ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αν αυτή είναι η πρώτη τους συνεργασία, αναρωτιόμαστε πώς θα ήταν αν ήδη συνεργάζονταν χρόνια. Γιατί η θεατρική τους σύμπραξη φανερώνει ακριβώς το αντίθετο. Οπως και να ‘ναι, ο σκηνοθέτης Γρηγόρης Χατζάκης κατάφερε να ανεβάσει ίσως (σ.σ. για μας σίγουρα) το καλύτερο έργο, σε θέατρο και σινεμά, με θέμα τη Μαρία Αντουανέτα και η Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη, που την υποδύεται, μας καθήλωσε στην κυριολεξία με την ερμηνεία της.

Μία φράση μόνο αρκεί για του λόγου το αληθές: κάποια στιγμή η Χριστίνα, ως Μαρί Αντουανέτ φυσικά, τρώει ένα κρουασάν ενώ ακούγεται ένα γνωστό, ξενόγλωσσο τραγούδι. Η ίδια καθ’ όλη τη διάρκεια του τραγουδιού απλά κάθεται και τρώει το κρουασάν – ε, δεν μπορούσαμε να πάρουμε τα μάτια μας από πάνω της. Τόσο υπέροχη είναι η ίδια επί σκηνής ερμηνευτικά και εμφανισιακά.

Το έργο με τον περίτεχνο τίτλο «Μαρί Αντουανέτ – Savon Original: Η ασφυξία του πούπουλου όταν πέφτει» είναι σε σύλληψη και κείμενο Γρηγόρη Χατζάκη. Διατηρεί ατόφια ιστορικά στοιχεία για το πρόσωπο, τη ζωή και τη δράση της διάσημης αποκεφαλισμένης βασίλισσας, ωστόσο η παράσταση δεν είναι ένα ιστορικό πορτρέτο της Μαρί Αντουανέτ με την κλασική έννοια· δεν εστιάζει στη βασίλισσα ως φιγούρα της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά ως σύμβολο: το έργο ξεκινάει με τη Χριστίνα να κατεβαίνει αργά τη σκάλα. Πέραν του πολύ έξυπνου χιούμορ που αναβλύζει ακόμα και από αυτή την ίδια την κατάβαση, η τελευταία συμβολίζει την πτώση – όχι μόνο μιας βασιλικής ύπαρξης, αλλά και μιας κατάστασης ελευθερίας, ταυτότητας, προσωπικής ύπαρξης. Υπό αυτή την έννοια σχεδόν κάθε γυναίκα μπορεί να ταυτιστεί με τη Μαρί Αντουανέτ του Χατζάκη και της Φαμέλη, κάθε ύπαρξη, ανεξαρτήτως φύλου, νιώθει εγκλωβισμένη μέσα στη στερεοτυπική εικόνα που καλείται να υποστηρίξει, ασφυκτιά ανάμεσα σε προσδοκίες, ρόλους, κοινωνική θέση, συμβάσεις και «πρέπει».

Αυτοτρολαριστικά

Τι ήταν όμως αυτό που ώθησε τον σκηνοθέτη να αγγίξει ξανά μια τόσο φορτισμένη ιστορικά φιγούρα και μάλιστα με τόσο υπέροχα αυτοτρολαριστικό τρόπο; «Ξύπνησα ένα πρωί κυριολεκτικά με την εικόνα της Χριστίνας στο κόκκινο, σαν από αίμα που κυλάει, φόρεμα της Αντουανέτας σε έναν λευκό στουντιακό χώρο. Μια Αντουανέτα που πρώτα απ’ όλα προσπαθεί να καταπολεμήσει την ανία της, τη βαθιά ριζωμένη πλήξη της. Μου φάνηκε αστείο που όλος ο σύγχρονος δυτικός κόσμος τρέχει και δεν φτάνει και εκείνη βρίσκεται σε μια άμαξα (που επίσης δεν φτάνει πουθενά) και δεν έχει τι να κάνει. Τα έχει όλα και δεν έχει τίποτα μπροστά στο υπαρξιακό αδιέξοδο που βρίσκεται.

Παράλληλα η ιδέα πως μπορεί να είναι ντυμένη ταυτόχρονα τη δόξα και την πτώση της -το βελούδινο φόρεμα που καταλήγει σε αιμάτινα στίγματα- μου φάνηκε σαν ο απόλυτος καμβάς για να μπορέσει να σχολιάσει αφ’ υψηλού και αποστασιοποιημένα (ή αυτοτρολαριστικά όπως λες) τόσο τα γεγονότα της δικής της ζωής όσο και παγκόσμια γεγονότα αλλά και υπαρξιακούς προβληματισμούς από πολύ πριν από την εποχή της μέχρι και σήμερα» μας απαντά ο Γρ. Χατζάκης.

