ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Tο να βλέπεις το βράδυ της 25ης Νοεμβρίου, Παγκόσμιας Ημέρας για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών, ένα από τα πρώτα καταγεγραμμένα θύματά της, τη Βεατρίκη Τσέντσι, να ζει ξανά τη θλιβερή ιστορία της μέσα από την ελληνική γλώσσα με ιταλικούς υπέρτιτλους, στο κομψό και ανήσυχο θέατρο του Off/Off της Αιώνιας Πόλης, προκαλούσε ασφαλώς διάχυτη συγκίνηση. Μια ιστορία που μοιάζει απελπιστικά γνωστή: Ενας πατέρας – τύραννος κι ένας μηχανισμός εξουσίας που προτιμούν να εκτελέσουν το θύμα παρά να το αναγνωρίσουν. Κι από την άλλη, μια ιστορία που διεκδικεί σήμερα νέα σημασία, ως εργαλείο σκέψης για τις σύγχρονες μορφές πατριαρχικής βίας. Στα μάτια μας οι Τσέντσι δεν αφορούν πια μια «οικογένεια», αλλά μια δομή που αναπαράγεται διαρκώς.

Η παράσταση της «Οικογένειας Τσέντσι» των Ιόλης Ανδρεάδη και Αρη Ασπρούλη στη Ρώμη εντάσσεται όμως και σε ένα διαφορετικό πλαίσιο. Αυτό της σταδιακής διεθνοποίησης του ελληνικού θεάτρου γενικά, και των συγκεκριμένων δημιουργών ειδικότερα. Από την πρώτη παρουσίασή της στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης το 2015 και τη μεταφορά της λίγο μετά στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, μέχρι τη θριαμβευτική στάση στη Νέα Υόρκη, τις παραστάσεις στη Φιλιππούπολη που ακολούθησαν, και τώρα την παράσταση στη Ρώμη, η «Οικογένεια Τσέντσι» ακολουθεί μια διαδρομή που σπανίως απολαμβάνει ελληνικό έργο. Το γεγονός ότι σε έναν ιστορικό χώρο, στην καρδιά της παλιάς Ρώμης, φιλοξενείται για πρώτη φορά ελληνική παραγωγή, δεν είναι διόλου δευτερεύον. Δείχνει πως η παράσταση έχει ήδη αποκτήσει την απαραίτητη θεσμική και αισθητική «προίκα», ώστε να σταθεί ισότιμα σε ένα πυκνό, απαιτητικό ευρωπαϊκό τοπίο.

Σε αυτό το πλαίσιο, έχει σημασία να αναφερθεί ρητά και η στήριξη που προσέφερε το Ιδρυμα Ιωάννου Φ. Κωστοπούλου στην ιταλική παρουσίαση. Υπενθύμιση ότι τέτοιου τύπου διαδρομές δεν είναι ουρανοκατέβατες. Χρειάζονται σταθερές συμμαχίες ανάμεσα σε ιδρύματα, καλλιτέχνες και χώρους, μια νέα μορφή διπλωματίας του θεάτρου, αν θέλετε, που να μπορεί να στηρίξει την παρουσία ελληνικών έργων σε σημαντικές διεθνείς σκηνές, με συνέχεια και συνέπεια.

Παράσταση

Η παράσταση παίχτηκε σε μια βροχερή Ρώμη την περασμένη Τρίτη. Μα πριν ακόμη αρχίσει, είχε ήδη ειπωθεί το σημαντικότερο. Λίγο πριν από τις οκτώ το βράδυ, οι ηθοποιοί και οι συντελεστές κατευθύνθηκαν στη Γέφυρα των Αγγέλων, λίγα μέτρα από την κάμαρα όπου κρατήθηκε η Βεατρίκη Τσέντσι και το σημείο όπου τελικά εκτελέστηκε. Εκεί, μέσα στο αέναο θέατρο της ρωμαϊκής καθημερινότητας, ανάμεσα σε αφελείς τουρίστες, «Ρωμαίους λεγεωνάριους» που ζητούν φιλοδώρημα για μια φωτογραφία, περαστικούς που αδιαφορούν ή στέκουν σαν να μην αντιλαμβάνονται καν τον τόπο όπου πατούν, ο θίασος άφησε μερικά κόκκινα τριαντάφυλλα.

