Ταυτόχρονα σχεδόν με το Γουέστ Εντ (η δημόσια αναμετάδοση της παράστασης στο διαδίκτυο από το Εθνικό Θέατρο της Σκοτίας έγινε μόλις τον περασμένο μήνα), ανεβαίνει και στο δικό μας θέατρο της οδού Αμερικής η τελευταία επιτυχία του βρετανικού θεάτρου. Προμηνύοντας φαντάζομαι την ίδια, μεγάλη κοσμοσυρροή.
Η οποία προφανώς θα προέρχεται καταρχάς από το ίδιο το έργο του Ιρλανδού συγγραφέα με το ευκολομνημόνευτο όνομα Ντέιβιντ Αϊρλαντ. Το «5ο βήμα» του λειτουργεί όχι με την έξαψη ενός μεγάλου θεάματος, αλλά με την ύπουλη σταθερότητα μιας σταγόνας που κρούει ξανά και ξανά στο ίδιο σημείο. Μια απλή συνάντηση δύο ανδρών σε ένα δωμάτιο, που διαρκώς υπονομεύεται από όσα δεν λέγονται, από όσα περιμένουν να ειπωθούν και από όσα τελικά εκφέρονται. Το έχουμε δει πολλάκις, -τελευταία στην «Αλλη Θήβα»-, το συναντούμε ξανά αυτή τη φορά, με φόντο την κοινότητα των «Ανώνυμων Αλκοολικών» και τη μέθοδο απεξάρτησής τους.
Η παράσταση του «5ου βήματος», όπως μεταφέρθηκε στο Μικρό Χορν, στη ρέουσα μετάφραση της Μαριαλένας Κωτσάκη, αναπτύσσεται με τη δομή έργου δωματίου: μια συνομιλία που ξεκινά αθώα, με (αλλεπάλληλους) χλιαρούς καφέδες και νευρικά χαμόγελα, παραμορφώνεται σιγά σιγά σε κάτι ανεξέλεγκτο, σε μια τελετουργία ενηλικίωσης (αν δεχθούμε πως οι εθισμένοι έχουν απολέσει τη δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού τους), όπου η αλήθεια παύει να είναι λυτρωτική και γίνεται σχεδόν επικίνδυνη.
Εθισμός
Σύμφωνα με την υπόθεση η μέθοδος απεξάρτησης που θα ακολουθήσουν οι δυο άνδρες περιλαμβάνει 12 βήματα, που σκοπεύουν όχι μόνο να απομακρύνουν τον εθισμένο από τις ουσίες, αλλά και να τον φέρουν πλησιέστερα στην αυτοδιάθεση και την προσωπική ολοκλήρωση. Υπάρχει ωστόσο ένα βήμα ανάμεσα στα άλλα, -το «πέμπτο βήμα» της διαδικασίας-, το οποίο μοιάζει να αφορά, πέρα από τη συγκεκριμένη κοινότητα αλκοολικών, τον καθένα από εμάς: Είναι το «βήμα» που ζητάει την ομολογία των μυστικών σφαλμάτων, τη εξομολόγηση προς έναν Θεό, τον εαυτό ή προς έναν άλλο άνθρωπο. Ο Αϊρλαντ εστιάζει στον τελευταίο αυτό όρο. Είναι η στιγμή κατά την οποία δύο ξένοι συναντιούνται κοντά σε μια πράξη απόλυτης αποκάλυψης και πάνω σε ένα ρήγμα. Γιατί δεν υπάρχει εγγύηση πως η αλήθεια που θα ειπωθεί μεταξύ τους θα λειτουργήσει θεραπευτικά. Οταν καλείσαι να εκθέσεις την ακριβή φύση «των σφαλμάτων σου», δεν ανοίγεις μόνο το αρχείο του παρελθόντος σου· εκθέτεις και την πιθανότητα να μην μπορέσει ο άλλος απέναντί σου να σε βλέπει πια με τον ίδιο τρόπο.
