ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρύσα Φάντη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ανατρέχοντας στις μνήμες από ένα παιχνίδι του ’60, τον Μικρό Ταχυδακτυλουργό, και πιο συγκεκριμένα, από την εικόνα ενός κουτιού όπου μέσα του υπήρχε ένας κύβος με άλλο χρώμα για κάθε μία από τις έδρες του, ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου προχώρησε τον Δεκέμβρη του 2025 στην έκδοση του παρόντος τόμου, θεωρώντας τις οκτώ ενότητες που τον απαρτίζουν ως τις οκτώ έδρες ενός κύβου των ιστορικών διαδρομών της ελληνικής λογοτεχνίας, και ακριβέστερα: ενός κυβοκτάεδρου (κάτι ανάμεσα στον κύβο και το οκτάεδρο, όπως πρώτος συνέλαβε το σχήμα ο Αρχιμήδης).

«Η ελληνική πεζογραφία είναι έτσι κι αλλιώς ένα πολύεδρο, με τις ετερογενείς ιστορικές περιόδους, τα πολυγενή αφηγηματικά είδη, τις πολλαπλές εξακτινώσεις των αφηγηματικών τρόπων, τις πολυώνυμες αφηγηματικές της γωνίες και εστιάσεις, τους ποικιλόμορφους χάρτες των θεματικών της κατευθύνσεων. Και τα χρώματα των εδρών αντιστοιχούν, μεταφορικά πάντοτε, στους χρονικούς και ιστορικούς θύλακες της πεζογραφίας που εγκλείονται στον ιστορικό κύκλο του βιβλίου», γράφει χαρακτηριστικά στο πρώτο κεφάλαιο, με τον τίτλο «Το βαλιτσάκι του μικρού ταχυδακτυλουργού (αντί εισαγωγής)». Και ενώ στο βιβλίο του «Η κίνηση του εκκρεμούς. Ατομο και κοινωνία στη νεότερη ελληνική πεζογραφία: 1974-2017» (2018) επικεντρωνόταν σε μια λογοτεχνική εποχή κοντά στα βιώματά του -«κάτι μάλλον εύλογο για έναν κριτικό λογοτεχνίας που δοκίμασε να συστηματοποιήσει τα πεζογραφικά ρεύματα και είδη από το 1974 μέχρι και το 2017», όπως ο ίδιος το θέτει εύστοχα-, στα Χρώματα του κύβου, ξεκινώντας από το 1866 και φτάνοντας μέχρι το 2023, μας παραδίδει ένα έργο το οποίο ναι μεν «δεν συνιστά μια συνεκτική, αιτιολογικά λυσιτελή αφήγηση και δεν επιχειρεί μια εσωτερικά συναρθρωμένη χάραξη της λογοτεχνικής τροχιάς μέσα στον ιστορικό χρόνο», ωστόσο αυτά που εξετάζει «δεν είναι και ακριβώς ασύνδετα μεταξύ τους».

Εδώ, τα χρώματα ενός φανταστικού κυβοκτάεδρου δεν καλούνται απλώς να οριοθετήσουν ένα ποικιλόμορφο και ατίθασο λογοτεχνικό υλικό αποκαλύπτοντας ή και καλύπτοντας με τρόπο «ταχυδακτυλουργικό» τις ασυνέχειες «ή τη συνέχεια (έστω και αποσπασματική)» του περιεχομένου του, αλλά επιπλέον βοηθούν να καταλάβουμε τον ίδιο τον κριτικό στη διαυγή και όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση, έκθεση και ανάπτυξή του, ως τέτοιου.

Ο Χατζηβασιλείου, στην πρώτη έδρα του κύβου, την οποία συμβατικά βαφτίζει κόκκινη, αναφέρει τον Εμμανουήλ Ροΐδη και την Πάππισα Ιωάννα, διακρίνοντας τον «παιγνιώδη λογοτεχνικό χαρακτήρα της και το οξύ ειρωνικό της φρόνημα». Ακολουθούν οι θέσεις του για τις «βεβαρημένες ιδεολογικά ερμηνείες του Παπαδιαμάντη» και το «τι σημαίνει για τις γυναίκες και τη θέση τους στην κοινωνία και τη λογοτεχνία η πεζογραφία της Ελισάβετ Μπουτζιάν-Μαρτινέγκο»∙ αποτιμήσεις για τον Μιχαήλ Μητσάκη και το «τι απηχεί το σπινθηροβόλο βλέμμα του»∙ κρίσεις για τον Γρηγόρη Ξενόπουλο ως προς το «τι πρόλαβε να αποτυπώσει ή ποια Αθήνα ζητούσε να απεικονίσει σε ένα από τα νεανικά διηγήματα της μυθιστορηματικής του παραγωγής», καθώς και για τον Κώστα Κρυστάλλη, διαβάζοντας τα πεζά του «χωρίς τα γυαλιά της ηθογραφίας και της λαογραφίας».

