Ο Χρόνης Μίσσιος στο δεύτερο βιβλίο του περιγράφει το εξής περιστατικό: Κατά τη διάρκεια ενός από τους πολλαπλούς βασανισμούς που υπέστη ως κομμουνιστής, οι βασανιστές του άρχισαν να του ζητούν να χαμογελάσει. Οσο εκείνος δεν το έκανε, τόσο το ξύλο γινόταν αγριότερο. Κάποια στιγμή, ένας από αυτούς σε μια στιγμή οίκτου έσκυψε και του είπε «Χαμογέλα, ρε, τι σου ζητάνε;». Η φράση αυτή, που εκείνη τη στιγμή συμπύκνωνε για εκείνον το δίλημμα της ελευθερίας και του συμβιβασμού του, έγινε και ο τίτλος του βιβλίου του.
Η Αριστερά δείχνει να μην μπορεί να ξεφύγει από αυτή την καρέκλα του βασανιστηρίου. Την αποστρέφεται, αλλά δεν μπορεί να αποφύγει να επιστρέφει σε αυτήν. Διαρκώς βρίσκει τον εαυτό της να απαντά σε ανακριτικές ερωτήσεις ψάχνοντας τη σωστή απάντηση που θα τη γλιτώσει από τον κακοχαρακτηρισμό. Σε κάθε πολιτική δολοφονία, θάνατο, ατύχημα σπεύδει να διατυμπανίσει τη λύπη της, ακόμα και για την απώλεια ενός ρατσιστή που έπεσε θύμα της ίδιας της πολιτικής που υπερασπιζόταν και να διαχωρίσει τη θέση της από οποιαδήποτε βία. Κάπου στο φαντασιακό της μοιάζει να ταυτίζεται με την προπαγάνδα του συντηρητισμού ότι είναι μια τρομακτική δύναμη ανομίας που πρέπει διαρκώς να λαμβάνει πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης.
Αντιθέτως, η Δεξιά, που ειδικά στην Ελλάδα έχει υπάρξει ο συστημικός φορέας βίας, εκτοπισμών, βασανιστηρίων, πολιτικών δολοφονιών, κινείται προς όλο και πιο ακραίες πρακτικές χωρίς ίχνος συστολής. Παραβιάζει το Σύνταγμα και το διεθνές δίκαιο, επιδίδεται σε ανοιχτά ρατσιστική ρητορική και νομοθεσία, αναπολεί ανοιχτά τη μετεμφυλιακή περίοδο, συντάσσεται υπέρ γενοκτονιών και απαρτχάιντ, αποκηρύσσει ακόμα και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.
Γιατί δεν έχει κόστος; Η απάντηση δεν είναι εύκολη και ίσως βρίσκεται στο ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο μετά από μια οικονομική καταστροφή και μια πανδημία. Η απουσία απολογητικότητας δείχνει να μεταφράζεται σαν ένδειξη δύναμης την οποία αναζητά η κοινωνία έπειτα από τέτοιες περιόδους.
Η Αριστερά, όμως, δείχνει να αδυνατεί να ωριμάσει, παραδομένη σε φαντασιώσεις δύναμης και φοβέρας που έρχονται σε σοβαρή διάσταση με την πραγματικότητά της. Οι ιδέες της που αποτελούν κρίσιμες απαντήσεις σε περιόδους αμοραλισμού όπως η τωρινή, θάβονται κάτω από αναπολήσεις ενός ένδοξου αγώνα και ρομαντικοποίησης ενός παρελθόντος βαριάς ήττας. Σαν δαρμένο παιδί θυμώνει και μιλάει σκληρά, μόλις όμως κάποιος πιο δυνατός τη στριμώξει μαλώνοντάς την, αρχίζει και μπερδεύει τα λόγια της. Απολογείται, εξηγεί, προσπαθεί να ταιριάξει σε ένα επικοινωνιακό σκηνικό σχεδιασμένο να γελοιοποιεί έννοιες όπως αυτές που αυθεντικά πρεσβεύει.
Δυστυχώς η βία που ασκήθηκε στην Αριστερά είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Την υποχρέωσε σε μια διαχρονική εσωστρέφεια, διασπαστικότητα και ηττοπάθεια. Περιχαρακωμένη σε μια αναζήτηση μιας ανέφικτης ιδεολογικής καθαρότητας, χάνει την ικανότητα να αποκτήσει την εξουσία. Βρίσκεται σε άρνηση να καταλάβει ότι μόνο μέσω της απόκτησης της εξουσίας μπορεί να παρέμβει πραγματικά στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Δεν έχει άλλη επιλογή από το να ξεπεράσει το τραύμα της. Δεν μπορεί να παρατείνει τη διάσπασή της, οφείλει να ενωθεί και να αρθρώσει έναν σταθερό και συνεκτικό δημόσιο λόγο που να απευθύνεται στους πολίτες και όχι στον εαυτό της. Αλλιώς, θα παραμένει για πάντα δεμένη σε μια καρέκλα να τη χαστουκίζουν και να την προστάζουν «Κλάψε, ρε, τι σου ζητάνε;».
* Ψυχίατρος, θεατρικός συγγραφέας
