ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιωάννα Σωτήρχου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

O 38χρονος διευθυντής του Odéon-Théâtre de l’Europe στο Παρίσι, Ζιλιέν Γκοσλέν (Julien Gosselin), είναι γνωστός για τον αντισυμβατικό τρόπο που κάνει παραστάσεις. Φαινόταν από… μικρός: ήταν ακόμη φοιτητής όταν μαζί με έξι συμφοιτητές του ίδρυσαν, το 2009, την ομάδα «Si vous pouviez lécher mon cœur»-«Αν θα μπορούσατε να γλείψετε την καρδιά μου».

Εκτοτε έγινε χαρακτηριστικό του ότι φέρνει, με παράδοξη ματιά κάθε φορά, τη λογοτεχνία στο σανίδι. Μαργκερίτ Ντιράς, Τόμας Μπέρνχαρντ, Ντον ντε Λίλο, Μισέλ Ουελμπέκ και Ρομπέρτο Μπολάνιο είναι μερικοί από τους συγγραφείς που έχει μεταγράψει δραματουργικά. Πρόσφατα συνομίλησε μέσω ζουμ με δημοσιογράφους λίγο προτού έρθει στη Στέγη (από αύριο έως και την Κυριακή), για να παρουσιάσει «Το παρελθόν» («Le Passé»). Πρόκειται για μια παράσταση-μαραθώνιο, όπως το συνηθίζει, διάρκειας τεσσάρων ωρών και είκοσι λεπτών. Πιστός στην «υπογραφή» του, αντλεί και εδώ το δραματουργικό υλικό του από δύο θεατρικά έργα («Αικατερίνη Ιβάνοβνα», «Ρέκβιεμ») και τρία διηγήματα («Η άβυσσος», «Μέσα στην καταχνιά» και «Η Ανάσταση των νεκρών») του παντελώς αντικαθεστωτικού και κατά συνέπεια παραγνωρισμένου Ρώσου συγγραφέα Λεονίντ Αντρέγεφ (1871-1919), o oποίος, αν και ήταν υπέρμαχος της πολιτικής αλλαγής, τάχθηκε τόσο κατά του τσάρου όσο και κατά των μπολσεβίκων.

Στον Γκοσλέν αρέσει να ρισκάρει. Κι ακόμα αναρωτιέται γιατί κάνει θέατρο, καταλήγοντας ότι επιθυμεί να μετατοπίσει «το βλέμμα του κοινού». «Δεν με ενδιαφέρει το κοινό να ζήσει μια επίπεδη εμπειρία», μας λέει. «Να δει μια μυθοπλασία από το Α ώς το Ω χωρίς να προβληματιστεί… Θέλω οι παραστάσεις μου να είναι όσο χαοτική είναι κι η ζωή. Να αναρωτιέται το κοινό “τι βλέπω τώρα”, “γιατί ο σκηνοθέτης τοποθέτησε εκεί μια άλλη διάσταση”, και μετά να αναστοχάζεται και να βρίσκει πώς συνδέονται οι ιστορίες μεταξύ τους, χωρίς αυτό να είναι πάντα προφανές».

Γι’ αυτό άλλωστε επέλεξε και τον Αντρέγεφ: «Επειδή εμπεριέχει την ιδέα του “κοσμισμού” που βλέπουμε χρόνια μετά στον Ταρκόφσκι. Κι επειδή λέει κάτι που είναι πολύ παράξενο και έχει μια ιδέα μυστικισμού… Την ιδέα πως ό,τι βλέπουμε δεν είναι πάντα η κοινωνιολογική πραγματικότητα. Ενας ακόμα λόγος είναι ότι ο Αντρέγεφ βρίσκεται σε ένα μεταιχμιακό σημείο της λογοτεχνίας, ανάμεσα στα λογοτεχνικά ρεύματα, τον νατουραλισμό, αλλά και στα τότε μελλοντικά κινήματα (τον φουτουρισμό, τον σουρεαλισμό κ.ά.) που θα βλέπαμε στην Ευρώπη και στη Ρωσία στις αρχές του 20ού αιώνα. Η γραφή του βρίσκεται σε αυτό το σημείο καμπής κι έχει ενδιαφέρον: δεν είναι τέλεια, είναι σε ένα ενδιάμεσο σημείο και είναι παράξενη. Κι αυτός είναι για μένα ο τρόπος να διηγείσαι ιστορίες, να παρακολουθείς τη χειρονομία της γραφής, τη φιλοδοξία και την αδυναμία της, την πορεία της».

