Ενα πρωινό, ο δημοσιογράφος Jasper Nathaniel κοίταζε καθώς Ισραηλινοί στρατιώτες ανέβηκαν στην κορυφή του λόφου της Σεβάστειας, γκρέμισαν έναν ιστό με παλαιστινιακή σημαία και την πήραν μαζί τους. Αργότερα, μια ομάδα εφήβων από το χωριό έφτασε και ύψωσε μια καινούργια στην ίδια θέση. Αυτή η σκηνή -που επαναλαμβάνεται με διαφορετικές παραλλαγές εδώ και χρόνια- συμβολίζει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια διαμάχη για μια σημαία. Είναι η εικόνα ενός πολέμου για την ίδια την Ιστορία.
Ενας λόφος με χιλιάδες χρόνια ιστορίας
Η Σεβάστεια (Tell Sebastia) -γνωστή επίσης ως Σαμάρεια- βρίσκεται στη Δυτική Οχθη και είναι ένας από τους πιο σημαντικούς αρχαιολογικούς χώρους της περιοχής, με ιστορία χιλιάδων ετών, όπου έχουν ζήσει και έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους δεκάδες πολιτισμοί – από τους αρχαίους Ισραηλίτες και τους Ρωμαίους μέχρι τους Βυζαντινούς και τους Οθωμανούς. Η λέξη «tell» στα αραβικά σημαίνει ακριβώς αυτό, έναν λόφο που έχει σχηματιστεί από διαδοχικά στρώματα ανθρώπινης κατοίκησης επί αιώνες. Ο χώρος χρονολογείται από τον 9ο αιώνα π.Χ., όταν ήταν πρωτεύουσα του αρχαίου Βασιλείου του Ισραήλ. Εκεί βρίσκονται ερείπια από την περίοδο των Ισραηλιτών, συμπεριλαμβανομένων τμημάτων του ανακτόρου των βασιλιάδων Αμρί και του διαδόχου γιου του, Αχαάβ. Αργότερα, κατά την ελληνιστική περίοδο, η πόλη μετονομάστηκε σε Σεβάστεια προς τιμήν του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αυγούστου (ελλην. «Σεβαστός»). Στον χώρο σώζονται επιβλητικά ρωμαϊκά κατάλοιπα: ένα θέατρο, μια στοά, υπολείμματα ενός ναού, ενώ υπάρχουν επίσης βυζαντινές εκκλησίες και οθωμανικά μνημεία – ένας λόφος που αφηγείται κυριολεκτικά την ιστορία της Μεσογείου.

Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες ο χώρος αυτός έχει γίνει πεδίο διεκδίκησης – τόσο πολιτικής όσο και ιστορικής. Η πολυεπίπεδη ιστορία του Tell Sebastia το καθιστά πολύτιμο αλλά και αμφιλεγόμενο· κάθε πολιτισμός άφησε το αποτύπωμά του, δημιουργώντας ένα μωσαϊκό που αντανακλά τη σύνθετη ιστορία της περιοχής. Ομως αυτή η πολυπλοκότητα γίνεται πρόβλημα όταν διαφορετικές ομάδες προσπαθούν να προωθήσουν διαφορετικές ιστορικές αφηγήσεις, καθεμία τονίζοντας τα δικά της στρώματα.
Ποιος έχει δικαίωμα;
Η Σεβάστεια ανήκει σε παλαιστινιακές οικογένειες εδώ και γενιές. Για τους κατοίκους του χωριού, δεν είναι απλώς ένας αρχαιολογικός χώρος αλλά μέρος της καθημερινότητας, της ταυτότητας, της ιστορίας τους. Για τους Ισραηλινούς, όμως, ο ίδιος χώρος -που αποκαλούν Σαμάρεια (Shomron)- αντιπροσωπεύει τη βιβλική τους κληρονομιά και την ιστορική τους σύνδεση με τη γη.
