ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τάκης Λάγιος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Επιτέλους, αυτό που με προβλημάτιζε, αυτό που με έτρωγε εδώ και πάρα πολλά χρόνια, ξεκαθάρισε μέσα μου όταν άκουσα τον πατέρα της Κυριακής Γρίβα κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής εκπομπής να λέει στον παρουσιαστή που φοβόταν ότι μπορεί να κατηγορηθεί ότι λαϊκίζει επειδή παίρνει το μέρος του: «Να λαϊκίσουμε, κύριε Πέτρο, να λαϊκίσουμε». Μιλούσε για τις προκλητικές διακρίσεις τις οποίες το κράτος κάνει σε βάρος των πολιτών, με αφορμή τη μεταφορά με περιπολικό της ΕΛ.ΑΣ. γνωστής τραγουδίστριας που έμεινε το αυτοκίνητό της από λάστιχο στον δρόμο. Αντίθετα, στην περίπτωση της δολοφονημένης κόρης του, που ζητούσε συνοδεία για να προστατευτεί από τον δολοφόνο της, το κράτος τής απάντησε: «Το περιπολικό δεν είναι ταξί, κυρία μου». Λίγο μετά έπεφτε νεκρή φρικτά μαχαιρωμένη στο πεζοδρόμιο μπροστά στην είσοδο του αστυνομικού τμήματος όπου είχε καταφύγει για να ζητήσει βοήθεια.

Επιτέλους βρήκα το θάρρος και την παρρησία να ομολογήσω με ειλικρίνεια: Ναι, προτιμώ να είμαι λαϊκιστής και να μιλάω απλά και κατανοητά υπερασπιζόμενος το δίκαιο και την αλήθεια. Ναι, είμαι λαϊκιστής και ευγνωμονώ γι’ αυτό τον πατέρα της Κυριακής Γρίβα, τον Πάνο Ρούτσι, τους γονείς, συζύγους, συγγενείς όλων των θυμάτων του εγκλήματος των Τεμπών, που μοίρα τραγική και χέρι δολοφονικό ανάγκασε τους ίδιους αλλά και πολλούς από εμάς να συνειδητοποιηθούμε ως πολίτες και κυρίως ως άνθρωποι.

Μακάρι να είχα τον αναγκαίο χώρο για να τους αναφέρω ονομαστικά έναν έναν και μία μία. Ναι, είμαι λαϊκιστής και προτιμώ να βλέπω καλούς ανθρώπους, λαϊκούς ανθρώπους, με ευαισθησία και ευλάβεια, να γράφουν ονόματα δολοφονημένων παιδιών μπροστά στο Κοινοβούλιο, παρά διεφθαρμένους και εκφυλισμένους αντιλαϊκιστές «καθώς πρέπει» πλούσιους να μαγαρίζουν τα γλυπτά του Παρθενώνα με τα λιγδιασμένα από τα χαβιάρια δάχτυλά τους ενόσω περιφέρουν τις αποβλακωμένες φάτσες τους στις αίθουσες του κτιρίου που αποκαλείται Βρετανικό Μουσείο, ενώ είναι ένα από τα εμπορικά μαγαζιά του μεγαλύτερου και αχρειότερου κλεπταποδόχου κράτους της Ιστορίας. Ναι, προτιμώ να λέω το πεζοδρόμιο της λεωφόρου Αμαλίας πεζοδρόμιο όπου διαδηλώνουν πολίτες και όχι ιερό χώρο. Να λέω τη Βουλή χώρο συνάθροισης αντιπροσώπων κομμάτων και όχι ιερό της Δημοκρατίας. Ναι, είμαι λαϊκιστής και προτιμώ να λέω τα δικαστήρια απλώς δικαστήρια, τόπους δηλαδή όπου δικάζονται κάποιοι για κάποιους λόγους, και όχι ναούς της Θέμιδας.

Η φράση «να λαϊκίσουμε, κύριε Πέτρο» είναι η επιθυμία που νιώθει βαθιά στην καρδιά του ο κάθε συνειδητοποιημένος, μέσα από το προσωπικό του βίωμα, αδικημένος, οργισμένος, αγανακτισμένος άνθρωπος και σημαίνει: Εμπρός να αντισταθούμε, να ξεσηκωθούμε, να επαναστατήσουμε με όπλο το ευγενές φρόνημα των έντιμων ανθρώπων και να αλλάξουμε ριζικά αυτό το υποκριτικό και αδίστακτο κράτος. Και σκέφτομαι, ποιος μπορεί να αφυπνίσει δραστικότερα τη συνείδηση ενός λαού και να τον ενεργοποιήσει; Ο Ντελέζ, ο Ντεριντά, ο Φουκό και διάφοροι άλλοι εκλεπτυσμένοι διανοούμενοι ή ο Γρίβας, ο Ρούτσι, η Καρυστιανού, ο Ασλανίδης, ο Κωνσταντινίδης, οι θεσπέσιες μανάδες και οι άλλοι αγωνιστές γονείς που έχασαν τα παιδιά τους εξαιτίας των συνεχών κρατικών εγκλημάτων; Η απάντηση πιστεύω ότι είναι δεδομένη.

Και πράγματι σε όλους αυτούς τους ανθρώπους της πράξης, της ενεργής αντίστασης, της αδιάκοπης πάλης, αξίζει ιδιαίτερη τιμή επειδή τα βάζουν με έναν αντίπαλο που δείχνει πανίσχυρος γιατί είναι το Κράτος με όλες τις εμφανείς και αφανείς εξουσίες του. Ομως δείχνει πανίσχυρος, δεν είναι· και το ξέρουν οι αγωνιστές αυτοί. Και το έμαθαν και σε μας οι σπουδαίες αυτές φυσιογνωμίες. Και δεν είναι πανίσχυρος επειδή παρόλο που βασίζεται στην υποστήριξη μιας καιροσκοπικής κάστας που έχει ως φιλοσοφία το δόγμα «δυνατὰ δὲ οἱ προύχοντες πράσσουσι καὶ οἱ ἀσθενεῖς ξυγχωροῦσιν», αγνοεί ότι, όπως αποδείχθηκε στην πράξη, ακόμα και ένας αλλά γενναίος, πεισματάρης και υπομονετικός άνθρωπος μπορεί να τους γελοιοποιήσει. Σκέψου τι μπορούν να κάνουν όλοι μαζί, τι μπορούμε να κάνουμε όλοι μαζί.

Και κάτι ακόμα· ο αντίπαλος αγνοεί ότι τελικά δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να λιβανίζει και να υπηρετεί από το πρωί μέχρι το βράδυ αυτήν τη ρηχή κάστα στην οποία αναφερθήκαμε, που λέει ότι πρέπει να τιμάμε κενοτάφια αγνώστων, ενώ την ίδια στιγμή βεβηλώνει τάφους και τόπους θανάτου όπου βρίσκονταν τα απομεινάρια παιδιών με ονοματεπώνυμα, απείρως προσφιλών σε κάποιους συνανθρώπους μας. Μια κάστα καιροσκόπων που με τον φερετζέ της έννοιας πατρίδα άλλοι από αυτούς πνίγουν, καίνε, περιγελούν, περιφρονούν τα θύματά τους και άλλοι παριστάνοντας τους αντιλαϊκιστές συναινούν, αδιαφορούν, βρίζουν το θύμα και κολακεύουν τον θύτη.

Γι’ αυτό δεν πειράζει, δεν είναι ντροπή, για όλα αυτά που είναι αληθινά, σωστά και δίκαια, να λαϊκίζουμε, κύριοι, να λαϊκίζουμε.