Η Κλαρίσε Λισπέκτορ (1920-1977), κορυφαία συγγραφέας και κύρια εκπρόσωπος του μοντερνισμού στη βραζιλιάνικη λογοτεχνία, έχει φανατικούς αναγνώστες, πλήθος αφοσιωμένους μελετητές και ελάχιστους επιγόνους, παρότι δεν είναι λίγοι εκείνοι που επιχείρησαν να μιμηθούν το ύφος της. Γύρω από το όνομά της εξυφάνθηκε ένας μύθος που έλκει τόσο από την προσωπικότητά της όσο και από την ερμητική ποιότητα των έργων της – το οποίο προκαλεί καινούργιες αναγνώσεις και τον θαυμασμό των ομοτέχνων της ανά τον κόσμο. Το καινοτόμο ύφος της γραφής της, η ενδοσκοπική ματιά, η συνύπαρξη λυρισμού και στοχασμού, η κατάργηση της χρονικής και χωρικής συνέχειας ήταν κάποια από τα στοιχεία της γραφής της που ώθησαν τους κριτικούς στη σύγκριση με τη Βιρτζίνια Γουλφ, τον Τζέιμς Τζόις, ακόμα και τον Προυστ.
Σε όλα της τα έργα η Λισπέκτορ δεν εστιάζει τόσο στην πλοκή ή στα εξωτερικά γεγονότα όσο στον αντίκτυπο και την επίδραση αυτών στην πορεία των ηρώων, η οποία δίδεται με την περιγραφή των αντιδράσεών τους σε κάθε είδους ερέθισμα. Κύριο μέλημά της είναι να καταγράψει τις προσλήψεις των αισθήσεών τους και όχι μόνο τις εγκεφαλικές τους διεργασίες. Το «Κοντά στην άγρια καρδιά», που κυκλοφόρησε το 1944, είναι το πρώτο μυθιστόρημά της και δανείζεται τον τίτλο από έργο του Τζόις. Ο πυρήνας του βιβλίου περιστρέφεται γύρω από τα βιώματα της Ζοάνα, από την παιδική ηλικία έως την ωριμότητα. Στα πρώτα κεφάλαια περιγράφεται η εμπειρία της απώλειας της μητέρας και του πατέρα, η παραμονή της σε μια αυστηρή και επικριτική θεία, οι αντιδράσεις των ενηλίκων απέναντι στην αλλόκοτη συμπεριφορά της και ο φόβος που προκαλεί η διαφορετικότητά της, με αποτέλεσμα να τη χαρακτηρίσουν «οχιά» και να τη στείλουν στο οικοτροφείο. Παρεμβάλλονται, επίσης, οι συζητήσεις της Ζοάνα με έναν καθηγητή στον οποίο εμπιστεύεται τις σκέψεις αλλά και την ύπαρξη μιας άλλης, εσωτερικής ζωής. Στο δεύτερο μέρος η ηρωίδα περνάει στην ενηλικίωση με το ξύπνημα των αισθήσεων και του ερωτισμού, ακολουθούν η επαφή με το άλλο φύλο, ο γάμος, η παρουσία της άλλης γυναίκας και η απόφαση να μην αγνοήσει τις εσωτερικές της φωνές, οι οποίες την ωθούν στη φυγή και σε μια καινούργια προσωπική περιπέτεια.
Στην αφήγηση η πλοκή είναι ελάχιστη και τα γεγονότα σχεδόν μηδαμινά. Ομως, ο τρόπος που ξεδιπλώνεται η μύηση της Ζοάνα στη ζωή, ο τρόπος που μας αποκαλύπτεται και ταυτόχρονα αποκαλύπτει, μας προσφέρει και μια ανατρεπτική θέαση των πραγμάτων, μια «δεύτερη αθωότητα», όπως έγραψε η Γαλλίδα θεωρητικός Ελέν Σιξούς για το έργο της Λισπέκτορ. Οι διστακτικές στιγμές της αναγνώρισης μιας παράλληλης διάστασης έρχονται στην επιφάνεια και καταγράφονται, ύστερα από μια σειρά ψυχολογικών και συναισθηματικών εκρήξεων. Στιγμιαίες προσλήψεις και ξαφνικές αποκαλύψεις αναστατώνουν την εσωτερική της ζωή και δυσχεραίνουν την κατανόηση, αφήνοντάς την απογοητευμένη και αποπροσανατολισμένη. Αρχικά, η συντριπτική αίσθηση του δικού της σώματος, ύστερα, η πρόσληψη του σώματός της μέσα από το σώμα του άλλου, επαφή που τη βιώνει ως θαύμα αλλά και ως προδοσία καθώς ταυτόχρονα αναγνωρίζει και τη δύναμη του λόγου να κατασκευάζει πραγματικότητες.
