ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελένη Καρασαββίδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ηλθα στη Θεσσαλονίκη για να παρασταθώ στον αγώνα ζωής και θανάτου ενός Ελληνα αγωνιστή της Δημοκρατίας και της Ειρήνης. Είμαι υπεύθυνος καλλιτέχνης του λαού μας και νιώθω πως η θέση μου είναι εκεί που κτυπά ο φασισμός. Αυτό το καταραμένο τέρας ο φασισμός […]. Θέλει αίμα. Και θα πρέπει να ξέρουν όλοι οι συμπατριώτες μου, σε όποια παράταξη κι αν ανήκουν, πως το λυσσασμένο τέρας δεν ξεύρει πού δαγκώνει. Ο καθένας από μας, φτάνει να είναι πατριώτης, δημοκράτης και τίμιος, κινδυνεύει να έχει την τύχη του ήρωα Λαμπράκη. Γι’ αυτό, το αίμα που χύθηκε δεν πρέπει να μας χωρίσει, αλλά να μας ενώσει σε ένα πελώριο μέτωπο, που θα συντρίψει τους βδελυρούς δολοφόνους. Οι ώρες είναι κρίσιμες. Δεν χωρούν δισταγμοί. Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.

Ετσι άρχιζε η ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη την επομένη της δολοφονίας του Γρηγόρη Λαμπράκη, την 24η Μαΐου 1963. Ετσι γεννιόταν στη Θεσσαλονίκη μια νεολαία που σημάδεψε τη δημοκρατική Ελλάδα, η ΔΝΛ.

Ηταν η ελληνική δεκαετία του 1960 «μακρά», όπως έχει καθιερωθεί να υποστηρίζεται για τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης και τις ΗΠΑ, ή μήπως υπήρξε «σύντομη»; Σταμάτησε στ’ αλήθεια στην «Τελευταία Ανοιξη» ανοίγοντας και κλείνοντας με μια σειρά πολιτικών δολοφονιών, από τον Βελδεμίρη, τον Λαμπράκη, τον Πέτρουλα ώς τον Μανδηλαρά, τον Χαλκίδη και τον Τσαρουχά, ή συνέχισε υπόγεια στη διάρκεια της επταετίας και κορυφώθηκε λίγα χρόνια μετά την τυπική περάτωσή της με το Πολυτεχνείο; «Προσπαθώντας να φτιάξουν μιαν Ανοιξη…». Ετσι είχε χαρακτηριστεί εκείνη η γενιά.

«Χρόνια μετά, ακόμη και σήμερα, κουβεντιάζοντας με συναγωνιστές και συναγωνίστριες εκείνης της εποχής, όσους και όσες έχουν απομείνει, προσπαθούμε να καταλάβουμε πώς μια, συγκλονιστική είναι αλήθεια, δολοφονία ενός χαρισματικού ανθρώπου δημιούργησε τόση και τέτοια ζωή. Πώς έφερε στην επιφάνεια τόσες αρετές, τόση ενέργεια, συλλογικότητα, προσφορά, ανιδιοτέλεια των απλών ανθρώπων, διάθεση για μόρφωση και πολιτισμό», όπως μας είπε σε συνέντευξή της η Καίτη Τσαρουχά.

Η γενιά εκείνη, με απλουστεύσεις και αντιφάσεις κι όμως με αξίες και οράματα, πάλεψε για την άνοιξη και το πλήρωσε ακριβά. Και μπορεί αναμφισβήτητος μαέστρος της να υπήρξε ο Μίκης, αλλά χορωδιακός χώρος υπήρξαν οι δρόμοι της γενιάς του 114 τον ματωμένο Ιούλιο του 1965. Και με επιλογικό κεφάλαιο τον τραγικό κυπριακό Ιούλιο 9 χρόνια μετά. Παρακρατικοί, πατριδοκάπηλοι, δημιουργοί τού διαχρονικά παρόντος ηθικού πανικού για τα μαύρα πρόβατα ενώ χανόταν ο τόπος κυρίαρχα από τους τσομπαναραίους, σε μια κοινωνία σε άβολη, και συχνά φίλαυτη, σιωπή. «… και νιώθω πως η θέση μου είναι εκεί που κτυπά ο φασισμός».