Στο «μικρό αθηναϊκό Σεράγεβο», σε ένα στενό της Νεάπολης των Εξαρχείων, εντοπίζεται το πτώμα του Κωνσταντίνου Λεκκού. Το θύμα ζει δύο παράλληλες ζωές. Στη σκοτεινή ζωή υπήρξε για χρόνια ο «Μπάρμπας», ισχυρός παίκτης μουσικής βιομηχανίας, πρώην ιδιοκτήτης της λαϊκοπόπ δισκογραφικής εταιρείας «Easy Music», που κάποια στιγμή τα παράτησε κι έφυγε για Παρίσι. Στη φωτεινή πλευρά της είναι πλέον ένας πιανίστας παγκόσμιας κλάσης, με διεθνή αναγνώριση, που θέλει να επιστρέψει στην Ελλάδα για να ακολουθήσει πολιτική καριέρα. Ωστόσο, ουδέποτε σταμάτησε να νταραβερίζεται από θέση ισχύος με κακοποιούς του οργανωμένου εγκλήματος που διαφεντεύουν τον κόσμο της νύχτας, πουλάνε προστασία και, κυρίως, εμπορεύονται «φώκιες»…: τον Χαράλαμπο «Γυαλαμπούκα» Φωκά, ιδιοκτήτη του κέντρου «Κοσμοδρόμιο», και τον Πέτρο «Φίκο» Κονταξή.
Στην πιάτσα είναι κοινό το ανομολόγητο μυστικό: ο «Μπάρμπας» αντλεί τη διαπραγματευτική ισχύ του από τους βιντεοσκοπημένους σαδιστικούς βιασμούς από τον ίδιο όλων των καλλιτεχνών που προώθησε. Μεταξύ αυτών και του τραγουδιστή Παύλου Δελλή, που τον βίασε στα 24 χρόνια του. Οποιος κατείχε μια τέτοια συλλογή θα μπορούσε να γίνει κυρίαρχος της νύχτας.
Ολα ξεκίνησαν ένα βράδυ, όταν ο Παύλος Δελλής, ο οποίος ουδέποτε ξεπέρασε τον βιασμό του από τον Λεκκό, εκεί που τραγουδούσε, κατέρρευσε. Εγκαταλείπει το πάλκο στη μέση του προγράμματος, και μέσα στη δίνη του αυτοεξευτελισμού του πηγαίνει στο καμαρίνι του «Γυαλαμπούκα», βουτάει κοκαΐνη αξίας ενός εκατομμυρίου ευρώ και εξαφανίζεται. Η απονενοημένη πράξη του πυροδοτεί τη θανατηφόρα αλληλουχία των δράσεων και των αντιδράσεων: οι τακτικοί στόχοι όλων των εμπλεκόμενων αλλάζουν ανάλογα με την εξέλιξη των περιστάσεων, οι ανίερες συμμαχίες διαμορφώνονται ανάλογα με το συμφέρον της στιγμής, μέχρι να προκληθεί ο φόνος του Λεκκού που μοιραία θα οδηγήσει στην τελική και μάλιστα καθολική κάθαρση. Από αυτές που μόνο τα θεαματικά, αιματηρά ξεκαθαρίσματα λογαριασμών διαττόντων αστέρων του οργανωμένου εγκλήματος, που έχουν υπερτιμήσει τη θέση τους στην παραγωγική αλυσίδα του εγκλήματος, μπορούν να τροφοδοτήσουν για μέρες τα δελτία ειδήσεων και μεταγενέστερα την τέχνη.
Την εξιχνίαση του φόνου αναλαμβάνει το αταίριαστο δίδυμο, φαινομενικά και κυριολεκτικά, της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής και Ιδιοκτησίας (ΥΔΕΖΙ), το οποίο πρωταγωνιστεί και στο προηγούμενο μυθιστόρημα του Πετκώφ, στο «΄Η εγώ ή κανείς», όπου εξιχνίασαν μια στυγερή γυναικοκτονία: ο αστυνόμος Α΄ Δημήτρης Μπαντής (έξυπνος, μεθοδικός αλλά υπηρεσιακός τυπολάτρης) και ο υπαστυνόμος Ορέστης Κυρίτσης (απείθαρχος, μονόχνωτος και αντιδημοφιλής ανάμεσα στους συναδέλφους του, που το μυαλό του όμως παίρνει ανάποδες, αντισυμβατικές στροφές). Το δίδυμο αναζητά την αλήθεια μέσα σε ένα κλίμα ενδοϋπηρεσιακών αντιθέσεων, που σπρώχνει αρχικά την έρευνα σε λάθος κατεύθυνση. Στο εσωτερικό της υποδιεύθυνσης εξελίσσεται ένα ματαιόδοξο παιχνίδι μικρο-εξουσίας, από αυτά που προκαλούνται κατά κανόνα από ανεπαρκείς προϊστάμενους, που ελέω ανώτερης ιεραρχίας φυτεύονται στη θέση τους με αναξιοκρατικά κριτήρια, μόνο και μόνο επειδή είναι βολικοί στις παρασκηνιακές συναλλαγές και στις άνωθεν εντολές για πάσης φύσεως συγκαλύψεις…
Τα συνδεόμενα ερωτήματα πάνω στα οποία δομείται η πλοκή της ιστορίας είναι το ποιος από όλους όσους είχαν λόγους και για ποια από όλα τα εγκλήματά του έβγαλε από τη μέση τον «Μπάρμπα». Μέσα από τα πισωγυρίσματα που προκαλούν οι ανταγωνισμοί και η επίσημη κατεύθυνση της έρευνας, το δίδυμο Μπαντής – Κυρίτσης αγνοεί τις άνωθεν εντολές και επικεντρώνει την προσπάθειά του στο να αποδείξει αυτό που κρύβεται πίσω από το προφανές: ότι ένας καθ’ ομολογία δολοφόνος, έστω κι αν έχει όλα τα δίκαια κίνητρα του κόσμου, μπορεί να μην είναι ο φυσικός αυτουργός του φόνου –κι ας είναι εν μέρει ο ηθικός, αφού δική του ιδέα είναι η προτελευταία πράξη του δράματος.