Η Δυτική Οχθη βρίσκεται υπό ισραηλινή στρατιωτική κατοχή από το 1967. Μετά τις Συμφωνίες του Οσλο (1995), η Σεβάστεια βρέθηκε χωρισμένη σε δύο ζώνες: το χωριό εμπίπτει στη λεγόμενη Περιοχή Β -δηλαδή περιοχή υπό παλαιστινιακή πολιτική διοίκηση αλλά ισραηλινό στρατιωτικό έλεγχο- ενώ ο αρχαιολογικός χώρος βρίσκεται στην Περιοχή Γ, υπό πλήρη ισραηλινό έλεγχο. Η Περιοχή Γ καλύπτει περίπου το 60% της Δυτικής Οχθης και περιλαμβάνει τους περισσότερους αρχαιολογικούς χώρους· εκεί το Ισραήλ ασκεί πλήρη διοικητική και στρατιωτική εξουσία. Η ρύθμιση αυτή υποτίθεται ότι θα ήταν προσωρινή, αλλά εξακολουθεί να ισχύει 30 χρόνια αργότερα – κάτι που διεθνείς οργανισμοί χαρακτηρίζουν προβληματικό υπό το πρίσμα του Διεθνούς Δικαίου (4η Συνθήκη της Γενεύης, Κανονισμοί της Χάγης), το οποίο ορίζει ότι μια δύναμη κατοχής οφείλει να σέβεται τα δικαιώματα και την περιουσία του τοπικού πληθυσμού, να μη μεταβάλλει το καθεστώς του κατεχόμενου εδάφους, να μην εγκαθιστά εκεί τον δικό της πληθυσμό και να διασφαλίζει την ομαλή ζωή των κατοίκων.
Τα τελευταία χρόνια, η κατάσταση οξύνθηκε. Ισραηλινές κρατικές αρχές και οργανισμοί που υποστηρίζουν τους εποίκους έχουν αναλάβει προσπάθειες να αναδείξουν την εβραϊκή βιβλική κληρονομιά του χώρου. Ταυτόχρονα, παλαιστινιακοί οργανισμοί προσπαθούν να τονίσουν το πολυπολιτισμικό χαρακτήρα του και την αδιάκοπη παλαιστινιακή παρουσία. Το αποτέλεσμα; Ενας χώρος που γίνεται πεδίο σύγκρουσης για δύο ανταγωνιστικές αφηγήσεις.
Οι νέες ανασκαφές

Το 2023, η ισραηλινή κυβέρνηση ενέκρινε επένδυση 32 εκατομμυρίων σεκέλ (9 εκατ. δολάρια) για την ανάπτυξη και προστασία του χώρου. Τον Μάιο του 2025 ξεκίνησαν οι πρώτες συστηματικές ανασκαφές μετά από έναν αιώνα (οι προηγούμενες ήταν το 1908-10 και 1931-35). «Δεν υπάρχει άλλο έθνος που να έχει ισχυρότερη σύνδεση με την πατρίδα του από τον λαό του Ισραήλ με τη Γη του Ισραήλ», δήλωσε ο Yossi Dagan, πρόεδρος του Περιφερειακού Συμβουλίου της Σαμάρειας. «Οταν σκάβεις εδώ, αγγίζεις τη Βίβλο με τα χέρια σου». Για τους Ισραηλινούς, η Σαμάρεια -όπως αποκαλούν τη Σεβάστεια- ήταν η καρδιά του Βασιλείου του Ισραήλ για πάνω από έναν αιώνα. Εδώ βρέθηκαν τα «όστρακα της Σαμάρειας», 102 κομμάτια πήλινων αγγείων με παλαιοεβραϊκή γραφή· εδώ αποκαλύφθηκαν γλυπτά από ελεφαντόδοντο που ταυτίστηκαν με το ανάκτορο «διακοσμημένο με ελεφαντόδοντο» που αναφέρεται στη Βίβλο. Τα ευρήματα αυτά, υποστηρίζουν, επιβεβαιώνουν τη βιβλική αφήγηση και την ιστορική τους παρουσία.