Τον ρωτήσαμε και αν σήμερα, στην εποχή των social media, της κουλτούρας του cancel και της δημόσιας εικόνας ως ευχή και κατάρα, χρειαζόμαστε «γκιλοτίνες»: «Δεν χρειαζόμαστε άλλη βία, ένθεν κακείθεν. Γκώσαμε από βία. Χρειαζόμαστε άλλα “εργαλεία”. Χρειαζόμαστε πρώτα πρώτα -όσον αφορά τα media- καλύτερη πληροφόρηση, διασταύρωση, αναζήτηση πηγών, προτού βγάλουμε συμπεράσματα. Πλέον ένας τίτλος μάς αρκεί για ν’ αρχίζουμε να παίζουμε τις πέτρες στα χέρια μας. Αφετέρου, χρειαζόμαστε καλύτερους καθρέφτες – οι τζαμένιοι που έχουμε στα μπάνια έχουν θαμπώσει από καιρό. Χρειαζόμαστε καθρέφτες εσωστρεφείς, πνευματικούς, να αντανακλούν τα λάθη μας πρώτα και έπειτα να βλέπουμε τα των άλλων. Τέλος, πόσο χρησιμότερη η βοήθεια από την εύκολη καταδίκη! Στο κάτω κάτω γι’ αυτό δεν κάνουμε και όποια τέχνη κάνουμε; Για να δούμε, τόσο εμείς όσο και οι θεατές, τις πιο βαθιές και σκοτεινές πτυχές μας, να τις αναδείξουμε και να τις επαναδιαπραγματευτούμε. Αν πίστευα στην εύκολη στοχοποίηση, στο cancel και τον δημόσιο παραδειγματισμό, θα απιστούσα μάλλον λίγο στην ίδια τη δουλειά μου» μας λέει με περισσή ακεραιότητα.

«Η Μαρί Αντουανέτ είναι έρμαιο της εικόνας της, είναι όπως λέει “υπηρέτρια της βασίλισσας που κουβαλάει”» μας λέει με τη σειρά της η Χριστίνα Χειλά-Φαμέλη σαν τη ρωτάμε τι σημαίνει «ας φάνε παντεσπάνι» σήμερα ως κοινωνικό σχόλιο – μια φράση που δεν είπε μεν ποτέ η Αντουανέτα, αλλά την «είπε» με τις πράξεις της. «Μας είναι, ως παρατηρητές, πιο εξυπηρετικό να βρίσκουμε λάθη, κι ας μην ειπώθηκαν ποτέ, γιατί μπορούμε ευκολότερα και πιο απενοχοποιημένα να “λιντσάρουμε”. Κι αυτό σήμερα είναι τρομαχτικά προσιτό μέσω της δύναμης των κοινωνικών δικτύων, όπου ο καθένας κρίνεται και “λιντσάρεται” ανεξάρτητα αν είπε ή έκανε κάτι, επειδή βολεύει κάποιους να έχει πει ή κάνει κάτι».

Πλήξη

Μήπως τελικά σήμερα θα χειροκροτούσαμε μια Μαρί Αντουανέτ, καθώς πράγματι ζούμε στην εποχή της «ασφυξίας του πούπουλου όταν πέφτει»; «Ναι, ίσως βρισκόμαστε ακριβώς σε αυτή την εποχή και ίσως μας αρέσει να βρίσκουμε Αντουανέτες να σιχαινόμαστε όσο βρίσκονται στα πάνω τους και να χειροκροτούμε την πτώση τους. Αποθεώνουμε τις Καρντάσιαν που μας πετάνε στη μούρη την πλήξη της δικής τους χλιδής και εμείς τις κάνουμε πλουσιότερες και τις ωθούμε σε μεγαλύτερη πλήξη με τα views και τα like μας. Σίγουρα θέλουμε να παρατηρούμε άλλες ζωές για να κρίνουμε και να εφησυχάζουμε στιγμιαία. Να λέμε ένα “σα δε ντρέπονται”, για να νιώθουμε καλύτερα. Ωστόσο δε νιώθω πως ο ρόλος συνομιλεί σε ένα δεύτερο επίπεδο με το σήμερα με απλό τρόπο: ο ρόλος είναι τόσο γοητευτικός, ακριβώς γιατί είναι τόσο τότε όσο και σήμερα. Σχολιάζει την ανθρώπινη υπαρξιακή ρουτίνα που δεν μπαίνει σε χρονικά καλούπια. Ταυτόχρονα η συμπεριφορά της Αντουανέτας στο έργο φέρει μια οικειότητα: μέσα από αυτή μπορείς να δεις συμπεριφορές δικές σου ή γνωστών σου. Δεν νιώθεις τοίχο. Ισως σε εκνευρίζει ενδεχομένως γιατί “κάτι σου θυμίζει”».

Εμάς πάντως σίγουρα κάτι μας θύμισε: το πολύ καλό θέατρο.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ: Κάθε Σάββ. 21.00, Κυρ. 19.00, στην «Κάμιρο» (Ιθάκης 32, Κυψέλη). Εως τέλη Δεκεμβρίου. Προπώληση: www.ticketservices.gr / τηλ. 210-7234567 / εκδοτήριο Πανεπιστημίου 39. Σύλληψη – σκηνοθεσία – εικαστική επιμέλεια – φωτισμοί: Γρηγόρης Χατζάκης. Σκηνικά: Μαρίζα Σουλιώτη. Κοστούμια: Lila Nova. Κίνηση: Χλόη Αλιγιάννη. Μουσική: Βύρων Κατρίτσης. Στην παράσταση επί σκηνής και ο Ορφέας Χατζησπύρου σε βωβό ρόλο.