«Πόσοι μορφωμένοι άνθρωποι απορρίπτονται; Οχι πόσοι επιλέγονται, αλλά πόσοι απορρίπτονται. Συχνά με διδακτορικό, μεταπτυχιακό, μερικοί με δύο πτυχία τριτοβάθμιας, πολλοί με αξιόλογες δημοσιεύσεις. Δεν αρκούν στον τόπο μας τα μορφωτικά εφόδια. Αυτό αποτελεί έναν δεύτερο “δημογραφικό” θάνατο. Οχι βιολογικής, αλλά πνευματικής τάξης»
Δημήτρης Σεβαστάκης
Η χώρα –και ο πλανήτης φυσικά– χωρίζεται σε ειδικούς και ανειδίκευτους. Σε ανθρώπους που ηλικιακά αλλά και ψυχολογικά νιώθουν ότι ξεπεράστηκαν από την εποχή και την τεχνολογία.
Και σε άλλους (νέους κυρίως) που νιώθουν ότι χωράνε στο σύστημα έστω και με χαμηλές αμοιβές.
Πρόσφατα διάβασα στο in.gr, 25 Αυγούστου 2025, στο άρθρο «Επιχειρηματικότητα με πήλινα πόδια», ότι το 75% που ανοίγει επιχείρηση το κάνει επειδή δεν βγαίνει το μεροκάματο! Αλλά φυσικά πρέπει να βρεθεί κεφάλαιο (ή δάνειο ή… ελπίδα).
Αραγε τι έχουμε πραγματικά ανάγκη για να ευημερήσουμε; Πέρα από οικονομική στρατηγική, πώς ακριβώς θα μειώσουμε την άνιση υπόγεια διάχυση πλούτου σε αυτό τον τόπο;
Ο Δ. Σεβαστάκης σε πρόσφατο άρθρο του στα «ΝΕΑ» 23/8 με τον εύγλωττο τίτλο «Απορρίφθηκε» εξηγεί εύστοχα το σημερινό δυστοπικό σκηνικό: «Πόσοι μαθητές λιγότεροι θα φοιτήσουν σήμερα σε σχέση με το 2010; Από 114.000 οι αιτήσεις έπεσαν στις 71.000. Πάνω από 40.000 λιγότεροι. Γιατί; Λιγότερες γεννήσεις, μετανάστευση, οικονομική αδυναμία, πολιτιστικές απαιτήσεις της εποχής, ίσως και μια ευρύτερη αίσθηση προσωρινότητας. Ενας γενικός (υπαρκτικός) νομαδισμός, αποτρέπει τους ανθρώπους από το να δεσμευτούν. Τα παιδιά, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα μάθουν ελληνικά, αφού συνδέουν τη χώρα και τη γλώσσα της με μια μεγάλη αποτυχία. Με την απένταξη».
Αυτό ακριβώς κάνει η ύπουλη και υπόγεια μη ελεγχόμενη διάχυση πλούτου για την οποία ευθύνεται η εκάστοτε εξουσία: απεντάσσει ανθρώπους από τις δομές του συστήματος και τελικά από το κοινωνικό συνεχές.
Και αυτό το θλιβερό βιοπολιτικό φαινόμενο, αυτή η εγκληματική κοινωνική μηχανική ενός αδιέξοδου νεοφιλελεύθερου υποδείγματος ανάπτυξης θα απορροφήσει και θα απορρίψει μάζες – όχι απλώς άτομα.
Ο τόπος χρειάζεται περισσότερες δομικές ενέσεις κοινωνικής συνοχής που θα στοχεύουν στη μείωση των ανισοτήτων: όχι περισσότερες ανθρωποφάγες μεταρρυθμίσεις ή ταξικά εκσυγχρονιστικά εργαλεία που δήθεν ανεβάζουν την κοινωνική κινητικότητα.
Γίναμε άλλωστε «υπέρ κινητικοί» από τότε που παγκοσμιοποιήθηκε, μαζί με την παραγωγή και την εργασία, η ανασφάλεια με την ρευστότητα του μέλλοντος (που πάντα έρχεται).
