Με έναν τεράστιο αφηγηματικό κύκλο η Σώτη Τριανταφύλλου ξεκινά από την Αμερική του 1968 και επιστρέφει στο ίδιο έτος, αρκετές δεκάδες σελίδες μετά. Σ’ αυτό το άνυσμα αλλά και σ’ αυτό το αφηγηματικό άπλωμα, ο αναγνώστης βομβαρδίζεται από χιλιάδες ιστορικές και πολιτικές πληροφορίες, αλλά και πολιτισμικά δρώμενα, που χαρακτήριζαν τις ΗΠΑ από τις αρχές του αιώνα έως τη δεκαετία του 1960, ενώ ταυτόχρονα δίνονται αντίστοιχα στοιχεία για την ΕΣΣΔ και την Ελλάδα.
Αφηγητής είναι ο Κρις Φίλιπς, δεύτερης γενιάς Ελληνας της Αμερικής, που βιοπορίζεται ως δημοσιογράφος στον «Κήρυκα του Μέμφις» και ζει ως βίωμα ή ως μεταμνήμη το ιστορικό γίγνεσθαι από το 1917, όταν έφτασαν στη «Γη της Επαγγελίας» ο πατέρας του Τζον (Γιάννης Φιλιππόπουλος) και ο θείος του Λη (Ηλίας Φιλιππόπουλος). Σε μια κάθετη κατάδυση προς τα πίσω και σε μια οριζόντια στη δική του χρονική παραλληλία, ο αφηγητής ζει ως άτομο τις εθνικές αλλά και τις παγκόσμιες εξελίξεις, ειδικά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, απλώνοντας τα δίχτυα του σε πολλές πολιτείες των ΗΠΑ, αλλά και στη Μόσχα ή στην Αθήνα.
Εχω ξαναγράψει ότι η Σ. Τριανταφύλλου κατασκευάζει πολιτισμικά σενάρια, ιστορίες δηλαδή μέσα σε συγκεκριμένο συγκείμενο, μέσα στις οποίες δοκιμάζει τις αντοχές των ανθρώπων και των εθνών. Στο ανά χείρας βιβλίο, μέσα στο χάος που σκόπιμα συσσωρεύει, δοκιμάζει τρία (ή δυόμισι καλύτερα) πολιτισμικά σενάρια σε αλληλο-κατοπτρισμούς, αφού το καθένα συγκρίνεται, αντιτίθεται, παραλληλίζεται, αντιστίζεται κ.λπ. με το άλλο.
Σε πρώτο επίπεδο συναντάμε την Αμερική με τις ποικίλες πολιτιστικές της εκφάνσεις (Ελβις Πρίσλεϊ, περιοδεία των Μπιτλς κ.ά.), την κουλτούρα των χίπις, το μπέιζμπολ, τις πολιτικές φοβίες των κατοίκων της, καταρχάς προς τους κομμουνιστές (Σοβιετικούς και ντόπιους) αλλά και τους μαύρους, οι οποίοι υφίστανται έντονο ρατσισμό (δολοφονία Μάρτιν Λούθερ Κινγκ), την προγονοπληξία της θρησκοληψίας, τις μεταναστευτικές ροές και την ώσμωση των επήλυδων με τους γηγενείς (δηλαδή τους προηγούμενους μετανάστες!) και πολλά άλλα στοιχεία που απαρτίζουν ένα τεράστιο ψηφιδωτό («χρονικό» το λέει η συγγραφέας), όπου συγκεράνυνται αλήθειες και ψέματα ή, καλύτερα, ιστορικά και μυθοπλαστικά γεγονότα.
Αντιστικτικά έχουμε την ΕΣΣΔ του Στάλιν και της μετέπειτα αποσταλινοποίησης, αφού ο θείος Λη, που έχει γίνει εν τω μεταξύ κομμουνιστής, επισκέπτεται τη Μόσχα μερικές φορές, παντρεύεται τη Λουντμίλα, γνωρίζει το σοσιαλιστικό όραμα, θαυμάζει τις σοβιετικές ιδέες και γράφει μάλιστα ένα βιβλίο, την «Αριστερή πλευρίτιδα: αναμνήσεις ενός Αμερικανού Κόκκινου». Αυτό το ντοκουμέντο-μαρτυρία συμβουλεύεται πολλές φορές ο Κρις, όπως και τις επιστολές που στέλνει κατά καιρούς στον θείο του η γυναίκα του, Λουντμίλα. Το μυθιστορηματικό (και ειρωνικό) παράδοξο είναι ότι αυτή έρχεται στη Αμερική ως σύζυγος Αμερικανού και μένει εκεί, ενώ εκείνος δραπετεύει στη Ρωσία, όταν οι πιέσεις των αμερικανικών αρχών γίνονται ασφυκτικές. Μέσα σε όλα αυτά, οι ένθετες επιστολές του Χρήστου Φιλιππόπουλου, παππού του αφηγητή, που ήταν δάσκαλος στην Αθήνα, αναδεικνύουν το ελλαδικό τοπίο και συχνά το αντιδιαστέλλουν με όσα γίνονται στον Νέο Κόσμο.
Τρία πολιτισμικά σκηνικά, λοιπόν, που αναδεικνύουν σε πρώτη φάση το διεθνές γίγνεσθαι από τη μικρή κι ασήμαντη Ελλάδα μέχρι τις πολιτικές φοβίες της Αμερικής και της ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια της μεταπολεμικής τους αντιπαράθεσης. Σε δεύτερη φάση, η Σ. Τριανταφύλλου χρωματίζει τις εσωτερικές τους αντιφάσεις, που μετατρέπονται σε κυνήγι μαγισσών, όχι μόνο δηλαδή των ύποπτων κομμουνιστών αλλά και των «μιαρών» μαύρων, όχι μόνο των κακών Δυτικών αλλά και των εσωτερικών εχθρών του προλεταριάτου. Η παγκοσμιοποίηση του Ψυχρού Πολέμου ήταν κουτσή, οι μεγάλες υπερδυνάμεις αλλήθωρες και τα πολλά καλά δείγματα του πολιτισμού τους δεν μπορούν να κρύψουν τις μελανές σελίδες τους.
Στη σκιαγράφηση της Αμερικής του 1968, με τα ρατσιστικά κρούσματα και την αμφιθυμία πολλών απέναντι στους μαύρους, η συγγραφέας είναι εξαιρετική. Δεν κομίζω γλαύκας εις Αθήνας να πω ότι όλη της η μυθιστορηματική άνεση εμφανίζεται και εδώ ως ορμή, ως χιονοστιβάδα, ως χείμαρρος, που κατεβάζει νερά, κλαδιά και φερτά υλικά. Βέβαια, η μυθιστορηματική πλοκή πλαδαρεύει, καθώς δεν ενδιαφέρει -ίσως και σκόπιμα- η στιβαρή συνοχή, αλλά περισσότερο η φαντασμαγορία των αμερικανικών και σοβιετικών σκηνών. Τα πολύχρωμα πολιτισμικά σενάρια του βιβλίου σηκώνονται στον αέρα, όχι για να οδηγήσουν τη δράση σε μια αριστοτελική κάθαρση, αλλά για να αντιπαρατεθούν μεταξύ τους και να αφήσουν το στίγμα τους στον αναγνώστη.
