Η ακροδεξιά ρητορική σε Ισραήλ, ΗΠΑ και Ευρώπη έχει βρει μια νέα ιδεολογική ναυαρχίδα: τους ομήρους της Χαμάς. Είναι το άλλοθι που σερβίρεται στην κοινή γνώμη, έτσι ώστε το ξέπλυμα των εγκλημάτων πολέμου να αποκτήσει ένα ουμανιστικό προσωπείο. Το επιχείρημα δηλαδή που επικαλούνται όσοι δεν τολμούν να πουν ευθέως ότι επικροτούν τη γενοκτονία στη Γάζα.
Η ανοιχτή υποστήριξη μιας γενοκτονίας είναι πολιτικά και νομικά τοξική. Ακόμα και οι πιο σκληροί σύμμαχοι του Ισραήλ γνωρίζουν ότι η δημόσια παραδοχή πρόθεσης εξόντωσης ενός λαού αποτελεί ομολογία εγκλήματος κατά της ανθρωπότητας. Ετσι, χρειάζονται ένα αφήγημα-προκάλυμμα: «Δεν πολεμάμε τον λαό της Γάζας, πολεμάμε τη Χαμάς για να σώσουμε τους ομήρους».
Με τη μέθοδο αυτή στοχεύουν, πρώτον, στην επικοινωνιακή νομιμοποίηση των εγκλημάτων πολέμου και, δεύτερον, στην απανθρωποποίηση των θυμάτων.
Κυρίως το δεύτερο. Στην εποχή της μαζικής πληροφόρησης, η ορατότητα καθορίζει ποιος αξίζει το συλλογικό μας πένθος. Ο θάνατος ενός παιδιού διάσημου προσώπου –όσο τραγικός κι αν είναι– καλύπτεται από τα ΜΜΕ με εκτενή αφιερώματα και χιλιάδες αναρτήσεις στα ΜΚΔ.
Την ίδια στιγμή, χιλιάδες παιδιά πεθαίνουν στη Γάζα, στο Σουδάν, στην Υεμένη, στα προσφυγικά στρατόπεδα της Μεσογείου και στις φτωχογειτονιές του παγκόσμιου Νότου – και τα ονόματά τους δεν τα μαθαίνουμε ποτέ. Αυτή η ασυμμετρία στην ενσυναίσθηση δεν είναι τυχαία. Αντί να βλέπουμε τον πόνο ως καθολικό ανθρώπινο βίωμα, τον αντιμετωπίζουμε ιεραρχικά: ο θάνατος ενός λευκού παιδιού στη Δύση είναι πιο τραγικός από τον θάνατο χιλιάδων παιδιών στις εμπόλεμες ζώνες. Ναι, αλλά για τη Χαμάς δεν λέτε τίποτα.
Λέμε.
Η ίδια η Ιστορία αποδεικνύει ότι ακόμα κι αν αύριο η Χαμάς παρέδιδε όλους τους ομήρους της, το Ισραήλ δεν θα σταματούσε την επεκτατική του πολιτική. Οι επιθέσεις και ο αποκλεισμός της Γάζας ξεκίνησαν πολύ πριν από την 7η Οκτωβρίου κι ο ίδιος ο Νετανιάχου έχει δηλώσει ότι δεν θα επιτρέψει ποτέ την ύπαρξη πλήρως κυρίαρχου παλαιστινιακού κράτους. Αν, λοιπόν, οι όμηροι ήταν το πραγματικό ζητούμενο, θα είχαν γίνει συμφωνίες ανταλλαγής ή εκεχειρίες. Αντίθετα, βλέπουμε ότι η επίκλησή τους είναι εργαλείο για να κανονικοποιηθεί η εξόντωση των Παλαιστινίων.
Η Χαμάς ιδρύεται το 1987, σχεδόν σαράντα χρόνια μετά τον πρώτο εποικισμό, ως ισλαμιστική εξτρεμιστική οργάνωση αντίστασης στην ισραηλινή κατοχή.
Οταν το 2006 κερδίζει τις εκλογές στη Γάζα, το Ισραήλ απαντά με σκληρό αποκλεισμό και διαδοχικούς πολέμους.
«Ναι, αλλά για τη Χαμάς δεν λέτε τίποτα».
Λέμε. Είπαμε. Και ξαναείπαμε. Και καταδικάσαμε χωρίς αστερίσκους την τρομοκρατική επίθεση με τους εκατοντάδες νεκρούς και τους σχεδόν πενήντα ομήρους.
Ομως, ακόμα κι αν αύριο η Χαμάς παρέδιδε τους ομήρους, το Ισραήλ θα συνέχιζε τον εποικισμό, τον αποκλεισμό και τις επιθέσεις. Η ρητορική περί «ομήρων» στην ουσία ξεπλένει τον αφανισμό ενός λαού. Το πραγματικό ζητούμενο είναι η ολοκλήρωση μιας αποικιοκρατικής στρατηγικής που ξεκίνησε το 1948 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Κι όσο αυτή η ρητορική γίνεται αποδεκτή, τόσο η γενοκτονία θα προχωρά υπό το πρόσχημα της «άμυνας» και της «διάσωσης».
*Βουλεύτρια Επικρατείας ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.