Χρειαζόμαστε να δούμε όμως κάτι πίσω μας: τι είδους και ποιοι άνθρωποι (και πόσοι) μόχθησαν με πνευματική εργασία, με αληθινό μόχθο. Γιατί αν μείνουν και άλλο πίσω, μένει πίσω η ίδια η κοινωνία.
Οσοι χάνουν το τρένο της ξέφρενης τεχνολογικής κούρσας δεν γεννούν εισόδημα. Αρα, δεν αφήνουν κάτι στους επόμενους, δεν δημιουργούν βατήρες μόχλευσης και εξέλιξης των νέων γενεών – άσχετα αν αυτές υπερεξειδικεύονται στον νέο μαγικό κόσμο των χειριστών λογισμικών.
Λέει ο ευφυής αναλυτής του κοινωνιολογικού αυτού σκηνικού Δ. Σεβαστακης: «Στην επίζηλη θέση των 750 ευρώ, όπου μέσα σε αυτά τα ευρώ, αλλά κυρίως μέσα στην ίδια την απόρριψη, βρίσκεται η έρευνα για τη διατριβή του, τα μαθήματα του μεταπτυχιακού, οι άπειρες εξετάσεις εξαμήνων του προπτυχιακού, οι απέραντες ώρες ανάγνωσης και δοκιμασίας όλης της νεότητάς του».
Συμφωνώ πλήρως μαζί του. Οι πολιτικοί μας έφτιαξαν (μαζί με εμάς) δύο Ελλάδες.
Εφτιαξαν ένα παράλληλο σύμπαν οικονομικής και κοινωνικής απόρριψης. Ενα ολόκληρο διχασμένο κοινωνικό σώμα σε insiders και outsiders.
Η βολική κρατικοδίαιτη Ελλάδα του κομματικού κράτους και των επιχειρήσεων είναι ψυχολογικά και πνευματικά διχασμένη.
Εχουμε, π.χ., από τη μια πλευρά επιχειρήσεις, που οι περισσότερες ανοίγουν θέσεις εργασίας ανάλογα με τις αναθέσεις που παίρνουν ή τις επιδοτήσεις από Δημόσιο/Ε.Ε. (και όχι από κέρδη εξαγωγών ή επέκταση και ίδια κεφάλαια), και από την άλλη υπάρχει ένας τεχνολογικός νέος κόσμο μικρομεσαίων που απορρίπτει πνευματικό κεφάλαιο με ευκολία, που αρχίζει και κόβει ανθρώπινους πόρους λόγω ChatGPT ή αλγοριθμικής έτοιμης εργασίας.
Αλλά ας κλείσω με τα πλέον σημαντικά του Σεβαστάκη από το άρθρο του: «Παράλληλα με την αίσθηση αχρήστου, αποσυνάγωγου που κληροδοτεί ο τόπος μας, υπάρχει και ένας δεύτερος “κλήρος”. Μια ειδικού τύπου ευφυΐα. Για παράδειγμα, πώς, ενώ δεν είσαι αγρότης, ενώ δεν δούλεψες, ούτε κατείχες γη, μπορεί να χρηματοδοτηθείς ακριβώς για ό,τι δεν διαθέτεις; Αυτή η άλλου τύπου ευφυΐα, που μεταβάλλει τον τίμιο ή τον μορφωμένο σε απλούς παρίες, αντιπροτείνει μια διαφορετική κλίμακα προσόντων. Οχι διδακτορικά, πνευματική καλλιέργεια και λοιπές περιττολογίες, αλλά καπατσοσύνη και κομματική δικτύωση. Ο παρίας φιλόλογος, μαθηματικός, ιστορικός, φυσικός, καλλιτέχνης, θεατρολόγος, κοινωνιολόγος πρέπει να περάσει πολλά σεμινάρια “πλαγίας οδού”. “Πλάγια μόρφωση”». Οχι στοχασμός. Απλώς «γατόνι» ή τυχερός…
