ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ g.manteniotis
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το μακρυμάνικο πουκάμισο πάνω απ’ τη βερμούδα είναι το ρούχο για να ξεχωρίζει ο μόνος άνθρωπος που κατέβηκε στην παραλία δίχως μαγιό και χωρίς διάθεση να κολυμπήσει. Ενα καπέλο σαφάρι κατακαλόκαιρο στην αμμουδιά κρύβει τον ήλιο απ’ το μισό κεφάλι και τα μάτια ενός χλομού προσώπου, αλλά και τα χέρια του φωλιάζουν όλο βιασύνη μέσα σε φαρδιές τσέπες, ενώ θα μπορούσαν ν’ ανοίγουν διάπλατα και να χωρίζουν τον ουρανό σε τέσσερα κομμάτια.

Αυτός ο άνδρας φέρεται σαν να θέλει να μείνει αθέατος και ανέγγιχτος. Θα μπορούσε να είναι κάκτος με μεγάλα αγκάθια και θα ευδοκιμούσε στα σκονισμένα μπαλκόνια μιας μεγαλούπολης, γιατί δεν θα είχε ανάγκη από πολύ νερό. Η Σέβη γυρνώντας προς το μέρος του και γνέφοντας ναι με το κεφάλι μόλις έχει αφήσει χώρο να εισβάλει στο κιόσκι ένα άσπρο συννεφάκι, που αφήνει σκιερά μπαλώματα πάνω στο πρόσωπό της. Επάνω στο τραπέζι το αναψυκτικό και μ’ ένα χαρτομάντιλο σκουπίζει τώρα τον ιδρώτα στον λαιμό της. Παρακαλώ, παρακαλώ, καθίστε!.Μια άδεια καρέκλα στο καφενείο δίπλα στο κύμα, ναι μόνο μία, αφού οι ψαράδες παράτησαν τις βάρκες τους σε αχρηστία και πίνουν τσίπουρα παρέα με τους τουρίστες. Ενα μονάχα χέρι ξεπροβάλλει για τη χειραψία, το άλλο κρύβεται ή προστατεύεται στην αριστερή τσέπη και το κεφάλι του, που είναι ακόμη εκεί ψηλά στη θέση του, γέρνει προς το μέρος της, αλλά δεν πέφτει κάτω ούτε θρυμματίζεται.

Τα τζιτζίκια βουίζουν πίσω απ’ την ιδρωμένη μασχάλη της Σέβης, που τώρα φυσάει με τα χείλη το μαλλί της, γιατί έχει κολλήσει στο μέτωπο, και μοιάζει να δίνει φιλιά στον αέρα. Οι φιλενάδες της ισιώνουν το μαλλί τους κόντρα στην υγρασία της επαρχιακής πόλης τους και στέλνουν φιλιά στον καθρέφτη σε πρόβες που σκαρώνουν μέσα στο σπίτι για τις χοροεσπερίδες του φιλανθρωπικού σωματείου Ελπίδα. Η Σέβη πλήττει φριχτά σ’ αυτές τις συναντήσεις και μόνο ο καπνός που μπαίνει μέσα της απ’ το τσιγάρο γεμίζει το κενό, ενώ το στόμα εξακολουθεί να χάσκει με μπόλικα αμήχανα χαμόγελα.