Την ηθογραφία της καθημερινότητας και τον νατουραλισμό ανατέμνει η πράσινη έδρα του κύβου, εστιάζοντας στη «διαβρωτική απομυθοποίηση της σάτιρας» του Ιωάννη Κονδυλάκη και «τον ταξικό προσανατολισμό» του Κωνσταντίνου Θεότοκη, ενώ στην κίτρινη έδρα τη σκυτάλη παίρνουν ο «μοντερνιστής και εκ παραλλήλου παραδοσιοκράτης» Φώτης Κόντογλου, «ο μοναρχικός, αλλά και υπερασπιστής της ανοχής και της ελευθερίας» Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης και ο Στρατής Μυριβήλης «άλλοτε με τους περιορισμούς και άλλοτε με την τόλμη του». Την καφέ έδρα ο Χατζηβασιλείου την αφιερώνει εξ ολοκλήρου στον Καζαντζάκη, επισημαίνοντας, μεταξύ άλλων, «τον αγώνα για την ανύψωση του ατομικού εγώ, καθώς και τις δυσκολίες με τη γλώσσα, ιδίως την ποιητική», ενώ τη μαύρη έδρα καταλαμβάνει η ιστορία της αστυνομικής λογοτεχνίας, με τον Παύλο Νιρβάνα και τις σχετικές αναζητήσεις του 20ού αιώνα.

Στην μπλε έδρα, ο συγγραφέας του βιβλίου διερωτάται «πώς μπορούμε να σχηματίσουμε μια σφαιρική εικόνα για τον μοντερνισμό των πεζογράφων της γενιάς του 1930, σε σαφή υστέρηση αν συγκριθεί με τον μοντερνισμό της ποίησης», με αναφορές στον Γουλιέλμο Αμποτ, τον Μ. Καραγάτση και την «εκ πεποιθήσεως θιασώτρια του μοντερνισμού» Μέλπω Αξιώτη, ενώ στη μοβ έδρα παρουσιάζονται οι τάσεις της πεζογραφίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μέσ’ από έργα των: Ρένου Αποστολίδη, Νίκου Καββαδία, Ανδρέα Φραγκιά, Γιάννη Μαρή, Αθηνάς Κακούρη, Νίκου Μπακόλα, Νίκου Καχτίτση, Στρατή Τσίρκα, Γιώργου Ιωάννου και Μάριου Χάκκα.

Στην πορτοκαλί έδρα εισερχόμαστε στην πρώιμη και την ώριμη αντιπολίτευση, αρχής γενομένης από το Τότε που ζούσαμε του Ασημάκη Πανσέληνου και τον Θίασο του Θόδωρου Αγγελόπουλου, συνεχίζοντας με τις/τους: Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Αλέξανδρο Κοτζιά, Ρέα Γαλανάκη, Θανάση Βαλτινό, Χριστόφορο Μηλιώνη, Δημήτρη Πετσετίδη. Σ’ αυτά, προστίθενται τα τελευταία μυθιστορήματα του Αλέξη Πανσέληνου, η ώριμη διηγηματογραφία του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, το ζήτημα των γυναικείων χαρακτήρων στην ώριμη μυθιστοριογραφία της Μάρως Δούκα, τα αστυνομικά μυθιστορήματα του Ανδρέα Αποστολίδη και του Φίλιππου Φιλίππου, οι συλλογές διηγημάτων του Νίκου Παναγιωτόπουλου, μια πρόσφατη νουβέλα του Δημήτρη Νόλλα, μια πεζογραφική τετραλογία του Μισέλ Φάις, ο Κιθαιρώνας του Νίκου Ν. Μάντη και το Πες της του Χρήστου Οικονόμου.

Ο Χατζηβασιλείου, από τους πιο επιδραστικούς κριτικούς της γενιάς του (αν όχι ο επιδραστικότερος), μετά από μια μοναδική σε εύρος, διάρκεια και ποιότητα βιβλιοκριτική παρουσία -μέχρι σήμερα, εκτός από τα δοκιμιακά βιβλία του, μόνο στην biblionet, αρχής γενομένης από το 2007, έχουν καταγραφεί περισσότερα από 1.724 κριτικά του κείμενα-, στα Χρώματα του κύβου προχωρεί με την ανάλογη εμπειρία και τη μέγιστη δυνατή αντικειμενικότητα σε μια οξυδερκή, πολυμορφική καταγραφή των σταθμών της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας, εντοπίζοντας και αξιολογώντας ενδιαφέρουσες λογοτεχνικές τομές ή αμήχανα πισωγυρίσματα. Καταφέρνει έτσι να καλύψει τον στόχο του με τη δέουσα επάρκεια και απόσταση, όπως ακριβώς το περιγράφει και ο ίδιος στην εισαγωγή του: «[…] από ψηλά (σαν αεροφωτογραφία ή σαν λήψη από ντρόουν), ξεχωρίζοντας τους κρίσιμους όγκους και τις γραμμές οι οποίες τους συνενώνουν».