Η έκπτωση του πρύτανη του ΑΠΘ με απόφαση του ΣτΕ δεν είναι ούτε ατύχημα ούτε «παρεξήγηση». Είναι η φυσική κατάληξη μιας βαθιάς θεσμικής παρακμής, την οποία επέβαλε ο νόμος Κεραμέως με την απόλυτη περιφρόνηση προς τις δημοκρατικές αρχές της πανεπιστημιακής αυτοδιοίκησης.
Οσοι σήμερα κάνουν τους έκπληκτους ή ενοχλημένους, ας αναλογιστούν: Τι περιμένατε να συμβεί όταν ένα δημόσιο πανεπιστήμιο μετατρέπεται σε κλειστό κλαμπ «στελεχών» που εκλέγονται χωρίς φοιτητές, χωρίς συλλογικά όργανα, χωρίς καμία ουσιαστική λογοδοσία στους ανθρώπους που το υπηρετούν; Η απομάκρυνση της φωνής των φοιτητών και των διδασκόντων από τη λήψη αποφάσεων είναι πλήγμα στην ίδια τη φύση της ακαδημαϊκής κοινότητας, που οφείλει να βασίζεται στη συλλογικότητα και τη δημοκρατία. Πρυτάνεις… τέρπονται με την παρουσία των ΜΑΤ στην πανεπιστημιούπολη, και μάλιστα τα φωνάζουν οι ίδιοι! Αντί να υπερασπιστούν την έννοια του ασύλου, επιλέγουν να κάνουν «μπίζνες» με εταιρείες ή να ξεπουλήσουν κάθε ακαδημαϊκό ρόλο για να γίνουν αμειβόμενα κυβερνητικά στελέχη!
Οχι! Η υποτίμηση της θεσμικής νομιμότητας δεν ξεκίνησε με τη μοιρασιά της θητείας. Ξεκίνησε όταν θεωρήθηκε φυσιολογικό να αποφασίζουν πέντε εξωτερικοί παράγοντες ποιος θα διοικήσει το Αριστοτέλειο. Οταν η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας έπαψε να νοιάζεται για την ουσία του δημόσιου πανεπιστημίου και άρχισε να το μεταχειρίζεται σαν επιχείρηση – ή, πιο σωστά, σαν λάφυρο.
Ο,τι συνέβη στο ΑΠΘ δεν είναι «παρατυπία». Είναι σύμπτωμα. Και όποιος δεν βλέπει τον νόμο Κεραμέως ως γενεσιουργό αιτία αυτής της αποσύνθεσης, είναι είτε αφελής είτε συνένοχος. Η πανεπιστημιακή κοινότητα δεν έχει πια το περιθώριο της σιωπής. Οσο αυτός ο νόμος παραμένει, η ντροπή θα βαθαίνει. Και τα πανεπιστήμια θα μαραίνονται κάτω από το βάρος της αυθαιρεσίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιστροφή σε παλιές, δημοκρατικές πρακτικές είναι επιτακτική ανάγκη – όχι μόνο για το ΑΠΘ, αλλά για ολόκληρη την ανώτατη εκπαίδευση της χώρας.
