Το «2:22, A ghost story» του Bρετανού συγγραφέα Ντάνι Ρόμπινς έρχεται στην αθηναϊκή σκηνή (επιστρέφει μάλλον για δεύτερη χρονιά στο θέατρο «Αλάμπρα») με όλη την αυτοπεποίθηση του καλοφτιαγμένου και πολλαπλώς δοκιμασμένου εκείνου έργου που ξέρει τι ζητά το κοινό του πριν ακόμη και από το ίδιο: ρυθμό, αγωνία, γέλιο σε δόσεις και -στο τέλος- μια ανατροπή που να σε σηκώσει λίγο από την καρέκλα σου. Δεν είναι μικρό πράγμα να υπόσχεσαι, ήδη από τον τίτλο, μια ώρα-φετίχ: «2:22, τα μεσάνυχτα…». Κάθε καλό θεατρικό έργο έτσι κι αλλιώς δεν είναι παρά ένας μηχανισμός που μετρά αντίστροφα – και η παράσταση του Φάνη Μουρατίδη (στην πολύ καλή μάλιστα μετάφραση του Αντώνη Γαλέου) επενδύει ακριβώς σε αυτό: στην παλιά εκείνη θεατρική μηχανή τού «περιμένετε∙ και θα το δείτε να συμβαίνει».
Η υπόθεση είναι απλή και ακριβώς γι’ αυτό άμεσα εκτιμητέα από το πλατύ κοινό αυτού του θεατρικού είδους: Ενα νεαρό ζευγάρι εγκαθίσταται στο νέο του σπίτι· η Τζεν (Φαίη Ξυλά) επιμένει ότι κάτι συμβαίνει κάθε βράδυ στις 2.22 π.μ.· ο άνδρας της, Σαμ (Φάνης Μουρατίδης), αντιτείνει πως δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορεί να εξηγηθεί με όρους ντεσιμπέλ, σωληνώσεων ή κάποιων «πρόχειρων» ψυχολογικών αναλύσεων. Ενα δείπνο με φίλους (Ναταλία Δραγούμη, Βασίλης Κούκουρας, Γιώργος Ζαφειρόπουλος) μετατρέπει το σαλόνι σε μικρό εργαστήριο πίστης και απιστίας. Το ερώτημα δεν είναι απλώς τι συμβαίνει, αλλά πόσο αντέχεις να παραμένεις στη λογική όταν το ίδιο σου το σπίτι και ο σύντροφός σου επιμένουν να εγείρουν την πιθανότητα μιας άλλης, παράλληλης και ανησυχητικής πραγματικότητας.
Δοκιμασίες
Σε αυτό ακριβώς το σημείο το «2:22» αποκαλύπτει τη φύση του σαν ένα κομψό, φιλικό προς το κοινό θρίλερ της βρετανικής σχολής, μακρινός απόγονος του βικτοριανού γοτθικού μελοδράματος, που ισορροπεί έξυπνα ανάμεσα στον ορθολογικό σκεπτικισμό και τη διαρκή γοητεία του υπερφυσικού. Κατά ένα μέρος «ιστορία φαντασμάτων» λοιπόν και κατά ένα άλλο μέρος «δράμα σχέσεων», το «2:22» δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι ο σύγχρονος φόβος σπάνια πια γεννιέται σε σκοτεινούς διαδρόμους ή με αόρατες παρουσίες· αναδύεται κυρίως στις ρωγμές της οικειότητας, στις αστάθειες της πίστης ή στη δοκιμασία της εμπιστοσύνης μας στις ανθρώπινες σχέσεις.