Ο άνδρας δίνει παραγγελία παγωμένη μπίρα. Ναι, έχει καταπλεύσει με μισθωμένη βαρκούλα ναι, ναι, είναι όμορφα εδώ, εδώ οι άνθρωποι κρεμούν τον χρόνο τους για να στραγγίσει. Αλλοι, οι φτωχοί, έχουν καταφτάσει μαζικά στο νησί πάνω στον ιδρωμένο πισινό τους με τα λεωφορεία και με αναμμένη την εξάτμιση έχοντας διασχίσει την ανατολική Ευρώπη σ’ ένα βράδυ. Η Σέβη έχει πάρει μονάχα το καραβάκι της γραμμής διανύοντας τη μικρότερη απόσταση απ’ όλους από την πλήξη στην αναψυχή. Κατέφτασε με δύο μαγιό, πετσέτες για τη θάλασσα, είδη ψαρέματος και τα καλάμια του συζύγου, αλλά ο Κωστής μου ψάχνει εκεί μέσα στον βυθό κάτι που θέλει περισσότερο. Οι μέλισσες πρήζουν τις πατούσες των μικρών παιδιών στην παραλία και οι τουρίστες χρυσοπληρώνουν μεσοκαλόκαιρο την επιχείρηση ξαπλώστρα-φραπέ σε Ανατολικοευρωπαίο εκμισθωτή. Χταπόδι και μαρίδα πάνω στο τραπεζάκι. Μα όχι, όχι, ευχαριστώ! το αλκοόλ μού φέρνει θλίψη, λέει η Σέβη, θλίψη και μια ταφόπλακα στο στήθος, αλλά όταν στο ποτήρι της αφρίζει η μπίρα, την κατεβάζει χωρίς δεύτερη κουβέντα. Η μπίρα σχηματίζει μία λεπτή γραμμή στα χείλη της, που δεν τη σβήνει με τη γλώσσα, αλλά απλώνει το χέρι και τη σκουπίζει με το δάχτυλο αργά και απαλά.

Ο άνδρας έχει μια μικρή επιχείρηση σε κεντρικό σημείο της Αθήνας, ναι, ναι, εκεί που παρελαύνουν τα ΜΑΤ, οι μετανάστες και οι άστεγοι. Καλημέρα σας, καλημέρα σας, κύριοι και κυρίες, τους λέει κάθε μέρα ο άνδρας, πώς κοιμηθήκατε το βράδυ; Κανένας μας δεν είναι στον παράδεισο, του απαντάνε εκείνοι, αλλά κι αυτός δεν φαίνεται να ξέρει από παραδείσια πουλιά, ούτε καν βαλσαμωμένα. Περνάμε τα καλοκαίρια μας εδώ, λέει η Σέβη, ο Κωστής λατρεύει το ψάρεμα, περνάει ώρες ψαρεύοντας, συνέχεια ξεχνάει ο Κωστής να φάει, του αρκούν λίγα μπισκότα κι ένα μπουκάλι νερό. Ο άνδρας γυρίζει αλλού το κεφάλι και για λίγο δεν την έχει στο οπτικό του πεδίο.

Θα έλεγε κανείς ότι δεν βλέπει πέρα από τη μύτη του, αλλά αυτός εντοπίζει το φτερούγισμα στο παρεό της Σέβης, που αερίζει τον ιδρώτα από τις λαγόνες και τα πόδια της. Πού είναι η τουαλέτα εδώ; Θέλει να πάει να ξεπλύνει τα χέρια του απ’ τα θαλασσινά. Ας τα σκουπίσει στο μαντίλι της, λέει η Σέβη. Ο άνδρας ακουμπάει τους αγκώνες στα πόδια κι έχει τα χέρια απλωμένα μπροστά σαν να μην ξέρει τι να τα κάνει. Το τρεμουλιαστό σώμα του Κωστή, σκέφτεται η Σέβη, το σώμα του Κωστή ψάχνει εκεί κάτω στον βυθό κάτι που θέλει περισσότερο. Η ομίχλη από την υγρασία και την κάψα σβήνει τα περιγράμματα αυτών που ήρθαν στο νησί αλέ λε τουρ. Ηρθαν για να χαθούν λιγάκι από τον εαυτό τους, λέει τώρα ο άνδρας κι ο ορίζοντας τρεμουλιάζει μπροστά στα μάτια της Σέβης, ενώ στη θάλασσα χορεύουν άσπρα πιάτα και μαύρες χοντρές μύγες βουτούν καταπάνω τους.

*Από τις εκδόσεις Loggia κυκλοφορεί το πρώτο βιβλίο της Δ. Παναγιωτοπούλου, η νουβέλα Sha la la