ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τάσος Σαραντής
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε αυτόν τον μήνα στο ακαδημαϊκό περιοδικό «Environmental Politics» αποκαλύπτει ότι οι προσπάθειες καταστολής των διαμαρτυριών για το περιβάλλον και το κλίμα αυξάνονται παγκοσμίως μέσω ενός συνδυασμού νέων νομοθεσιών, νέων χρήσεων των υφιστάμενων νομικών διεργασιών, αστυνομικών ενεργειών, διασύρσεων ακτιβιστών καθώς και βίας και δολοφονιών.

Οι συγγραφείς της μελέτης υποστηρίζουν ότι οι πράξεις καταστολής είναι πιθανό να επεκταθούν και να ενταθούν καθώς τα αυταρχικά καθεστώτα ανατρέπουν τις πολιτικές για το κλίμα, με ιδιαίτερη έμφαση στις κινήσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ κατά την άσκηση των καθηκόντων του οι οποίες ποινικοποιούν τις διαμαρτυρίες, αυξάνουν την αστυνομική εξουσία και επιτίθενται δημόσια στις δεσμεύσεις για το κλίμα και το περιβάλλον.

Η δυσφήμηση

Οι επιπτώσεις αυτού του κύματος καταστολής είναι τριπλές. Πρώτον, ο κίνδυνος νομικών κυρώσεων, φυλάκισης και βίας εκτρέπει τους πόρους από τα κινήματα για την αποτροπή τους και παράλληλα αποτρέπει την περιβαλλοντική τους δράση.

Δεύτερον, η ποινικοποίηση απονομιμοποιεί τα περιβαλλοντικά κινήματα στα μάτια του κοινού παρουσιάζοντάς τα ως αντιπαραγωγικά, εγκληματικά ή επικίνδυνα. Και, τρίτον, η ποινικοποίηση και η επιβολή νέων νομοθεσιών αποσπά την προσοχή από τα περιβαλλοντικά ζητήματα, εστιάζοντας τις συζητήσεις σε «εξτρεμιστές» και «οικοτρομοκράτες» που αντιτίθενται στο δημόσιο συμφέρον.

«Βασιζόμενοι σε όλα αυτά μπορούμε να δούμε πολύ καθαρά ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει μια αδιάκοπη δυσφήμηση των ακτιβιστών για το περιβάλλον και το κλίμα σε όλο τον κόσμο. Τα μέσα ενημέρωσης και οι πολιτικοί εμπλέκονται σε μεγάλο βαθμό σε αυτήν και αυτό το είδος δυσφήμησης τροφοδοτεί όλα αυτά τα είδη καταστολής» δήλωσε στον ανεξάρτητο δημοσιογραφικό ιστότοπο Grist ο Οσκαρ Μπέργκλουντ, συν-συγγραφέας της έκθεσης.

Αντλώντας δεδομένα από 14 χώρες η έρευνα στο Πανεπιστήμιο του Μπρίστολ διαπίστωσε ότι οι χώρες εμπλέκονται στην καταστολή δημιουργώντας νέους νόμους που έχουν σχεδιαστεί για την επιβολή περιορισμού των διαμαρτυριών, όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι οποίες θεσπίζουν ποινικές κυρώσεις για διαμαρτυρίες που στοχεύουν σε «κρίσιμες υποδομές» όπως αγωγούς.

Ωστόσο μη κρατικοί φορείς, όπως εταιρείες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις ασφαλείας, εμπλέκονται σε αιματηρές πράξεις βίας κατά υπερασπιστών του περιβάλλοντος και υπερασπιστών της γης, ιδίως εναντίον αυτόχθονων.

Στη μελέτη αναφέρεται ότι αυτές οι προσπάθειες «ποινικοποίησης και καταστολής δεν αποτελούν ατέλειες της κλιματικής διακυβέρνησης, αλλά μια βασική στρατηγική διακυβέρνησης». Η μελέτη υπογραμμίζει επίσης ότι οι διαμαρτυρίες για το περιβάλλον και το κλίμα αυξάνονται σταθερά κάθε χρόνο από το 2018.