Και φυσικά υπάρχουν πάντα οι «επικίνδυνες αλήθειες» που αναδύονται… Επικίνδυνες όχι μόνο για το περιεχόμενό τους, αν και αυτό έχει τη δική του δηλητηριώδη ποιότητα, όσο για τον τρόπο με τον οποίο μοιάζουν να αποδομούν το ίδιο το σύστημα «αμοιβαίας βοήθειας» και «αμοιβαίας σωτηρίας». Μα το «5ο βήμα» δεν προσφέρεται σαν σχόλιο για την αποτελεσματικότητα ή την αποτυχία των συστημάτων απεξάρτησης. Το θέμα του είναι βαθύτερα υπαρξιακό: η συνάντηση των δύο (οποιωνδήποτε) ανδρών που προσπαθούν να επικοινωνήσουν χωρίς να πληγώσουν, και τελικά πληγώνονται ακριβώς επειδή επικοινωνούν, κρύβει μια αναγνωρίσιμη κρίση υπαρξιακού χαρακτήρα. Ο Αϊρλαντ μοιάζει να υπονοεί ότι καμία θεραπευτική δομή δεν μπορεί να λειτουργήσει απερίσπαστη από την ανθρώπινη αστάθεια. Το «5ο βήμα» της εξομολόγησης δεν είναι ποτέ ουδέτερο· επαναδιατυπώνει τη σχέση των ανθρώπων, την επανακαθορίζει και την αναμορφώνει. Την καθιστά ξανά ασταθή.
Χωρίς αμφιβολία πολλοί θα αναγνωρίσουν εδώ κάτι γνώριμο στα έργα αυτού του είδους και προέλευσης. Την αίσθηση πως το χιούμορ (άφθονο και έξυπνο όπως πάντα) αργά ή γρήγορα υποχωρεί, για να φανεί από πίσω η τραχιά επιφάνεια της ανθρώπινης αντίφασης. Μέσα σε αυτή τη διαλεκτική του έργου, ο Αϊρλαντ χτίζει ταυτόχρονα μια αλληγορία πατέρα-γιου. Υπάρχει εδώ η προφανής τρυφερότητα της οικογένειας με τις βαθιές ρωγμές της, η καθοδήγηση του κηδεμόνα που μπορεί να μεταμορφωθεί σε έλεγχο, η ανάγκη για προστασία που συχνά εκτρέπεται σε εξουσία, ο φόβος του γονέα, μήπως ο «γιος» δεν μεγαλώσει ποτέ, ή ο φόβος του «γιου», μήπως η ενηλικίωσή του σημαίνει την απώλεια της αγάπης… Η ίδια η ελευθερία, σαν να λέει ο Αϊρλαντ, απαιτεί ρίσκο. Κι είναι το δικό του ρίγος που διαπερνά την παράσταση του Μικρού Χορν από άκρη σε άκρη.
Ακόμη ένα τυπικά καλογραμμένο έργο της ιρλανδικής σχολής. Κι εντούτοις στη σκηνή του Μικρού Χορν όλα αποκτούν μια παράξενη οικειότητα. Ισως γιατί ο Χρυσανθόπουλος δεν επιδιώκει θεαματικές λύσεις (με μόνη εξαίρεση τα χάρτινα ποτηράκια που πέφτουν στο κεφάλι του ήρωα στο τέλος), αλλά αφήνει το υλικό να ανασαίνει και να πάλλεται μέσα από την ηθοποιία. Η διδασκαλία του χτίζει έτσι μια ένταση που συσσωρεύεται μέσα από μικρές αναπνοές, αδιόρατες μετατοπίσεις, λεπτές κινήσεις, στρατηγικές που δηλώνουν έναν κόσμο σε διαρκή διαπραγμάτευση και αντικρουόμενες τακτικές.
