Η πρόσφατη σκηνική αναβίωση του αγγλικού θεατρικού «Στην εξοχή» του Mάρτιν Κριμπ στο Θέατρο Αποθήκη, σε σκηνοθεσία Αικατερίνης Παπαγεωργίου πλαισιωμένη από εξαιρετικές ερμηνείες, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που δεν έχει ποτέ πραγματικά πάψει να παίζει ρόλο: την οικογένεια ως χώρο επιμελημένης υποκρισίας, άρρητων κανόνων και στρατηγικών ή έστω τακτικών υποχωρήσεων. Η Παπαγεωργίου παραμένει πιστή σε έναν αγγλοσαξονικό μινιμαλισμό, αποφεύγοντας τον έντονο ψυχολογισμό ή τη δραματική υπερβολή.
Επιλέγει να κρατήσει την παράσταση σε ένα επίπεδο συγκρατημένης έκφρασης, όπου τα κενά, οι παύσεις και οι απουσίες του λόγου λειτουργούν εξίσου εύγλωττα όσο και οι παβλοφικές αποτυπώσεις του. Αυτή η επιλογή είναι κρίσιμη, διότι επιτρέπει να αναδειχθεί η κοινωνική μηχανική πίσω από την πυρηνική οικογένεια χωρίς να χαθεί μέσα στον άσκοπο λυρισμό.
Στο έργο αυτό, η οικογένεια δεν παρουσιάζεται ως ιδανικός τόπος καταφυγής, αλλά ως μηχανισμός διαχείρισης συμφερόντων. Οι εντάσεις, οι προδοσίες και οι σιωπηρές αποδοχές δεν απορρέουν από ηθική αδυναμία ή ατομικό πάθος, αλλά από την αναγκαιότητα διατήρησης ενός πλαισιακά συγκροτημένου κυκλώματος αυτοαναπαραγωγής των υποκειμένων. Εδώ αξίζει να θυμηθούμε την ανάλυση της Σίλβια Φεντερίτσι, η οποία έχει υποστηρίξει ότι η οικογένεια αποτελεί προνομιακό τόπο πρωτογενούς συσσώρευσης. Το παιδί, η φροντίδα, η συναισθηματική εργασία – όλα γίνονται μορφές επένδυσης, κεφαλαίου και παραγωγής, έστω και συναισθηματικής.
Η οικογένεια λειτουργεί ως βιοπολιτική αποτύπωση: μια οργανωμένη μονάδα που παράγει σταθερότητα, κοινωνική παρουσία και συνέχεια ιδιοκτησίας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι «ανεκτές» συμπεριφορές στην παράσταση –οι μικροπροδοσίες, οι σιωπηρές συγκαλύψεις, τα συμφωνημένα ψέματα– δεν εμφανίζονται ως προϊόν αδυναμίας χαρακτήρα, αλλά ως στρατηγικές επιβίωσης. Η οικογένεια δεν αντέχει γιατί οι άνθρωποι αγαπιούνται, αλλά γιατί η διάλυσή της θα σήμαινε οικονομική, κοινωνική αστάθεια και συνεπώς προσωπική. Γι’ αυτό και η υποχώρηση δεν παρουσιάζεται ως ήττα, αλλά ως υπολογισμένη διατήρηση της επιχειρησιακής λειτουργικότητας του σπιτικού. Η Αικατερίνη Παπαγεωργίου δεν επιδιώκει να κατηγορήσει κανέναν. Αντίθετα, σκηνοθετικά, αναδεικνύει τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στο προσωπικό και το δομικό. Δείχνει πώς το υποκείμενο, ακόμη και όταν επιθυμεί το ρήγμα, παραμένει δέσμιο μιας δομής που το υπερβαίνει.
Η οικογένεια εδώ δεν είναι απλώς ένα άθροισμα ατόμων, αλλά μια κοινή οντότητα που υπερασπίζεται την ύπαρξή της με όρους σχεδόν βιοπολιτικούς, παρά τις ενδοδομικές αντιφάσεις των υποκειμένων της. Ετσι, η παράσταση καταλήγει να είναι κάτι πολύ περισσότερο από σύμπλεγμα ηθικών αντιφάσεων και αναδεικνύεται σε σχόλιο πάνω στην κανονικοποίηση της υποχώρησης. Καλεί το κοινό να αναγνωρίσει πως αυτό που συνηθίζουμε να ονομάζουμε «οικογενειακή αγάπη» είναι συχνά ένα λεκτικό περίβλημα μιας πολύ πιο δομημένης και ορθολογικής ανάγκης: η διατήρηση δηλαδή μιας επιχειρησιακής μονάδας που εξασφαλίζει την ατομική θέση και υπόσταση στον κόσμο και στην κοινή γνώμη. Και ίσως αυτό είναι το πιο πολιτικό στοιχείο της παράστασης: δεν μας καλεί να απορρίψουμε την οικογένεια συνειδησιακά και δευτερογενώς με βάση το βιωματικό στοιχείο που είναι της μόδας, αλλά να τη δούμε και να την αναλύσουμε –για μια φορά– αιτιακά και απογυμνωμένη από τον μύθο της.
*Δικηγόρος, μεταδιδάκτωρ Διοικητικού Δικαίου (ΕΚΠΑ)