Κάπως έτσι, πριν ακόμη αρχίσει η παράσταση το θέατρο είχε ήδη αποδώσει δικαιοσύνη, συνδέοντας τα σώματα των ζωντανών με το ίχνος των νεκρών που προηγούνται. Εδώ βρίσκεται, πιστεύω, και ο λόγος της επιμονής των βασικών συντελεστών του έργου να «επιστρέψουν» την παράστασή τους στη Ρώμη. Η βασική πηγή του έργου οφείλεται στο έργο του Αρτό και την ιστορία του Σταντάλ, αν και στο κέντημα έχουν παρεισφρήσει φράσεις και στίχοι από Καμί, Ρεμπό, Γκίνσμπεργκ… Η κατάληξη είναι ένα πολύ ιδιαίτερο κείμενο, στο ύφος της πρώτης («αρτό») περιόδου των συγγραφέων, όπου τα πρόσωπα εκβάλλουν στη σκηνή άλλοτε με το σχήμα του ιστορικού προσώπου κι άλλοτε κάτω από τον ποιητικό μανδύα μιας ανώτερης, υπερβατικής πνοής.

Ναι, αυτό επιδίωκε και ο Αρτό, όταν μιλούσε για μια «οικογένεια» ικανή να εγκλωβίσει στο παράδειγμά της ροές του κοσμικού φορτίου, ανώτερες και πολύ πιο βίαιες συγκινήσεις, δυνάμεις που μένουν ανεξιχνίαστες ή αδρανείς στον ρηχό ρεαλισμό των οικογενειακών δραμάτων. Δυνάμεις που ακόμα δρουν και γίνονται αισθητές από τον καθένα, έστω και κάτω από τον φλοιό της αδρανοποίησης του πολιτισμού μας. Αυτό συμβαίνει και με τους «Τσέντσι» των Ανδρεάδη – Ασπρούλη.

Συνάντηση με το Κακό

Ο πατέρας, κόμης Τσέντσι, δεν είναι μόνο «έκφυλος», σύμφωνα με το κοινό αίσθημα δικαιοσύνης. Είναι φορέας μιας σκοτεινής ενέργειας που με όλη τη φρίκη της διαπερνά τον κόσμο. Είναι ακόμη το σκοτάδι που αναζητά και έλκει το αντίθετό του, το φως, για να ενωθεί με αυτό, με τη βία. Και η κόρη του, η Βεατρίκη, δεν είναι «θύμα» ή «αδικημένη». Συμβολίζει την παρουσία μιας ιδέας που λαμβάνει κάποτε στα χέρια το ξίφος για να συναντηθεί με το Κακό.

Αυτός είναι και ο λόγος που η παράσταση στη σκηνοθεσία της Ιόλης Ανδρεάδη περισσότερο σημαίνει παρά αναπαριστάνει την ιστορία των Τσέντσι. Φιγούρες που στέκουν ακίνητες ή ανάγλυφες, μισοθαμμένες ή μισοορατές, με κινήσεις μνημειακές, εξερχόμενες από την εικονολογία του 16ου αιώνα. Η αρχική επιλογή του κάδρου στη σκηνογραφία της Δήμητρας Λιάκουρα δεν αποτελεί πια την κεντρική εικαστική ιδέα της παράστασης. Στη θέση του τα αγαλματοποιημένα σώματα σπάζουν για λίγο τη νεκρική ακινησία πάνω σε ένα ιδεατό βάθρο, αναζητώντας τη δικαιοσύνη που τους αρνείται το ανθρώπινο δίκαιο ή το βλέμμα των αγγέλων. Μέχρι το φως της Στέλλας Κάλτσου να τα «ανάψει» και να τα ρίξει ξανά στη δίνη της αφήγησης.

