ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ g.manteniotis
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Ανδρέας Μήτσου, στη νουβέλα του με τίτλο Δυο παράξενα πλάσματα, μέσα από την παραμυθητική σχέση μιας προσφυγοπούλας με μια στρουθοκάμηλο επιχειρεί να σταθεί ενάντια στην υποκρισία και τη βαρβαρότητα του «πολιτισμένου» κόσμου. Σμίγοντας τον μαγικό ρεαλισμό με τη ρεαλιστική απεικόνιση, συνδέει τη μνήμη των ξεριζωμένων Ελλήνων του Πόντου και της Μικράς Ασίας με τις σημερινές ροές των προσφύγων που χάνονται στα θαλάσσια νεκροταφεία του Αιγαίου, γεφυρώνοντας χρονικά και αφηγηματικά το παρελθόν με τη σύγχρονη φρίκη.

Η αφήγησή του ξεκινά με την εύρεση ενός εξάχρονου κοριτσιού –της Ελένης– σε μια απόμακρη παραλία της Νισύρου. Το κορίτσι, περιπλανώμενο ανάμεσα σε πτώματα ναυαγών, αναζητά απεγνωσμένα ένα πουλί –τον Στρούθο– και επειδή δεν το βρίσκει αρχίζει να τραγουδά. Η φασματική φωνή της και η αλλόκοτη φιλία που έχει αναπτύξει με το πουλί δίνουν το έναυσμα σε έναν ευαίσθητο δημοσιογράφο (και alter ego του συγγραφέα) να την ακούσει και να την πιστέψει, μεταπλάθοντας την προσωπική τραγωδία σε όνειρο και τον συλλογικό εφιάλτη σε μύθο. «Τίποτα δεν αποκλείω από όσα άκουσα» γράφει. «Οταν την αποχαιρέτησα, η μικρή με κοίταξε πολύ προσεκτικά πριν μου απευθύνει μία μόνο ερώτηση: “Τι είναι πατρίδα;”»

Η ηρωίδα του Μήτσου έχει –και δεν έχει– ηλικία. Οσο πιο δυνατά τραγουδά, τόσο περισσότερο αντιστέκεται στο σκοτάδι που την απειλεί και σαν άλλη Αλίκη του μύθου μεγαλώνει και υψώνεται πάνω από τον κόσμο που τη διώκει. Το τραγούδι της δεν λειτουργεί μόνο ως οικολογική και πολιτική καταγγελία αλλά και ως πράξη εσωτερικής απελευθέρωσης και αυτοσυνείδησης. Τα λόγια της άλλοτε μοιάζουν με παρήγορο «ψεύδος» και στιχομυθίες παιδιού που προσπαθεί να διαχειριστεί μια απώλεια κι άλλοτε με αποφθέγματα μιας σοφής γριάς που κουβαλάει μέσα της αιώνες εμπειρίας και οδύνης.

Στο ρευστό και αλληγορικό σύμπαν του συγγραφέα, η θεία του κοριτσιού είναι μια σταθερή φιγούρα μητρικής προστασίας, ένας φορέας βαθιάς ενσυναίσθησης, ανιδιοτελούς φροντίδας και αλληλεγγύης. Αντιπροσωπεύει εκείνους τους «απλούς» ανθρώπους που αντιστάθηκαν έμπρακτα στον κυνισμό και στον ρατσισμό και έγιναν ιστορία και μύθος: τις γιαγιάδες της Μυτιλήνης, τους διασώστες της Μεσογείου, τους πολίτες που ανοίγουν το σπίτι τους στους αναγκεμένους. Μας υπενθυμίζει πως, ακόμη και σε στιγμές απόλυτης αδυναμίας, η ανοιχτή, δοτική πλευρά της ζωής μπορεί να μετασχηματίσει τον φόβο του θανάτου σε τέχνη, την απώλεια σε αφήγηση. Η αθωότητα, η πίστη, η ποιητική πλευρά της ζωής, η φαντασία γίνονται συνειδητές επιλογές, ξορκίζοντας το κακό και μετατρέποντάς τα σε όπλο ζωής.

«Πλησίασα τον μεγαλύτερο από τους πέντε κρατήρες, τον Στέφανο. Μύριζε γύρω κλούβιο αυγό και θειάφι. […] Ο Στρούθος κατάλαβε πόσο απελπισμένη ένιωθα και φοβήθηκε πολύ για μένα και μαζεύτηκε». Στο βιβλίο του, ο Μήτσου δίνει φωνή στους «άφωνους» και ταυτότητα στους «αόρατους» θέτοντας επί τάπητος το προσφυγικό ζήτημα. Ταυτόχρονα, μέσα απ’ αυτό, γράφει για το δικαίωμα του ανθρώπου να ζει με αγάπη και αξιοπρέπεια, να δημιουργεί και να ευημερεί σε έναν τόπο-πατρίδα. Μιλά για τη δύναμη της γλώσσας και τη σημασία της μνήμης, όχι ως δεδομένα αλλά ως βαθύ υπαρξιακό αίτημα. Αναρωτιέται για τον Θεό μέσα από τα μάτια ενός παιδιού που σώθηκε ενώ οι άλλοι χάθηκαν. Αναμετριέται με την αδικία και την ανθρώπινη κτηνωδία, χωρίς θυμό, με στωικό και υπερβατικό τρόπο, ποντάροντας στην καλοσύνη και τη συμπόνια. Στην εξιστόρησή του, η ηφαιστειογενής, γήινη αλλά και απόκοσμη ατμόσφαιρα της Νισύρου μεταμορφώνεται σε μαγικό τοπόσημο και το υπερρεαλιστικό στοιχείο στην περιγραφή ένας πιο εσωτερικός και πολύτροπος τρόπος έκφρασης της συγγραφικής του ιδιοπροσωπίας.

Οπως και σε προηγούμενα έργα του, η γραφή του περιβάλλεται από μια στοχαστική ματιά που καταγράφει μαζί με τη ρεαλιστική πλευρά της ζωής και την «κβαντική», μεταφυσική της αλήθεια. Εκφράζεται χαμηλόφωνα και υπαινικτικά, φωτίζοντάς την από πολλές πλευρές και ενεργοποιώντας τόσο τον νου όσο και την ψυχή του αναγνώστη.

Χωρίς διδακτισμό, μας ωθεί να γίνουμε πιο ανθρώπινοι. Να θυμηθούμε πως και εμείς υπήρξαμε πρόσφυγες. Γιατί: «Ο φόβος εκείνου που αγαπάς, αποδιώχνει αμέσως τον δικό σου φόβο, τον υποτιμάς και τον ξεχνάς». Και η αλήθεια, όσο αφόρητη και αν είναι, μπορεί να γίνει πράξη αντίστασης μέσα από μια λαϊκή παραβολή ή ανακαλώντας ένα παιδικό νανούρισμα.