Ο Ισραηλινός υπουργός Πολιτιστικής Κληρονομιάς Amichai Eliyahu εξέφρασε ικανοποίηση για την έναρξη των εργασιών: «Η Σεβάστεια είναι ένας από τους πιο σημαντικούς χώρους της εθνικής μας κληρονομιάς. Προτιθέμεθα να επενδύσουμε σημαντικούς πόρους για να αποκαλύψουμε τους ιστορικούς θησαυρούς που είναι θαμμένοι εδώ και να τους καταστήσουμε προσβάσιμους στο ευρύ κοινό».
Οι πρώτες ανακαλύψεις ήταν εντυπωσιακές: ένα πλακόστρωτο που οδηγούσε από την καρδιά της πόλης στην κεντρική πύλη, διακοσμημένοι κίονες, η βάση ενός μνημείου. Οι ισραηλινές αρχές επισημαίνουν ότι ο χώρος υπέστη παραμέληση και ζημιές για δεκαετίες. Υποστηρίζουν ότι οι προσπάθειες αποκατάστασης στοχεύουν στη διατήρηση και προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς. Η ανάπτυξη του εθνικού πάρκου, λένε, θα προστατεύσει τον χώρο από περαιτέρω φθορά και θα τον κάνει προσβάσιμο σε περισσότερους επισκέπτες.
Η τοπική κοινότητα
Μια νέα ακαδημαϊκή έρευνα, ωστόσο, του δρος Salah Al-Houdalieh, Παλαιστίνιου καθηγητή Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Al-Quds στην Ιερουσαλήμ, το μοναδικό παλαιστινιακό πανεπιστήμιο με έδρα την Ιερουσαλήμ και βασικό ακαδημαϊκό κέντρο για τις ανθρωπιστικές επιστήμες και την πολιτιστική κληρονομιά, και γενικού γραμματέα του Διεθνούς Συμβουλίου Μνημείων και Τοποθεσιών (ICOMOS) για την Παλαιστίνη, εξετάζει την επίδραση αυτών των εξελίξεων στην τοπική κοινότητα.
Ο Al Houdalieh πραγματοποίησε συνεντεύξεις με κατοίκους του χωριού Sebastia, οι οποίοι περιγράφουν πώς σταδιακά έχασαν την πρόσβαση σε έναν χώρο που θεωρούσαν δικό τους, πώς η ιστορία του τόπου τους ξαναγράφεται χωρίς τη δική τους φωνή και πώς η παρουσία τους στην περιοχή αντιμετωπίζεται όχι ως συνέχεια μιας μακράς ιστορίας, αλλά ως επιπλοκή. Μιλούν για στρατιωτικά μπλόκα και για ξεναγήσεις που εστιάζουν κυρίως στην εβραϊκή βιβλική περίοδο. «Οταν μιλάμε για οικειοποίηση της γης, μιλάμε και για την οικειοποίηση του παρελθόντος», εξηγεί ο Al-Houdalieh. «Ο έλεγχος της ιστορικής αφήγησης είναι το πρώτο βήμα για τον έλεγχο του χώρου. Και στη Δυτική Οχθη αυτό έχει πολύ συγκεκριμένες πολιτικές συνέπειες».
Σύμφωνα με τον Al-Houdalieh και άλλα δημοσιεύματα, λεωφορεία με επισκέπτες φτάνουν συχνά στο χωριό υπό στρατιωτική συνοδεία – μέτρο που οι ισραηλινές αρχές χαρακτηρίζουν απαραίτητο για την ασφάλεια. Οι καταστηματάρχες αναφέρουν ότι συχνά αναγκάζονται να κλείσουν τις επιχειρήσεις τους κατά τη διάρκεια αυτών των επισκέψεων ενώ ο τουρισμός, η κύρια πηγή εισοδήματος για δεκάδες οικογένειες, έχει μειωθεί σημαντικά.