Το «Μην πειράζετε τις φώκιες» είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με φιδογυριστή πλοκή, με κορυφώσεις και ανατροπές, με παρεκβάσεις και μονολόγους που δίνουν στην ανάγνωση τις απαιτούμενες ανάσες. Εδράζεται στέρεα στις βασικές συντεταγμένες του είδους, καταφέρνοντας ωστόσο να ξεφύγει από τα συνήθη στερεότυπα. Οι χαρακτήρες του, πρωταγωνιστές και κομπάρσοι, είναι λεπτοδουλεμένοι ψυχαναλυτικά, αληθοφανείς και ως προς τη γλώσσα και ως προς τη συμπεριφορά τους. Η αποπνιχτική ατμόσφαιρα της Αθήνας, Ιούνη μήνα, με τον αφόρητο καύσωνα και την πορτοκαλί άλω της πνιγηρής αφρικανικής σκόνης, μιας πόλης – λαβύρινθου που αιωρείται ανάμεσα στο αρχαίο μεγαλείο και στη σύγχρονη παρακμή, αποτελεί σκηνικό αλλά και παράγοντα που επιδρά στις συναισθηματικές διαθέσεις τους.
Η κοινωνική κριτική από τις σελίδες του περνάει ενδοφλέβια. Αγγίζει με τόλμη και ωμότητα το θέμα της σεξουαλικής κακοποίησης με σκοπό την εξουσιαστική απόλαυση αλλά και τον εκβιασμό. Οι σκηνές της κακοποίησης του Δελλή είναι ωμές, ψυχολογικά εξουθενωτικές, μπορεί, και δικαίως, να ενοχλήσουν. Κι εγώ ζορίστηκα να βγάλω τις επτά σελίδες. Ομως η ωμότητά τους δεν είναι για τον συγγραφέα αυτοσκοπός, ένα τρικ εύκολου εντυπωσιασμού. Μια προφανής, ας πούμε, μίμηση της σύγχρονης σκανδιναβικής σχολής, με τα λουτρά αίματος που προκαλούν σχιζοφρενείς δολοφόνοι υπεράνω υποψίας. Γι’ αυτές τις σκληρές, τις αναγκαίες για την αληθοφάνεια της ιστορίας σκηνές, υπάρχουν αφηγηματικά αντίδοτα αποφόρτισης, που εξισορροπούν τον ζόφο.
Το μυθιστόρημα διακρίνεται για την πραγματολογική ακρίβεια της αστυνομικής έρευνας, σε όλες τις πολυεπίπεδες παραμέτρους της. Με αυτό το δεύτερο βιβλίο του ο Πετκώφ επιβεβαιώνει ότι διαθέτει ένα ευρύ αναγνωστικό υπόβαθρο που του επιτρέπει να χειρίζεται το ύφος της γλώσσας ανάλογα με τις απαιτήσεις των περιστάσεων που αφηγείται: όπου χρειάζεται να είναι λυρική και όπου απαιτείται να είναι η γλώσσα της πιάτσας. Αλλά και γνώσεις διαθέτει, που τις χρησιμοποιεί τόσο όσο να προσδοθεί στη δράση η απαιτούμενη πειστικότητα, χωρίς να αφήνουν στον αναγνώστη την επίγευση μιας περιττής εγκυκλοπαιδικής επίδειξης. Καταφέρνει έτσι, πολλές από τις σελίδες του, που με έκαναν να ζηλέψω, να παράγουν αναγνωστική απόλαυση και σκέψη, κάτι που είναι άλλωστε και το ζητούμενο.
