ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ισως ανάμεσα στις ξένες παραγωγές της φετινής Πειραιώς να ήταν η πλέον αναμενόμενη. Η μεγάλη επιτυχία του Θεάτρου του Αμστερνταμ και της καλλιτεχνικής του διευθύντριας, της Νορβηγίδας Ελινα Αρμπο -διαδόχου του Ivo van Hove και ήδη ένα από τα πιο υποσχόμενα ονόματα της ευρωπαϊκής σκηνής-, αφού απέσπασε θερμό χειροκρότημα στην Ολλανδία και αποθεώθηκε στο West End του Λονδίνου, κατέφθασε και στο δικό μας φεστιβάλ για να προκαλέσει ανάλογη συγκίνηση. Πρόκειται για τη σκηνική μεταφορά του magnum opus της Γαλλίδας νομπελίστριας Ανί Ερνό, ενός βιβλίου που εκδόθηκε πριν από δεκαπέντε χρόνια και καθιέρωσε τη συγγραφέα του όχι μόνο στο απαιτητικό λογοτεχνικό πάνθεον της Γαλλίας αλλά και στο παραδοσιακά επιφυλακτικό απέναντι στη γαλλική πεζογραφία αγγλοσαξονικό εκδοτικό περιβάλλον.

Εύλογα, λοιπόν, όλα εντείνουν τις προσδοκίες μας. Η Ερνό έχει κατοχυρώσει τη θέση της χάρη σ’ ένα ιδιότυπο είδος αυτοβιογραφίας: μια γραφή απρόσωπη ή, μάλλον, πολυπρόσωπη, όπου η ατομική μνήμη διασταυρώνεται με τη συλλογική, μετατρέποντας την προσωπική εμπειρία σε χρονικό μιας ολόκληρης εποχής. Το αφηγηματικό υποκείμενο συχνά αποσύρεται πίσω από το τρίτο πρόσωπο ή τον πληθυντικό της μεγαλοπρέπειας, διαμορφώνοντας ένα υβριδικό ύφος – μισό βιογραφικό, μισό χρονικογραφικό. Αυτό το ιδιαίτερο ύφος ανταποκρίνεται σε μια εξίσου ιδιαίτερη συγγραφική ταυτότητα. Η Ερνό, γράφοντας το παρελθόν της, αντιλαμβάνεται πως η μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή και από εκεί στη δημόσια αναγνώριση, δεν συγκροτεί ένα σταθερό και αρραγές «εγώ». Αντίθετα, το υποκείμενο της γραφής είναι διαρκώς ρευστό, κατακερματισμένο, μεταβαλλόμενο. Είναι ακριβώς αυτό το ασυνεχές σώμα που επιχειρεί να «θεραπεύσει» η γραφή της – όπως συμβαίνει εξάλλου και στον Προυστ, αλλά και σε κάθε συγγραφέα που εργάζεται με τη μνήμη. Η αναζήτηση του εαυτού επιστρατεύει ποικίλα ίχνη: άλλοτε χειροπιαστά τεκμήρια, άλλοτε λεπτές πτυχώσεις της βιωμένης εμπειρίας κι άλλοτε φασματικά είδωλα προσώπων που καθόρισαν τη διαδρομή της. Σε τελική ανάλυση η αυτοβιογραφία της Ερνό είναι απρόσωπη αλλά και ενσώματη· μια δραματουργημένη αφήγηση, από την οποία η ίδια παρατηρεί τον εαυτό της σαν είδωλο πάνω σε μια «σκηνή» – έναν «ρόλο» που ενσαρκώνεται διαρκώς από άλλους «ηθοποιούς», εκδοχές του ίδιου σώματος στις διαφορετικές ηλικίες και συνθήκες της ζωής της.

Ισως τα παραπάνω να αποτελούν τον μίτο που οδήγησε την Αρμπο στη συγκεκριμένη δραματοποίηση του βιβλίου της Ερνό. Ενα σκηνικό ποίημα, μια τελετουργική κουστωδία, ένας μαγικός θίασος που ακολουθεί τη γραφή της συγγραφέως καταθέτοντας, με λέξεις, εικόνες και σχήματα, τη θαμπή, νοσταλγική αλλά και τραυματική αναλαμπή των περασμένων. Τα «Χρόνια» αφηγούνται τη διαδρομή μιας ολόκληρης γενιάς -των περιβόητων boomers-, που ριζώνει στα χρόνια της Απελευθέρωσης και διασχίζει τον εικοστό αιώνα, μετέχοντας, άλλοτε συνειδητά κι άλλοτε σχεδόν ακούσια, στις μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές τομές του.

