη σύγκρουση ανάμεσα στο ιδιωτικό και στο δημόσιο, η σωματικότητα, η υπερβολή, το γκροτέσκο στοιχείο ενισχύουν τον σκεπτικισμό και τη φιλοσοφική διάσταση. Η επιμονή στη λεπτομέρεια και η σκηνοθετική διάρθρωση (σκηνική παρουσίαση, εισαγωγή δευτερευόντων προσώπων, ανάδειξη πρωταγωνιστή, διάλογος) προδίδουν έναν συγγραφέα που γνωρίζει τη δραματουργία.

Στο «Τζοκόντα», με αφορμή το πρόσωπο του Ντα Βίντσι, η τέχνη, η εξουσία, η Εκκλησία και ο πλούτος διαπλέκονται με τρόπο σατιρικό. Στο «Φραντς Κάφκα του Χέρμαν», προσεγγίζοντας τον προφήτη του παραλόγου από την πλευρά ενός διοικητικού υπαλλήλου που χειρίζεται στατιστικούς πίνακες, η ανάγνωση του καφκικού σύμπαντος «ως έργο ενός τεχνοκράτη» είναι ίσως από τις πιο προκλητικές. Η οπτική αυτή, συνομιλώντας με σύγχρονες αναγνώσεις που βλέπουν στον Κάφκα έναν συγγραφέα του μοντέρνου διοικητικού κράτους, φωτίζει το καφκικό έργο όχι τόσο ως μεταφυσικό εφιάλτη, αλλά ως υπερβολική αντανάκλαση μιας γραφειοκρατικής λογικής.

Συχνά, το «κρυφτό» με το ιστορικό ψεύδος και την αλήθεια της κατασκευής παραπέμπει ευθέως στον Μπόρχες, ο οποίος κατασκεύαζε φανταστικές βιβλιογραφίες με τέτοια αληθοφάνεια ώστε ο αναγνώστης να αμφιβάλλει για την ίδια τη διάκριση πραγματικού και επινοημένου. Ωστόσο, στον Δρακονταειδή η πρόθεση αυτή, πέρα από το διακειμενικό παιχνίδι, λειτουργεί και ως υπενθύμιση ότι «τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα είναι καμωμένα με τα υλικά της καθημερινότητας». Πρόκειται για έναν συγγραφέα που συνδυάζει την ελληνική παράδοση με μια κοσμοπολίτικη συνείδηση της διακειμενικότητας. Στις αφηγήσεις του τα πράγματα γειώνονται με μια ειρωνική, χαμηλόφωνη μετατόπιση του βλέμματος, ενώ στο «Επιστολή στον κύριο Auguste Maquet» το ζήτημα της πατρότητας του έργου τίθεται ευθέως. Ο Maquet, ο οποίος συνέβαλε στα έργα του Αλέξανδρου Δουμά, γίνεται αφορμή για να τεθεί το ερώτημα: Ποιος είναι τελικά ο δημιουργός; Εκείνος που υπογράφει ή εκείνος που γράφει;

Στο «Πλέξιμο ιστορίας προ πολλού», ο μεταφορικός προσδιορισμός της λογοτεχνίας ως χειρωναξίας, ως εργασίας που απαιτεί μαλλί, βελόνες, μέτρημα, πειθαρχία, είναι αποκαλυπτικός. Η ειρωνική αιχμή προς όσους «πλέκουν δίχως να έχουν μαλλί» αγγίζει τη σημερινή εκδοτική πραγματικότητα, όπου το εντυπωσιακό «τσίτικο» συχνά υπερισχύει της ουσίας. Η σκιά του θανάτου διατρέχει τη συλλογή που, όχι τυχαία, κλείνει με μια μελαγχολική διαπίστωση για το «μέλλον σιωπής νεκροταφείου». Αυτό που αναδύεται από το Προ πολλού και προ ολίγου είναι μια ισορροπημένη, στοχαστική τοιχογραφία για τη φθαρτότητα, την αποτυχία, τη ματαιότητα της υστεροφημίας και, ταυτόχρονα, για την επιμονή της τέχνης. Και όπως υπαινίσσεται ο ίδιος ο Δρακονταειδής, κάθε νέο βιβλίο του ίσως δεν είναι παρά ακόμη μια δοκιμή να αποτύχει καλύτερα, δηλαδή να πλησιάσει, έστω και ασυμπτωτικά, το εισέτι άυλο, άγραφο μεν αλλά και προϋπάρχον, βιβλίο που τον περιμένει.