Η Ιόλη Ανδρεάδη έχοντας πια πίσω της μια μακρά διαδρομή δείχνει να γνωρίζει καλά τι ακριβώς ζητάει από τη φόρμα της. Η ρωμαϊκή εκδοχή των «Τσέντσι» είναι ίσως η πιο καθαρή και συμπυκνωμένη στιγμή της. Ο Θάνος Κόνιαρης φέρει στις πλάτες του τον κόμη Φραντσέσκο Τσέντσι. Το σώμα του δεν επιχειρεί να μιμηθεί τη φρικαλεότητα του ήρωα με ψυχολογικούς τονισμούς, αντίθετα, κινείται πάνω σε έναν κώδικα τελετουργικό. Ο Τσέντσι του είναι ένα τέρας που γνωρίζει καλά τον εαυτό του, ένα υποκείμενο που αυτοχαρακτηρίζεται «mostro» όχι για να προκαλέσει, αλλά γιατί δεν βρίσκει πλέον λέξη για να στεγαστεί. Στις μεγάλες ρητορικές του καμπύλες, ο Κόνιαρης καταφέρνει να ισορροπήσει το γκροτέσκο με μια σχεδόν τραγική διαύγεια. Ακούμε έναν άνθρωπο που έχει πάψει να πιστεύει ακόμη και στην ίδια του τη σωτηρία.

Βία

Απέναντί του η Ελενα Καλαϊτζή καλείται να χωρέσει σε ένα σώμα τη Βεατρίκη. Η Βεατρίκη της είναι πλάσμα που αναγκάζεται να εφεύρει τον εαυτό του μέσα από την ίδια τη βία που υφίσταται. Οι πρώτες σκηνές, όπου το κορίτσι μοιάζει ακόμα να πιστεύει ότι υπάρχει κάπου μια ρωγμή σωτηρίας, αντιπαραβάλλονται με τις επόμενες εμφανίσεις της, όταν η γλώσσα της έχει σκληρύνει και ακουμπάει πια στον θάνατο. Η Καλαϊτζή χειρίζεται ωραία αυτή τη μετάβαση από το «παγιδευμένο ελάφι» στην αποφασισμένη, σχεδόν ψυχρή συμπαιγνία της συνωμοσίας.

Η τρίτη ερμηνεύτρια, η έμπειρη Κωνσταντίνα Τάκαλου, αναλαμβάνει σαν «μπαλαντέρ» να ενσαρκώσει τους Καμίλο, Αντρέα, Ορσίνο και Λουκρητία. Οι κινήσεις της είναι ακριβείς, χορογραφημένες, τελετουργικές. Παρίσταται ως μάρτυρας της οικογενειακής βίας αλλά και ως ενσάρκωση μιας κοινωνίας που παρακολουθεί, ανέχεται και σιωπά.

Σε κάθε περίπτωση, το σημαντικό με την «Οικογένεια Τσέντσι» δεν είναι ότι μιλά για την έμφυλη βία –αυτό το κάνουν κι άλλα έργα, με λιγότερο ή περισσότερο ευθύ τρόπο. Το σημαντικό είναι πως εδώ η βία είναι συνθήκη που διατρέχει τη γλώσσα, τις σχέσεις, ακόμη και το ίδιο το θέατρο. Ο Τσέντσι, όταν παρατηρεί κυνικά πως στη ζωή «λέμε λίγα και κάνουμε πολλά, ενώ στο θέατρο μιλάμε, μιλάμε, μιλάμε και δεν κάνουμε τίποτα», διατυπώνει με τον πιο απλό τρόπο τον πυρήνα του αρτοϊκού προβλήματος: το πώς θα επανενώσουμε τη σκηνή με το ρεύμα της φανερής ή αόρατης βίας.

Με την «Οικογένεια Τσέντσι» το φάντασμα της Βεατρίκης βρήκε στην Αιώνια Πόλη μια νέα ενσάρκωση. Μαζί της το ελληνικό θέατρο κέρδισε μια στιγμή γόνιμης και πλατιάς παρουσίας.