Ο Αντρέγεφ είναι εξαίρεση γιατί ο ίδιος προτιμά τους σύγχρονους συγγραφείς, καθώς πιστεύει ότι «μερικές φορές η τέχνη είναι ένα είδος φυλακής του παρελθόντος, αλλά αρκετός κόσμος την προσεγγίζει με τη διάθεση να ανακαλύψει μέσα της το παρόν μας». Κι ωστόσο «διακρίνουμε σε αυτήν την απόσταση που μας χωρίζει από το παρελθόν. Η σκηνή δεν είναι εδώ μόνο για να παρακολουθούμε την εμπειρία της ζωής. Είναι επίσης εδώ για να δούμε τον θάνατο και την απουσία και να αναπολούμε – σαν να αποχαιρετάμε το παρελθόν… Το θέατρο δεν είναι μόνο ζωντανή εμπειρία, είναι και χώρος φαντασμάτων».

Μια κεντρική συζήτηση στη Γαλλία είναι, όπως μας λέει, εάν μπορούμε να διδαχτούμε από το παρελθόν. «Μήπως το έχουμε ξαναζήσει αυτό; Κάτι που είναι σωστό και ταυτόχρονα λάθος; Δεν ξέρω. Αλλά παρατηρώ το επίπεδο της βλακείας στις ομιλίες κάποιων ηγετών στον κόσμο, τη στάθμη της χυδαιότητας και το εύρος των ψευδών πληροφοριών κι ακόμα, στην ικανότητα να δημιουργούν μια μυθοπλασία που επειδή τη διατυπώνουν νομίζουν ότι θα γίνει πραγματικότητα. Δεν είμαι σίγουρος ότι υπήρξε ποτέ ξανά κάτι τέτοιο, σε αυτό το επίπεδο…».

Οσο για το κοινό: «Λέγεται ότι χρειαζόμαστε τους μύθους γιατί μας βοηθάνε στη ζωή μας. Οτι οι αφηγήσεις μάς λένε ποιοι είμαστε και πού είμαστε. Δεν είμαι σίγουρος ότι χρειαζόμαστε τη μυθοπλασία τόσο πολύ. Οι άνθρωποι περιστοιχίζονται από αφηγήματα: πέρα από τις πολιτικές ομιλίες που προανέφερα, ο τρόπος που ζούμε, το Netflix, τα κοινωνικά δίκτυα, όλα σχετίζονται με τη μυθοπλασία. Πάντα και παντού οι άνθρωποι αναζητούν το αφήγημα. Δεν είμαι σίγουρος ότι η απάντηση σε αυτό είναι η τέχνη, έστω η τέχνη έξω από το νεοφιλελεύθερο σύστημα, μια τέχνη που πρέπει να παραμείνει ανεξάρτητη και δυνατή. Η γνώμη μου είναι ότι αυτό που οφείλουμε να προσπαθήσουμε είναι να αποδομήσουμε το αφήγημα, να βρούμε έναν άλλο τρόπο να συνδέσουμε το κοινό με αυτό και όχι πάντα με τα ίδια εργαλεία που έχουμε στη διάθεσή μας. (…) Για μένα το θέατρο παραμένει ο τόπος για το άγνωστο, κάτι που πριν πας δεν φανταζόσουν καν ότι υπάρχει κι ότι έχεις να αναμετρηθείς μαζί του. Το θέατρο για μένα είναι κάτι με το οποίο θα παλέψεις εσωτερικά κι αυτό είναι το σημαντικότερο σήμερα σε αυτή την ηλίθια κοινωνία που ζούμε κι αναπαράγει αφηγήματα όλη την ώρα…».

Πώς αντιλαμβάνεται ο ίδιος τον ρόλο του ως καλλιτέχνη αλλά και διευθυντή;

«Δεν έχω ανάγκη από καταξίωση, ούτε να στηρίξω τους θεσμούς. Ως διευθυντής ενδιαφέρομαι να υπάρχει πρόσβαση για το ευρύ κοινό στο θέατρο. Ως καλλιτέχνης δεν αντιλαμβάνομαι τη δουλειά μου ως κάτι που οφείλει να αρέσει. Είμαι εδώ για να δείξω στο κοινό ότι σε αυτόν τον κόσμο σήμερα πρέπει να αναμετρηθούμε με δουλειές καλλιτεχνών που μπορεί να μας φαίνονται περίεργες αλλά αλλάζουν την οπτική μας».

Σε αυτό το σημείο έφερε ως παράδειγμα τη δουλειά του δικού μας Μάριο Μπανούσι, τα έργα του οποίου «Μami» και «Goodbye Lindita» θα παρουσιαστούν στο Odéon στο Παρίσι την ερχόμενη άνοιξη. Αλλωστε μαζί του θα συνομιλήσει στην ανοιχτή συζήτηση με το κοινό μετά την παράσταση της Κυριακής.

Σημειώνεται ότι ο Ζιλιέν Γκοσλέν θα δώσει masterclass συγγραφής και σκηνοθεσίας στις 18/10 15.00-17.00 στη Μικρή Σκηνή της Στέγης. Πληροφορίες στο onassis.org

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση (λ.Συγγρού 107). 16-19/10 (Πέμπτη-Σάββατο 19.00, Κυριακή 14.00). Εισιτήρια 10-45 ευρώ