Γι’ αυτό και το πραγματικό ζητούμενο εδώ δεν βρίσκεται στο αν υπάρχουν «φαντάσματα». Το έργο λειτουργεί πειστικότερα όταν το υπερφυσικό στοιχείο του έργου αντιμετωπιστεί σαν σημείο μιας γενικότερης σημερινής αστικής παθογένειας που απελευθερώνει λανθάνουσες επιθετικότητες, ταξικές βεβαιότητες, έμφυλες νευρώσεις, εκθέτοντας παράλληλα τη λεπτή εκείνη μορφωτική αλαζονεία που συχνά μεταμφιέζεται σε ορθολογισμό, προκειμένου να μην παραδεχτεί τους μύχιους φόβους της για το άγνωστο.
Η μεγάλη δύναμη της γραφής του Ρόμπινς βρίσκεται αναμφίβολα στη δραματουργική οικονομία της. Το κείμενο είναι σφιχτά δομημένο, σχεδόν σαν ρολόι, με σκηνές που κινούνται αμείλικτα προς τη σημαδεμένη ώρα. Ο διάλογος καθαρός και αναγνωρίσιμα σύγχρονος, συχνά χιουμοριστικός, ενίοτε καυστικός, πάντοτε συγχρονισμένος με τους ρυθμούς της πραγματικής συνομιλίας. Καθοριστικής σημασίας είναι και η άρνηση του συγγραφέα να ανακηρύξει έναν «νικητή» στη σύγκρουση ανάμεσα στην πίστη και τη δυσπιστία. Αντί γι’ αυτό επιτρέπει στην ίδια την αβεβαιότητα να εγκατασταθεί στη σκηνή σαν κάποια αδιόρατη και ανησυχητική παρουσία.
Τελικά σαν κάθε επιτυχημένο έργο του σασπένς το «2:22» αποδεικνύεται ιδιαίτερα γενναιόδωρο προς το κοινό του. Φυτεύει αρχικά με προσοχή ενδείξεις, ενθαρρύνει στη συνέχεια τις εικασίες και καλεί στο τέλος τους θεατές να λειτουργήσουν σαν ντετέκτιβ, συνθέτοντας θραύσματα μαρτυριών, αναμνήσεων και συμπεριφορών. Η τελική ανατροπή, σαφώς σχεδιασμένη για να προκαλεί ρίγη στην πλάτη, λειτουργεί λιγότερο σαν φιλοσοφική απάντηση στα όσα έχουν τεθεί και περισσότερο ως θεατρική αποζημίωση. Μπορεί να μην ικανοποιεί όσους αναζητούν την αμφισημία της παράδοσης ενός Χένρι Τζέιμς ή ενός Πίντερ, προσφέρει ωστόσο ακριβώς αυτό που υπόσχεται: ρίγος, έκπληξη και εκείνη την ενοχλητική ανησυχία που επιμένει να μας διαπερνά και μετά το τέλος της παράστασης, ακόμα και στον ανοιχτό αέρα της Στουρνάρη.
Σκηνική σαφήνεια
Η σκηνοθεσία του Φάνη Μουρατίδη δουλεύει με βασική αρετή τη σκηνική σαφήνεια. Κρατά τη δράση σε μια γραμμή κλιμάκωσης, χωρίς να χαλά τον μηχανισμό του συγγραφέα. Το σκηνικό του Μανόλη Παντελιδάκη, ένα σπίτι που δεν είναι ποτέ ούτε ακριβώς «σπίτι», αλλά ούτε και ένα αμιγώς «σκηνικό τρόμου», λειτουργεί σαν δοχείο: ό,τι συμβαίνει σε αυτό κλείνεται μέσα στους τοίχους του – και σφραγίζεται εκεί. Οι φωτισμοί του Περικλή Μαθιέλλη και το sound design του Φώτη Παπαθεοδώρου, μαζί με τη μουσική επιμέλεια του Ηλία Παπαχαραλάμπους, αποτελούν τον άδηλο ρυθμιστή της ατμόσφαιρας.