Το 2019 το παλαιστινιακό υπουργείο Τουρισμού και Αρχαιοτήτων, σε συνεργασία με την UNESCO, ξεκίνησε πρόγραμμα αποκατάστασης της παλιάς πόλης, χρηματοδοτούμενο από το Βέλγιο. Στόχος ήταν να αναδειχτεί ο χαρακτήρας του χώρου και να ενισχυθεί η τοπική οικονομία. Η ισραηλινή κυβέρνηση αντέδρασε, κατηγορώντας την Παλαιστινιακή Αρχή για μονομερή δράση.
Η Διεθνής Κοινότητα

Η UNESCO και το ICOMOS (Διεθνές Συμβούλιο Μνημείων και Τοποθεσιών) είναι οι κύριοι διεθνείς οργανισμοί που επιβλέπουν την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς παγκοσμίως. Ωστόσο, ο ρόλος τους σε ζώνες σύγκρουσης παραμένει περιορισμένος και αμφιλεγόμενος. Η UNESCO έχει εκφράσει ανησυχία για ενέργειες σε αρχαιολογικούς χώρους στη Δυτική Οχθη. Τον Μάιο του 2025, κάλεσε το Ισραήλ να απέχει από ενέργειες που θα μπορούσαν να βλάψουν τον αρχαιολογικό xώρο της Σεβάστειας, τονίζοντας τη συλλογική ευθύνη για την προστασία των ιστορικών και πολιτιστικών αξιών του. Η Σεβάστεια βρίσκεται στον Προσωρινό Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO από το 2012, προταθείσα από την Παλαιστίνη. Η περιγραφή τονίζει την «εξαιρετική παγκόσμια αξία» του χώρου και τη διαδοχή πολλαπλών πολιτισμών. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχει ακόμη εγκριθεί για τον τελικό κατάλογο και η κατάσταση παραμένει σε αδιέξοδο.
Το ICOMOS εξέδωσε Heritage Alert, προειδοποιώντας για πιθανές παραβιάσεις διεθνών συμβάσεων, όπως η Σύμβαση της Χάγης του 1907 και η Σύμβαση της Γενεύης του 1949. Το ICOMOS τονίζει την ανάγκη σεβασμού όλων των ιστορικών στρωμάτων ενός μνημείου και της συμμετοχής των τοπικών κοινοτήτων στη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Κριτικοί επισημαίνουν ότι η διεθνής κοινότητα συχνά δυσκολεύεται να επιβάλει τους κανόνες της σε περιπτώσεις που εμπλέκονται ισχυρά κράτη. «Εχουμε όλα τα χάρτινα έγγραφα και τις διακηρύξεις», λέει ένας αρχαιολόγος που έχει εργαστεί στην περιοχή, «αλλά, χωρίς πολιτική βούληση, παραμένουν συχνά ανεφάρμοστα».
Το Tell Sebastia βέβαια δεν είναι μεμονωμένη περίπτωση. Παρόμοιες διαμάχες σχετικά με τον έλεγχο της ιστορικής αφήγησης και τα δικαιώματα των τοπικών κοινοτήτων έχουν προκύψει και σε άλλους αρχαιολογικούς χώρους στη Δυτική Οχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ, όπως για παράδειγμα με την «Πόλη του Δαβίδ»· εκεί, ανασκαφές χρηματοδοτούμενες από εποικιστικούς οργανισμούς έχουν οδηγήσει σε εκτοπισμό παλαιστινιακών οικογενειών. Η Λωρίδα της Γάζας, η οποία στερείται των ιδιαίτερα σημαντικών βιβλικών συνδέσεων που χαρακτηρίζουν τη Δυτική Οχθη, αντιμετωπίζει μια διαφορετική πρόκληση: από τον Οκτώβριο του 2023 η UNESCO έχει καταγράψει ζημιές σε τουλάχιστον 114 μνημεία και χώρους πολιτιστικής κληρονομιάς, ανάμεσά τους και σημαντικοί αρχαιολογικοί χώροι.