Οι δολοφονίες

Η δυσφήμηση των διαδηλωτών δημόσια και μέσω των μέσων ενημέρωσης είναι το κλειδί για τις κρατικές τακτικές καταστολής. Στις Φιλιππίνες η «κόκκινη σήμανση» χαρακτηρίζει τους ακτιβιστές, ειδικά εκείνους που είναι ιθαγενείς, ως κομμουνιστές ή τρομοκράτες ως μέθοδο για την ανακατεύθυνση της προσοχής του κοινού από τις διαμαρτυρίες για τα περιβαλλοντικά ζητήματα.

Στην Τζόρτζια των ΗΠΑ ακτιβιστές που διαμαρτύρονταν για την κατασκευή του «Cop City», ενός χώρου εκπαίδευσης αστυνομικών έξω από την Ατλάντα που απαιτούσε την αποψίλωση δασών, κατηγορήθηκαν για εγχώρια τρομοκρατία αντιμετωπίζοντας ποινή φυλάκισης έως και 35 ετών.

Ενας ακτιβιστής, ο Μάνουελ Εστεμπάν Πάες Τεράν, δολοφονήθηκε αφού πυροβολήθηκε τουλάχιστον 57 φορές, σηματοδοτώντας αυτό που ορισμένοι ειδικοί χαρακτήρισαν την πρώτη περίπτωση στις ΗΠΑ όπου ένας περιβαλλοντικός ακτιβιστής πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε από δυνάμεις ασφαλείας.

Εκτός των ΗΠΑ, όπου διαπράττονται πιο βίαιες μορφές καταστολής, οι συντάκτες της έκθεσης αναφέρουν ότι οι στρατιωτικοί, οι αστυνομικές δυνάμεις και οι γαιοκτήμονες συχνά πραγματοποιούν δολοφονίες ή απαγωγές ακτιβιστών λόγω του ότι τα κράτη δημιουργούν «ένα επιτρεπτικό περιβάλλον και μια κουλτούρα ατιμωρησίας για τους ιδιώτες».

Σύμφωνα με στοιχεία του Global Witness, ενός διεθνούς οργανισμού που διερευνά παραβιάσεις του περιβάλλοντος και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, περισσότεροι από 2.100 υπερασπιστές της γης και του περιβάλλοντος σκοτώθηκαν μεταξύ 2012 και 2023. Περίπου το 43% ήταν αυτόχθονες και η πλειονότητα των δολοφονιών έλαβε χώρα στη Λατινική Αμερική.

«Από την εποχή του αποικισμού οι αυτόχθονες έχουν υπερασπιστεί και έχουν βάλει το σώμα τους εμπόδιο στην καταστροφή του περιβάλλοντος, επειδή έχει αλλάξει τα μέρη όπου ζουν» αναφέρει ο Μπέργκλουντ. «Αυτό έχει συνεχιστεί σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια και συχνά διαπιστώνουμε ότι οι αυτόχθονες ηγούνται αγώνων κατά της εξόρυξης ορυκτών ή της εξόρυξης ορυκτών καυσίμων».

Τα «αντιφά» δίκτυα

Από τη στιγμή που ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανέλαβε εκ νέου τα καθήκοντά του, οι ΗΠΑ αποχώρησαν ξανά από τη Συμφωνία του Παρισιού, ενώ οι εταιρείες εγκατέλειψαν τις δικές τους δεσμεύσεις για το κλίμα εν μέρει λόγω της συνεχιζόμενης οπισθοδρόμησης από την τρέχουσα κυβέρνηση σε θέματα περιβάλλοντος και κοινωνικής διακυβέρνησης.

Μάλιστα τον Οκτώβριο ο Τραμπ διέταξε τις ομοσπονδιακές υπηρεσίες επιβολής του νόμου να εξετάσουν τις εκθέσεις που υπέβαλαν το Government Accountability Institute και το Capital Research Center, δύο συντηρητικά think tanks που συνδέουν προοδευτικούς οργανισμούς με αντιφασιστικά ή «αντιφά» δίκτυα. Το Sierra Club, ένας από τους πιο ισχυρούς περιβαλλοντικούς οργανισμούς βάσης στη χώρα, και το Κέντρο για τη Βιολογική Ποικιλότητα αναφέρονται μεταξύ αυτών των φερόμενων ομάδων.