Κι όμως. Σε κάποια σημεία που η παράσταση πατά τη λεπτή γραμμή μεταξύ κωμωδίας και θρίλερ, η σκηνοθεσία φανερά χάνει την ισορροπία της. Οταν η ένταση πηγάζει από την αμηχανία των χαρακτήρων ή από την αδυναμία τους να συμφωνήσουν ακόμα και στο τι άκουσαν, χτυπά αληθινό νεύρο. Οταν όμως το ίδιο χάνεται στην κωμική εξωστρέφεια ή στην υπερχειλίζουσα ένταση, υπάρχει κίνδυνος να επικαλύψει το γενικό κλίμα του έργου. Παρά τα θετικά σχόλια για την εν γένει απόδοση, εγείρεται η ένσταση για έναν κάποτε «φωνακλάδικο» ή υπερφορτισμένο τόνο ερμηνείας, που αντιβαίνει, αν μη τι άλλο, στη σουρντίνα της μεταφυσικής απειλής του «2:22».
Οσον αφορά τις ερμηνείες, η Φαίη Ξυλά κρατά τον βασικό παλμό της παράστασης: Η δική της Τζεν δεν είναι μια «υστερική» που φοβάται, αλλά μια γυναίκα που διεκδικεί να την πιστέψουν. Ο Φάνης Μουρατίδης ως Σαμ, με τη γνωστή σκηνική άνεσή του και την ειρωνική θερμοκρασία του, είναι αποτελεσματικός στο να κάνει την αμφισβήτηση του ρόλου ελκυστική. Τα καλύτερα σημεία, όμως, έρχονται όταν ο ορθολογισμός του Σαμ δεν πατά πια σε βεβαιότητες αλλά βρίσκεται σε άμυνα, όταν ο ρόλος αποκτά ρωγμές.
Το «δείπνο»
Η Ναταλία Δραγούμη, με ακρίβεια στην κίνηση και στον τονισμό, λειτουργεί σαν καταλύτης της βραδιάς. Ο χαρακτήρας της είναι εκεί για να σπρώξει τη συζήτηση από το «τι πιστεύεις» στο «τι χρειάζεται για να πιστέψεις». Ο Βασίλης Κούκουρας και ο Γιώργος Ζαφειρόπουλος συμπληρώνουν το σύμπαν της παρέας με ενέργεια που κρατά ζωντανό το «δείπνο».
Το φινάλε, η ανατροπή που ο συγγραφέας έχει γράψει με καθαρά θεατρική πρόθεση σαν «δώρο» στην αίθουσα, παραμένει ασφαλώς αποτελεσματικό. Κάποιοι θα το βρουν υπερβολικά τακτοποιημένο, μα οι περισσότεροι θα το απολαύσουν ακριβώς γι’ αυτό που είναι: μια υπόσχεση που τηρείται.
Αλλωστε σε αυτό η παράσταση υπήρξε εξαρχής σαφής: Το «2:22» προβλήθηκε εξαρχής σαν ένα εμπορικό θρίλερ μεταξύ τρόμου και χιούμορ, που θέλει να διασκεδάσει το κοινό του και όχι να προκαλέσει κάποιον βαθύτερο μεταφυσικό προβληματισμό. Αν πρέπει να κρατήσουμε κάτι λοιπόν είναι ότι το «2:22», στην εκδοχή του «Αλάμπρα», πετυχαίνει κυρίως σαν θέατρο της αμφιβολίας: Σε φέρνει στο πολύ γνωστό σημείο όπου η σχέση σου με τον Αλλον (ή με το Αλλο…) κλονίζεται από ένα ρίγος. Στην πραγματικότητα το ίδιο το «φάντασμα» δεν χρειάζεται να εμφανιστεί ποτέ – αρκεί που φάνηκε η ρωγμή στη συνεννόησή μας με τον δεδομένο και υπαρκτό γύρω μας κόσμο. Τα υπόλοιπα -όλα, ήχοι, σκιές και η ώρα «2:22»- γίνονται ο τρόπος που έχει το θέατρο να σε κάνει να δεις τη ρωγμή αυτή πιο καθαρά.