Στο «Κοντά στην άγρια καρδιά» η συγγραφική φωνή πότε ταυτίζεται με τη φωνή της ηρωίδας και πότε διαφοροποιείται σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, κάνοντας μια ενδιαφέρουσα σύγκριση ανάμεσα στον εαυτό της ως συγγραφέα και στον χαρακτήρα που δημιουργεί, σε διάφορα στάδια της εξέλιξής του. Το πρώτο αυτό έργο παρουσιάζει ομοιότητες με τα επόμενα, καθώς ο κεντρικός χαρακτήρας παρέχει τον πυρήνα για μια ευρύτερη εξερεύνηση θεμελιωδών υπαρξιακών αιτημάτων. Οι έννοιες της αλήθειας, της ευτυχίας, της ακεραιότητας υπονομεύονται και επανεκτιμώνται, η υπαρξιακή οδύνη, η δίψα για «πνευματική κάθαρση» της Ζοάνα καθρεφτίζουν το δράμα κάθε ευαίσθητου πλάσματος μπροστά σε μια επικείμενη αποκάλυψη του εαυτού.
Αυτό που καθιστά την ανάγνωση των έργων της Λισπέκτορ μια συναρπαστική εμπειρία είναι η ίδια η γραφή: οι ανατρεπτικοί αφορισμοί, ο στοχασμός, η ελλειπτικότητα των περιγραφών και οι εκστατικές στιγμές που ακολουθούν μια ασαφή εικόνα συμβάλλουν στο να προσδώσουν στο έργο μια μοναδική αναγνωρίσιμη ποιότητα. Ολόκληρη η ύπαρξη της Ζοάνα μεταβάλλεται ανάλογα με το τι καρπούς θα αποδώσουν οι λέξεις που επιλέγει και στο πώς θα απαντήσει τα αιώνια ερωτήματα. «Ποια είμαι;» είναι μια επαναλαμβανόμενη, επιφανειακά αφελής ερώτηση και ακολουθείται από ερωτήσεις του τύπου «Είμαι οχιά;» ή «Τι καταφέρνει κανείς όταν είναι ευτυχισμένος;» και όλες, παρά την απλοϊκότητά τους, απηχούν την τραγωδία κάθε θνητού. Η νεαρή ηρωίδα, παρά την απειρία της, προχωράει σε αυτοσχέδιες απαντήσεις με τα ενστικτώδη μέσα που διαθέτει. Συχνά οι επιθυμίες της την παρασύρουν σ’ έναν λαβύρινθο άλυτων αινιγμάτων, για να έρθει αντιμέτωπη με το μεγαλύτερο αίνιγμα, που είναι ο εαυτός της. Αλλες φορές οι απόπειρές της να ερμηνεύσει τους άλλους προκαλούν εχθρότητα και αποστροφή. Η ανικανότητά της να εναρμονιστεί με τον εξωτερικό κόσμο και να επιβάλλει σ’ αυτόν τον δικό της εσωτερικό ρυθμό προκαλούν προβληματισμό και απόγνωση, ενώ οι άλλοι τρομάζουν από την εσωτερική ελευθερία της που, έστω και εν αγνοία της, απολαμβάνει. Οι ηρωίδες της Λισπέκτορ δεν αποσύρονται ποτέ από τον αγώνα. Η αγωνία τους να αναλύσουν τα μυστήρια της ύπαρξης και τη διαδικασία της έμπνευσης είναι μέρος της ανάπτυξης και εξέλιξής τους. Ο στόχος της Ζοάνα είναι ταπεινός, αλλά ηρωικός στην επίτευξή του: η επινόηση μιας αποκλειστικά δικής της ταυτότητας και η επιβίωση στον κόσμο με τους δικούς της όρους. Ο δε ηρωισμός της εντοπίζεται στην άγνοια του ηρωισμού που χρειάζεται μια τέτοια επινόηση.