Πέντε σώματα σε διαφορετικές ηλικίες, πλεγμένα στον κοινό ιστό της μίας «γυναίκας», βιώνουν εμπειρίες, ωριμάζουν, ελπίζουν και διαψεύδονται, ερωτεύονται και προδίδονται, συμμορφώνονται με τα στερεότυπα μόνο και μόνο για να τα ανατρέψουν. Αποκτούν παιδιά, φίλους, συνοδοιπόρους -κι απομένουν μόνες. Βλέπουν το τέλος να πλησιάζει και φοβούνται μήπως δεν πρόλαβαν να ζήσουν. Και τότε, αυτό που απομένει -ή, τέλος πάντων, αυτό που πιστεύουμε ότι απομένει- είναι ο θίασος του εαυτού: οι εκδοχές του ίδιου προσώπου στις διάφορες ηλικίες, που ανεβαίνουν τώρα στη σκηνή της μνήμης, σαν για μια ύστατη απόπειρα ανασύνθεσης· μια απόπειρα, με την αίσθηση πια του επείγοντος, να βρουν νόημα και νήμα πίσω από όσα έζησαν.

Γυναικεία οπτική

Επίτηδες απέφυγα να τονίσω αυτό που συνήθως αναγνωρίζεται ως «ταυτότητα» της Ερνό -και, κατ’ επέκταση, της παράστασης της Αρμπο-, δηλαδή την ανάδειξη της «γυναικείας οπτικής», της καταπιεσμένης διαχρονικά γυναικείας αφήγησης. Οχι επειδή αρνούμαι τη σημασία της, αλλά γιατί συχνά αυτός ο τρόπος ανάγνωσης περιορίζει αντί να αναδεικνύει τη βαθύτερη και καθολική δύναμη της γραφής της. Ενα εύγλωττο παράδειγμα: στη μέση περίπου της παράστασης η αφηγήτρια περιγράφει ωμά και με συγκλονιστική λεπτομέρεια την εμπειρία μιας παράνομης άμβλωσης.

Η ένταση της αφήγησης ήταν τέτοια ώστε σε κάποιες παραστάσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο αρκετοί θεατές -ειδικά άνδρες- έφτασαν στα όρια της λιποθυμίας. Δύο σημεία αξίζουν προσοχής: πρώτον, η παράσταση δεν «δείχνει» την άμβλωση -την περιγράφει. Κι αν κάτι τέτοιο, ήδη από τον καιρό του Ευριπίδη, είναι γνωστό πως μπορεί να έχει ακόμη μεγαλύτερη συναισθηματική δύναμη, το δεύτερο και πιο ενδιαφέρον στοιχείο είναι το εξής: οι σωματικές αντιδράσεις (αδιαθεσίες, λιποθυμίες) προήλθαν κυρίως από άνδρες θεατές. Το γεγονός αυτό φανερώνει πως, παρά τις δεκαετίες γυναικείας γραφής και μαρτυρίας, εξακολουθούν να υπάρχουν βιωματικά πεδία που παραμένουν αθέατα ή καταχωνιασμένα κάτω από το χαλί, όχι επειδή είναι αποτρόπαια καθαυτά, αλλά επειδή, όταν επιτέλους λέγονται δυνατά, προκαλούν αμηχανία ή και σοκ.

Πέντε λοιπόν σώματα -σώματα «γυναικών»- φέρνουν στο φως και στην ακοή μας όλα εκείνα που συνήθως παραμένουν αόρατα και υπόκωφα στον κοινό βίο. Κι όμως η παράσταση της Αρμπο δεν χαιρετίστηκε μόνο ως δήλωση εναντίον όσων καταπιέζουν τη γυναίκα αλλά και ως ύμνος σε όσα τής δίνουν χάρη, ευγένεια και ομορφιά: η φιλία, η αθωότητα, το γέλιο, η ερωτική επιθυμία, η σεξουαλικότητα, το εύθραυστο και συνάμα ατσάλινο πλέγμα των ονείρων της… Με δυο λόγια, η ίδια η εγγύτητα της φύσης της με ό,τι της δόθηκε, της χαρίστηκε ή κατακτήθηκε από την ίδια μέσα στα «Χρόνια». Και όλα αυτά αποδίδονται μέσα από τη χαρακτηριστική απλότητα του φλαμανδικού θεάτρου, με τη στοχαστική αλλά ποτέ βαρύγδουπη δραματουργία του, με εκείνη την ιδιότυπη αίσθηση «υγείας» που το διακρίνει πάντα -το αίσθημα πληρότητας και καθαρότητας, που σε κάνει να φεύγεις από μια παράσταση του με ένα θετικό νεύμα γενικά για τον κόσμο της τέχνης, όχι γιατί απαλύνθηκε με αυτό η όποια τραυματική εμπειρία, αλλά γιατί δόθηκε, έστω για λίγο, σε αυτή μορφή, φωνή και σχήμα.