Ρεσιτάλ ερμηνείας
Στο τέλος, αυτό που παίρνουμε από το συγκεκριμένο έργο -και σταθερά από έργα του αυτού είδους- δεν είναι παρά ένα διπλό ρεσιτάλ ερμηνείας. Ο Παντελής Δεντάκης, ως ώριμος πρώην αλκοολικός Τζέιμς, αποτυπώνει έναν άνθρωπο που έχει χτίσει τη νηφαλιότητά του πάνω σε κώδικες τους οποίους δεν μπορεί να παραβιάσει χωρίς να καταρρεύσει. Κάθε του φράση μοιάζει να έχει ελεγχθεί πρώτα από έναν εσωτερικό μηχανισμό επιβίωσης. Υπάρχει κάτι βαθιά ευάλωτο στο πώς επιμένει να κρατήσει όρθιο το πλαίσιο του προγράμματος απεξάρτησης – σαν να γνωρίζει ότι οποιαδήποτε ρωγμή θα βάλει σε κίνδυνο όχι μόνο τον ακόλουθό του, αλλά και τον ίδιο.
Ο Θάνος Τοκάκης, από την άλλη, προσεγγίζει τον νεαρό αλκοολικό Λούκα σαν μια φιγούρα που σε γοητεύει ακριβώς επειδή δεν σου επιτρέπει να τη διαβάσεις εύκολα. Μα η γοητεία αυτή δεν είναι επιφανειακή· έχει την υφή του ανθρώπου που αναζητά απεγνωσμένα «ακρόαση» ενώ ταυτόχρονα αντιστέκεται στην όποια αποκάλυψη. Το βλέμμα του μετατοπίζεται διαρκώς ανάμεσα στη συστολή και στη διεκδικητικότητα. Σε κάθε του εξομολόγηση, ακόμη κι όταν αγγίζει τα όρια του φανερά ανείπωτου, υπάρχει έντονα μια διαρκής αγωνία. Πόση αλήθεια μπορεί να αντέξει ο άλλος χωρίς να αποσυρθεί; Και πόση, τελικά, μπορεί να αντέξει αυτός ο ίδιος;
Νίκες και ήττες
Πόσο έτοιμοι είναι οι άνδρες όχι μόνο να μιλήσουν, αλλά να αντέξουν την αλήθεια του άλλου; Οι συναντήσεις των δύο ανδρών μοιάζουν πράγματι με τις ψηφίδες μιας διαρκούς, ασταθούς εξομολόγησης. Φιλία, οικογένεια, ερωτική αμηχανία, πνευματικότητα, πάθη, μικρές ιδιωτικές νίκες και βαθιές ήττες… Η δε σύντομη στιχομυθία τους για τον Θεό -με το παράδοξο παράδειγμα του χάρτινου ποτηριού σαν πιθανής «Ανώτερης Δύναμης»- αφήνει να διαφανεί η ανάγκη για την πίστη σε κάτι, στο οτιδήποτε, που θα επιτρέψει στον άνθρωπο να μετατοπίσει λίγο το βάρος της ενοχής του. Οταν ο Λούκα δέχεται στο τέλος από τον ουρανό στο κεφάλι πολλά χάρτινα ποτηράκια είναι σαν να φωτίζεται από τη Θεία Χάριν…
Απλά και λειτουργικά τα σκηνικά της Μαίρης Μαρμαρινού και της Ιωάννας Παπαδογιάννη, καθώς και τα κοστούμια της Ευαγγελίας Δελένδα. Ενδιαφέρουσα, υπόγεια, η μουσική επένδυση του Νίκου Γαλενιάνου, όπως και ο ευφυής σχεδιασμός των φωτισμών από τους Τάσο Παλαιορούτα και Ιωάννα Αθανασίου.
Το «5ο βήμα» αφήνει το αποτύπωμά του σαν κάτι που ξεκινά στωικά και τελειώνει με κραδασμό. Η δύναμή του δεν βρίσκεται στην πλοκή αλλά στην επιμονή να παρακολουθήσει τη στιγμή που δύο ζωές συναντιούνται χωρίς να έχουν καμία βεβαιότητα ότι μπορούν να αντέξουν η μία την άλλη. Πρόκειται για μικρή σε όγκο και με ορατή ηθική ακτίνα παράσταση. Που δεν διεκδικεί να διδάξει· απλώς παρατηρεί με οξύτητα και συμπόνια δυο ανθρώπους στα όρια.