Η έρευνα του Al-Houdalieh εντάσσει το φαινόμενο στο ευρύτερο πλαίσιο της αρχαιολογίας σε ζώνες σύγκρουσης, δείχνοντας πώς η αρχαιολογία -μια επιστήμη που θα έπρεπε να υπηρετεί την κατανόηση του παρελθόντος- μπορεί να γίνει πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ διαφορετικών αφηγήσεων. Η διεθνής αρχαιολογική κοινότητα παραμένει σε μεγάλο βαθμό διχασμένη στο ζήτημα.
Ορισμένοι αρχαιολόγοι εκφράζουν ανησυχία για τον τρόπο με τον οποίο η αρχαιολογία χρησιμοποιείται πολιτικά σε ζώνες σύγκρουσης. Αλλοι επικεντρώνονται στη σημασία της διατήρησης και της επιστημονικής έρευνας, ανεξάρτητα από πολιτικές θέσεις.
Ανοιχτά ερωτήματα
Στο χωριό Sebastia της Δυτικής Οχθης οι κάτοικοι συνεχίζουν να ζουν ανάμεσα σε αρχαίους κίονες και βυζαντινές εκκλησίες – μνημεία μιας πολύπλοκης ιστορίας που διεκδικείται από διαφορετικές πλευρές. Ο χώρος παραμένει ταυτόχρονα βιβλική πρωτεύουσα και παλαιστινιακό χωριό, ρωμαϊκή πόλη και οθωμανικό μνημείο.
Η περίπτωση της Σεβάστειας θέτει θεμελιώδη ερωτήματα: Ποιος έχει το δικαίωμα να ερμηνεύει την ιστορία ενός τόπου; Πώς μπορεί η αρχαιολογία να υπηρετεί την επιστημονική έρευνα όταν διαφορετικές ομάδες διεκδικούν το ίδιο παρελθόν; Και πώς μπορούν οι διεθνείς οργανισμοί να προστατεύσουν την πολιτιστική κληρονομιά όταν οι αρχές επί του εδάφους έχουν αντικρουόμενα συμφέροντα;
Και οι δύο πλευρές έχουν βαθύ δεσμό με αυτόν τον χώρο. Για τους Ισραηλινούς, η Σαμάρεια αντιπροσωπεύει μια κεντρική περίοδο της βιβλικής τους ιστορίας. Για τους Παλαιστίνιους, η Σεβάστεια αποτελεί μέρος της συνεχούς τους παρουσίας στην περιοχή για γενιές. Το ερώτημα δεν είναι ποιος έχει δίκιο – αλλά πώς μπορούν και οι δύο αφηγήσεις να συνυπάρξουν. Μπορεί η αρχαιολογία, μια επιστήμη που υποτίθεται ότι μας συνδέει με το παρελθόν μας, να γίνει γέφυρα αντί για τείχος; Μπορεί ένας χώρος με τόσες πολλές ιστορίες να αφηγηθεί περισσότερες από μία; Και μπορούμε να σεβαστούμε το βάθος της ιστορίας χωρίς να αποκλείσουμε αυτούς που ζουν μέσα σε αυτή σήμερα; Προς το παρόν, οι απαντήσεις παραμένουν ασαφείς, όπως τα στρώματα της Σεβάστειας, περιμένοντας να αποκαλυφθούν. Πίσω στην κορυφή του λόφου, η παλαιστινιακή σημαία που οι έφηβοι ύψωσαν θα παραμείνει εκεί για λίγες μέρες ή λίγες εβδομάδες. Μετά θα γκρεμιστεί ξανά. Και θα ξαναϋψωθεί. Και έτσι συνεχίζεται.
* Επίκουρη καθηγήτρια Αρχαιολογίας της Εγγύς Ανατολής στο Πανεπιστήμιο UKSW της Βαρσοβίας και αρχισυντάκτρια του επιστημονικού περιοδικού Near Eastern Archaeology
