Ο «Οιδίποδας», που έγραψε και σκηνοθετεί ο διεθνώς αναγνωρισμένος Βρετανός σκηνοθέτης και θεατρικός συγγραφέας Ρόμπερτ Αϊκ, βραβεύτηκε ως η καλύτερη αναβίωση έργου στη φετινή απονομή των βρετανικών θεατρικών διακρίσεων Olivier. Αφού σάρωσε στο West End του Λονδίνου, αυτή τη στιγμή παίζεται και στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, στο Broadway της Νέας Υόρκης. Ταυτόχρονα η παράσταση παίζεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, μέχρι τις 28 Δεκεμβρίου σηματοδοτώντας και την πρώτη απευθείας συνεργασία του Αϊκ με Ελληνες ηθοποιούς.
Το έργο φυσικά και αντλεί την έμπνευσή του από το σοφόκλειο δράμα του 428 π.Χ. για την αμείλικτη δύναμη του πεπρωμένου: ωστόσο στη σύγχρονη ανάγνωσή του ο Αϊκ το μετατρέπει σε ένα οικογενειακό πολιτικό θρίλερ, τοποθετώντας τη δράση του σε ένα εκλογικό κέντρο τη βραδιά των εκλογών όπου όλα καταρρέουν για τον ικανό ηγέτη και φαβορί της εκλογικής κούρσας.
«Το θέμα είναι να κάνεις ένα έργο που να είναι ζωντανό, να αναπνέει στο σήμερα, όχι να το επικαιροποιήσεις, αλλά να του δώσεις ζωή. Η αγγλική λέξη αφορά την “αναβίωση”: το ερώτημα λοιπόν είναι πώς το ξαναζωντανεύεις. Οχι σαν να παίρνεις ένα πτώμα και να του βάζεις καινούργια ρούχα ώστε να έχεις στη σκηνή ένα πτώμα που κινείται, γιατί παραμένει πεθαμένο. Μια μουσειακή αναπαραγωγή είναι πάντα αδιέξοδη. Γιατί το πρόβλημα παραμένει: είσαι εσύ και είναι 2025 και η διαφορά με το παρελθόν δεν μπορεί να γεμίσει το κενό και να θεωρείς ότι το κοινό μπορεί να αναπαραστήσει ό,τι γινόταν όταν γράφτηκε το έργο. Αλλωστε στην ιστορία του θεάτρου πάντα ανασκευάζουμε τις παλιές ιστορίες και τις λέμε με τον δικό μας τρόπο. Και το πρώτο πράγμα που αναρωτιέμαι είναι το τι αναζητώ μέσα από ένα έργο, τι είναι αυτό που ακόμα μου μιλάει» είπε ανάμεσα σε άλλα στο σεμινάριο που έδωσε στην Αθήνα λίγες μέρες πριν από την πρεμιέρα του έργου.
Ο Ρόμπερτ Αϊκ δήλωσε πολέμιος της ανίας που μπορεί να εκπορεύεται από τη σκηνή και λάτρης της αμφισημίας: του αρέσει να ανακαλύπτει και την άλλη πλευρά «γιατί όλα έχουν και μια άλλη ανάγνωση». Και ίσως εκεί βρίσκεται το κλειδί για τη δημιουργία έργων που δονούν τον θεατή: στην ανατροπή που μπορεί να κρύβεται στο να βλέπεις κάτι που ίσως ξέρεις από μια διαφορετική οπτική γωνία, για να σε κάνει να αμφιβάλλεις για το πόσο ηρωικό είναι τελικά αυτό που θεωρούσες κατόρθωμα.