Μα αξίζει εδώ να παρεμβάλουμε και μια ακόμη παρατήρηση. Αυτό που ενθουσίασε τους Φλαμανδούς και τους Βρετανούς θεατές, στο δικό μας θέατρο δύσκολα θα μπορούσε να προκαλέσει ανάλογη αίσθηση, πιστεύω… Το πιθανότερο είναι να αντιμετωπιστεί με μεγαλύτερη συγκατάβαση ή, έστω, με έναν βαθμό εξοικείωσης. Κι αυτό γιατί λόγω συγκεκριμένων ιστορικών και πολιτισμικών συνθηκών το ελληνικό θέατρο (όπως και η λογοτεχνία μας) έχει επανειλημμένα ασχοληθεί με ζητήματα της ατομικής και συλλογικής μνήμης, της γυναικείας φωνής, του τραύματος και της επούλωσής του.

Αποκάλυψη

Θεματικά λοιπόν μια παράσταση όπου μια γυναίκα -ή ένα σύνολο γυναικείων σωμάτων- εξιστορεί τους σταθμούς της ζωής της, που αφηγείται τις πληγές της και διεκδικεί «ορατότητα» δύσκολα μπορεί εδώ να προκαλέσει το αίσθημα αποκάλυψης. Αντίθετα παραπέμπει περισσότερο σε έναν «κοινό τόπο» του ελληνικού θεάτρου, σε ένα ήδη κατοικημένο τοπίο της πρόσφατης σκηνικής μας εμπειρίας. Ακόμη και την ίδια την αφηγηματική δραματουργία της Αρμπο -με τη διαρκή εναλλαγή φωνών, προσώπων, ηλικιών και σωμάτων- δεν ήταν λίγοι εκείνοι ανάμεσα στο κοινό της Πειραιώς που την ταύτισαν (άλλοτε με θετική διάθεση κι άλλοτε με συγκρατημένη ανοχή) με ανάλογα σκηνικά εγχειρήματα της νεότερης ή της πολύ νέας σκηνής μας.

Το σημειώνω αυτό όχι για να μειώσω τη σημασία της διεθνούς επιτυχίας της παράστασης αλλά για να τονίσω τη σχετική αξία της δικής μας σκηνής, η οποία κατά πώς φαίνεται διαθέτει, συχνά χωρίς να το διαφημίζει, πλήθος κοινών θεματικών και αφηγηματικών αναφορών. Εκείνο όμως, είπαμε, που διακρίνει την παράσταση της Αρμπο και πρωτίστως τη γραφή της Ερνό είναι η προσωπική τόλμη: η αποφασιστικότητα να μιλήσει για ζητήματα που στη δική μας κοινωνία ακόμη και σήμερα κρατούνται στην αφάνεια, γίνονται κάτω από το τραπέζι, πίσω από σεντόνια ή από τις ίδιες μας τις κουβέντες.

Η μουσική του Thijs van Vuure και τα σκηνικά του Juul Dekker συνεισφέρουν καθοριστικά στη λιτή και στοχαστική ατμόσφαιρα της παράστασης: ένα απλό τραπέζι συνεστίασης του «εγώ» περικλείει τον θίασο, ενώ ένα κυκλικό τρενάκι -σαν εκκύκλημα της μνήμης- φέρνει στη σκηνή αντικείμενα μιας ευρωπαϊκής μεταπολεμικής ευωχίας, σπαράγματα του υλισμού που συνόδευσε την εφηβεία και ενηλικίωση της γενιάς των boomers. Το φλαμανδικό «ανσάμπλ» -Mariana Aparicio, Nettie Blanken, Jacqueline Blom, Ilke Paddenburg και June Yanez- μεταφέρει το πέρασμα από τη μία φωνή στην άλλη με γλυκύτητα, χιούμορ και πνεύμα, σαν να συγκροτεί σταδιακά μια ενιαία διαγενεακή φωνή των ευρωπαϊκών γραμμάτων. Και χαρίζουν στη φωνή αυτή και κάτι ακόμη πιο πολύτιμο: Ενα Σώμα. Το σώμα μιας γυναίκας που βαδίζει τα χρόνια της ζωής της στο βήμα και με το βήμα πολλών άλλων ακόμη.

Αυτό είναι ίσως και το πιο ουσιώδες αντάλλαγμα που προσφέρει το θέατρο στη λογοτεχνία. Δεν της δανείσει απλώς μορφή και φωνή αλλά της επιστρέφει κάποτε, -μεγάλη αντίχαρη-, το σώμα το οποίο τής χαρίστηκε κάποτε και έκτοτε αναπολεί.