Οταν το 1928 ο Ροζέ Βιτράκ παρουσίασε για πρώτη φορά στο Παρίσι το «Βικτόρ ή τα παιδιά στην εξουσία», σε σκηνοθεσία Αντονέν Αρτό, το θέατρο έπαψε για λίγο να είναι ασφαλές. Αυτό δεν ήταν πια μια ιστορία που «παίζεται», αλλά μια έκρηξη που συντελέστηκε μπροστά στα μάτια των πρώτων θεατών της. Ενα παιδικό πάρτι, μια βεγγέρα, μεταμορφώνεται σε τελετουργία αποκάλυψης. Ενα μικρό αγόρι μιλά σαν προφήτης και ξεσκεπάζει, με τη φυσικότητα της παιδικής ματιάς του, όλο το ψεύδος των ενηλίκων. Και, βέβαια, το περίφημο αστικό σαλόνι… αυτό το σταθερό σύμβολο τάξης και ορθολογισμού που εδώ ανατρέπεται εκ των έσω, κι αυτή τη φορά όχι από κάποιον εξωτερικό εισβολέα, όπως συμβαίνει συνήθως στα μελοδράματα, αλλά από ένα παιδί, και μάλιστα τον γόνο της οικογένειας.
Ο Βιτράκ, ως γνήσιος συνοδοιπόρος του Αρτό, δεν καταγγέλλει απλώς την υποκρισία του κόσμου των μεγάλων. Την ξεγυμνώνει με την ωμότητα του παιδικού παιχνιδιού. Η σκηνή του θεάτρου του γίνεται αντί για τόπος αναπαράστασης το εργαστήριο διάλυσης του αστικού μύθου. Οι κοινωνικές συμβάσεις εκρήγνυνται, οι χαρακτήρες σπαράσσονται και το γέλιο, το άλλοτε απελευθερωτικό, γίνεται τώρα αντίλαλος ενός υπόγειου τρόμου.
Ούτε κι αυτός ο μόλις εννιάχρονος και αφύσικα αναπτυγμένος Βικτόρ μοιάζει αθώος από τη μεριά του. Μα σε αυτόν η ενοχή είναι ακόμη διαυγής – κι είναι ίσως αυτή η διαύγειά του που γίνεται τόσο αφόρητη σε εμάς. Τελικά το «Βικτόρ» δεν είναι μόνο σάτιρα. Είναι ένα θεατρικό ποίημα πάνω στην -και για την- απώλεια της αθωότητας, ένας ανάποδος ύμνος για μια γλώσσα που καταρρέει από την ίδια της την αλαζονεία, μέσα σε ένα σαλόνι κατά τη διάρκεια μιας βεγγέρας. Ο Βιτράκ προλαβαίνει το παράλογο που θα κατακλύσει αργότερα το θέατρο του Ιονέσκο και του Ζενέ.
Υπενθύμιση
Κι έτσι κάθε σύγχρονη ανάγνωση του «Βικτόρ» δεν είναι απλώς επιστροφή σε ένα έργο του Μεσοπολέμου, αλλά υπενθύμιση του πιο ανυπότακτου πυρήνα του θεάτρου: της αθωότητας που κρατά στον πυρήνα του -δίπλα στο «παιχνίδι» και το όνειρο- σαν ύστατη πράξη αντίστασης. Ανακουφιστική υπενθύμιση, αλήθεια. Γιατί πίσω από το παράλογο χιούμορ και τη φρενήρη φάρσα, ο Βιτράκ μάς φανερώνει μαζί και κάτι άλλο, ανησυχητικά γνώριμο: έναν κόσμο ενηλίκων που έχει πεθάνει προ πολλού, χωρίς να το γνωρίζει. Κι ένα παιδί που, αν και το βλέπει αυτό, αρνείται να τον αντικαταστήσει μεγαλώνοντας.
Σχεδόν έναν αιώνα μετά ο Κώστας Παπακωνσταντίνου επιχειρεί στο θέατρο «Σταθμός» να συναντήσει ξανά τον εκρηκτικό μικρό θεό της αταξίας του Βιτράκ. Στη νέα και βραβευμένη μετάφραση του Δημήτρη Ντάσκα (άξια και μόνο για το γεγονός πως κατάφερε να μεταφέρει τον σουρεαλισμό του Βιτράκ σαν ομιλούσα φωνή και όχι σαν τυπωμένο γράμμα), το κείμενο διατηρεί στο σήμερα την προπολεμική ενέργειά του, χωρίς να χάσει τίποτε από την αρχική αταξία και την αναρχική του μουσικότητα. Ο σκηνοθέτης χειρίζεται το έργο με ψυχραιμία και ευλάβεια. Δεν το αποδομεί και δεν το αλλοιώνει, δεν επιδιώκει τον «σουρεαλισμό» του σαν ύφος και δεν διδάσκει το «παράλογο» σαν σχολή – γιατί ούτε ο σουρεαλισμός είναι κάτι που αναπαριστάνεται ούτε το παράλογο ακινητεί σε κάτι σταθερό. Αφήνει αντίθετα το υπερρεαλιστικό στοιχείο να αναβλύσει από τη ρωγμή των χαρακτήρων, από τη συγκοπή της αναπνοής και τον τριγμό πίσω από τις παύσεις του λόγου, μέσα από την απώθηση της πιο άγριας πραγματικότητας. που αποκαλύπτεται στην αναστάτωση των σωμάτων και στο τραύλισμα των ρόλων.
Η σκηνογραφία της Βίκυς Πάντζιου στήνει το αστικό σαλόνι του γνωστού γαλλικού βουλεβάρτου σαν παιδικό δωμάτιο και εργαστήριο ενοχής, χώρος που ασφυκτιά από τη συμμετρία και τον καθωσπρεπισμό του.
Τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα ανακαλούν τη δεκαετία του ‘30, με μια μικρή παραφωνία στην επιτέλεση – τόση όση χρειάζεται ώστε να υπονομεύσει το ρεαλιστικό πλαίσιο. Ο φωτισμός του Γιώργου Αγιαννίτη λειτουργεί σχεδόν ψυχαναλυτικά, με το φως να αλλάζει απότομα από ψυχρό σε θερμό, προκειμένου να υποδηλώσει την «ασυνέπεια» του περιβάλλοντος απέναντι στους καλεσμένους του. Η μουσική του Τηλέμαχου Μούσα και η κινησιολογία του Ηλία Χατζηγεωργίου πλέκουν γύρω από τη σκηνή την ατμόσφαιρα του ονείρου που παραπαίει από τη φάρσα στη φρίκη.
Στο κέντρο όλων βέβαια βρίσκεται ο Μάνος Καρατζογιάννης ως «Βικτόρ». Η ερμηνεία του ισορροπεί ανάμεσα στην ανήλικη αγνότητα και την εκβιασμένη ωριμότητα. Αντί να υποδύεται ένα «παιδί», ο ηθοποιός επιλέγει να παρουσιάσει το σώμα ενός μεγάλου που διατηρεί την παιδικότητα εντός του ακόμη και ως παράδοξο. Είναι ένας υπερφυσικός εννιάχρονος βεβαρημένος με ένα παρελθόν που προκαλεί δυσφορία κι ένα μέλλον που φαντάζει ήδη τραυματικό. Στο βλέμμα του ηθοποιού καθρεφτίζεται όλος ο τρόμος ενός πλάσματος που καταλαβαίνει τα πάντα πριν ακόμη προλάβει να τα ζήσει.
Γύρω του ζουν οι άλλοι, οι «ενήλικες», οι τρομεροί γονείς του Θανάση Χαλκιά, της Τζίνης Παπαδοπούλου, του Θανάση Βλαβιανού και της Νεκταρίας Γιαννουδάκη, οι «ανήλικοι», όπως η αθώα και σκανταλιάρα Εστέρ της Ηλέκτρας Φραγκιαδάκη, και εκείνοι που φέρουν σαν «ηλικία» τους το ίδιο του θέατρο: η βγαλμένη από την οπερέτα «υπηρέτρια» της Μαριάννας Ντίρου, ο «Στρατηγός» της κομέντια του Δημήτρη Φραγκιόγλου και η θεότητα του βωβού κινηματογράφου «Ιντα» της Αγγελικής Μαρίνου. Κινούνται όλοι σαν φιγούρες εξαντλημένες από τον ίδιο τους τον ρόλο, καρικατούρες μιας κοινωνίας ή ενός θεάτρου που σπαρταρά πια στα όρια του γελοίου. Ο Παπακωνσταντίνου τούς οδηγεί με λεπτότητα στη φάρσα του Βιτράκ που δεν σου επιτρέπει να πάρεις ανάσα στον ρυθμό της. Ολα σε αυτήν είναι επίτηδες αμφιλεγόμενα και ανολοκλήρωτα.
Μέχρι που στο τέλος το γέλιο παγώνει. Ο ρυθμός έξαφνα αλλάζει και το σώμα παλεύει να συγκρατήσει μόνο του το είδος της κωμωδίας.
Κορύφωση
Εχει ήδη σημειωθεί πως η παράσταση ισορροπεί ανάμεσα στην κωμική φρενίτιδα και τη δραματική ακρίβεια. Μα υπάρχει και η κρυφή πτυχή της, της εσωτερικής κορύφωσης. Οταν, στο τέλος πια και εκεί που κάποιος θα ζητούσε ένα τελευταίο ξέσπασμα, η ενέργεια αντιθέτως μοιάζει σαν να υποχωρεί… Ο Παπακωνσταντίνου αφήνει τη σκηνή του θεάτρου να εκπνεύσει συνειδητά, ώστε να ακολουθήσει τα πρόσωπα αργά, σχεδόν ευγενικά, στη σιωπή τους. Αυτό που βλέπουμε στο τέλος είναι να αποσύρεται ο κόσμος της νεκροφάνειας και της σήψης, καθώς αδυνατεί να κρατήσει στον θόρυβο και την ανοησία του ασφαλές το παιδί και το θαύμα του.
Η δεύτερη χρονιά του «Βικτόρ» στο Μεταξουργείο επιβεβαιώνει πως αυτός ο μικρός, δύστροπος ήρωας του Βιτράκ εξακολουθεί να μας αφορά όλους. Ο κόσμος γύρω του και γύρω μας παραμένει άλλωστε το ίδιο γελοίος – μα και το ίδιο απελπισμένα σοβαροφανής. Η παράσταση στο θέατρο «Σταθμός» κατορθώνει όμως και κάτι σπάνιο. Να κάνει τον θεατή της να γελά και να ντρέπεται ταυτοχρόνως. Γιατί μέσα στη φάρσα, την κωμική υπερβολή και την ειρωνική αποδόμηση, φωλιάζει στο «Βικτόρ» η μικρή τραγωδία εκείνου του παιδιού που «δεν έχει πού να πάει, πού να πάει».
Το παράλογο παιδί του Βιτράκ συνεχίζει λοιπόν να μας κοιτά με το γαλήνια ειρωνικό βλέμμα του. Και όσο το κοιτάμε κι εμείς αντιλαμβανόμαστε ότι στον κόσμο των ενηλίκων η λοξή ματιά του θα παραμένει πάντοτε η πιο σθεναρή μορφή αντίστασης.