Και φυσικά χρησιμοποιεί και κόλπα για να πετυχαίνει αυτό που επιθυμεί, διατηρώντας ζωντανή την αμφιβολία ακόμα και στους ηθοποιούς που καθοδηγεί. Για παράδειγμα, όπως μας αποκάλυψε στο σεμινάριο, έδινε ακριβώς αντίθετες οδηγίες στους συμπρωταγωνιστές του έργου του «Doctor» (το οποίο στην Αθήνα είδαμε πέρσι σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου): «Στη διένεξη που είχε ο γιατρός με τον κληρικό είπα στον ηθοποιό που υποδυόταν τον γιατρό να κάνει ένα νεύμα σαν να τον ακουμπάει στον ώμο, ενώ στον “κληρικό” είχα πει να αντιδράσει σαν να είχε δεχτεί σπρωξιά. Στο τέλος της βραδιάς στο κοινό όλοι είχαν μια διαφορετική άποψη για το τι είχε συμβεί» εξηγεί. Και για τον «Οιδίποδα» προσθέτει:
«Ετσι κι αλλιώς υποθέσεις μόνο μπορούμε να κάνουμε για τις προθέσεις των αρχαίων τραγωδών, αφού σώζονται μόνο λίγα έργα τους. Αυτό που εγώ νομίζω ότι θέλουν να μας πουν είναι ότι δεν είμαστε ένα ομογενοποιημένο άτομο, υπάρχει σύγκρουση πολλών ρόλων μέσα μας, κυριαρχεί το χάος. Αλλωστε η σαφήνεια είναι βαρετή και οι μοχθηροί χαρακτήρες δεν μοιάζουν εξ αρχής μοχθηροί και αυτός είναι ο λόγος που ξαφνιαζόμαστε. Χώρια που τα πλεονεκτήματά μας αποτελούν ταυτόχρονα την πηγή των δεινών μας».
Ακραία διλήμματα και η διττή ή διφορούμενη ανάγνωσή τους είναι το μέλημά του, ο τρόπος που συνδιαλέγονται και σε στοιχειώνουν, σε τοποθετούν σε μια άβολη θέση: «Το θέατρο δεν είναι μαθήματα αυτοβοήθειας. Το πιο μπανάλ πράγμα που μπορείς να κάνεις είναι να απαντάς στην ερώτηση όπως έλεγε και ο Πίτερ Μπρουκ. Το θέμα είναι να θέτεις ερωτήματα, να τα ανοίγεις, να δημιουργείς ένταση».
Και για τον Αϊκ είναι πολλά τα ερωτήματα που θέτει ήδη ο Σοφοκλής. Ο ίδιος φροντίζει να τα φωτίσει διαφορετικά, πηγαίνοντάς τα ακόμη πιο μακριά: εξουσία, αλήθεια, ψέμα, ακόμη και μητρότητα. Του αρέσει η αναμέτρηση με τις αντιθέσεις, τα δίπολα, τις ανατροπές. Σε σημείο που εκεί που νομίζεις ότι τελειώνει το έργο, το αναδιπλώνει για να φτάσει πάλι στο ξεκίνημά του, να θέσει πάλι τα ερωτήματα, να τα αφήσει ανοιχτά ως προς την εξέλιξη και απάντησή τους.
Αυτός ο μετρ της αγωνίας με το λεπτό χιούμορ, που του αρέσει να οδηγεί τις καταστάσεις στο σημείο που δεν φαντάζεσαι ότι είναι δυνατόν να φτάσουν προσεγγίζοντας «το νόημα αυτής της μοναδικής ελληνικής λέξης “δέος” που μαζί με την έννοια του καταπληκτικού φέρει και μια αίσθηση τρόμου», αποδεικνύεται ένας γνήσιος λογοτέχνης: μιλά με μεταφορές, παρομοιώσεις και ολοζώντανα παραδείγματα.
Οσο για τη συζήτηση περί του τι επιτρέπεται και τι όχι στην προσαρμογή από το πρωτότυπο, τα όρια της μεταφοράς ή του εκσυγχρονισμού του, δεν τον αφορά: «Νοιάζεται το πουλί για το τι σκέφτεται αυτός που παρακολουθεί τα πουλιά;» απαντά.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, κεντρική σκηνή (Λεωφ. Συγγρού 107). Πέμπτη έως Σάββατο 20.30, Κυριακή 14.00 μέχρι τις 28/12. Εισιτήρια 20-40€. Εκπτωτικά για Φίλους της Στέγης, κατοίκους γειτονιάς, ανέργους, ΑμεΑ, ομαδικά. Προπώληση στο ticketsonassis.org, τηλεφωνικά στο 219- 2191000 (Δευτέρα-Κυριακή 10.00-21.00) στα εκδοτήρια της Στέγης.
