Το 1972 ο Ελβετός οδοντίατρος Ζουλιέν Γκριβέλ ήταν 29 χρόνων όταν διάβηκε για πρώτη φορά το κατώφλι του αντιλεπρικού σταθμού, στο Νοσοκομείο Λοιμωδών Νόσων «Αγία Βαρβάρα» στο Αιγάλεω Αττικής, προκειμένου να φτιάξει τα δόντια ενός ασθενούς χτυπημένου από τη νόσο του Χάνσεν, όπως του είχε ζητήσει ένας φίλος του, μέλος του κινηματογραφικού συνεργείου που είχε γυρίσει το πρώτο ντοκιμαντέρ για την Σπιναλόγκα (L’Ordre του Γάλλου Ζαν-Ντανιέλ Πολέ). Εκείνος, λοιπόν, τον είχε ρωτήσει εάν μπορούσε να έρθει στην Αθήνα για να φτιάξει τα δόντια του Επαμεινώνδα Ρεμουντάκη, της θρυλικής μορφής της Σπιναλόγκας, ο οποίος ζούσε τυφλός από την ασθένειά του τα τελευταία 25 χρόνια σε μια πρόχειρη καλύβα στο σανατόριο στο Αιγάλεω. Ο Ζουλιέν δέχτηκε, αλλά ούτε που μπορούσε να φανταστεί ότι με εκείνη τη θετική του απόκριση θα άνοιγε ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή του, προσφέροντας επί 27 χρόνια, μέχρι και το 1998, αφιλοκερδώς τις υπηρεσίες του για να φτιάχνει τα δόντια των χανσενικών και να τους απαλύνει τον πόνο από τις πληγές και την απομόνωση από την κοινωνία.
«Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Πρωτόγνωρα συναισθήματα τον είχαν κυριέψει, γνωρίζοντας ότι θα συναντούσε παραμορφωμένους ανθρώπους που η μοίρα τούς είχε σφυρηλατήσει στο καμίνι της προσωπικής κόλασης που υπέμεναν. Και όμως, στον νεαρό γιατρό “έλαμπε μέσα του εκείνο που αγνοούσε”, καθώς λέει ο Ελύτης. Εφτανε θωρακισμένος από τη βαθιά ανθρωπιστική του παιδεία και τα ουμανιστικά ιδεώδη με τα οποία είχε γαλουχηθεί στην υπέροχη χώρα του».
Με αυτά τα λόγια περιγράφει ο Κωστής Ε. Μαυρικάκης -επιμελητής του βιβλίου του Γκριβέλ «Ελλάδα, η δική μου Ιθάκη» (εκδόσεις Περιφέρεια Κρήτης)- τον νεαρό οδοντίατρο από τη Γενεύη που αποφάσισε να διαβεί «το στενό πέρασμα που χωρίζει τον κόσμο των υγιών ανθρώπων από εκείνο των απελπισμένων», όπως γράφει ο ίδιος στο βιβλίο με τις αναμνήσεις από την Ελλάδα.
Αν και ο Ζουλιέν Γκριβέλ είναι ένα πρόσωπο πολύ αγαπητό στα Χανιά κι έχει τιμηθεί για την προσφορά του από την Ακαδημία Αθηνών το 2008, νωρίτερα, το 1980, από τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό, το 2018 από τον πρόεδρο της Βουλής κι έχει ακόμη πολλές διακρίσεις για την προσφορά του, το ντοκιμαντέρ με τίτλο «Σμιλεμένες ψυχές» του Σταύρου Ψυλλάκη (βραβείο FIPRESCI της Διεθνούς Ενωσης Κριτικών Κινηματογράφου για Ελληνικό ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους του Διαγωνιστικού Προγράμματος στο τελευταίο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης) είναι αυτό που ανέδειξε τον πλούτο και το βάθος της σκέψης και της προσωπικότητας ενός ουμανιστή επιστήμονα που αθόρυβα και χωρίς υλικούς επαίνους έκανε έργο ζωής το δόσιμο στον άλλον.
Δείτε το ντοκιμαντέρ του Ψυλλάκη και γνωριστείτε με τον Ζουλιέν και μην εκπλαγείτε για την αναπάντεχη ψυχική ανάταση που θα πάρετε μαζί σας από τον λόγο, τις σκέψεις και το γλυκόπικρο χιούμορ του 82χρονου Ελβετού και -με πράξεις- φιλέλληνα οδοντιάτρου Ζουλιέν Γκριβέλ.
«Οι ασθενείς μας διδάξαν. Μάθαμε ότι σε κάθε δάκρυ βρίσκεται λίγο φως»
Η συνέντευξή του στην «Εφ.Συν.» είναι απλώς μία αφορμή να δείτε την ταινία και να διαβάσετε το βιβλίο. Και τα δύο θα σας αποζημιώσουν πολλαπλώς.
Το ραντεβού μας έγινε ένα πρωινό του Μαΐου σε ξενοδοχείο της πολύβουης Ομόνοιας. Εκεί που μένει κάθε φορά μετά το 1972. Και απάντησε στις ερωτήσεις μας σε άπταιστα ελληνικά.
- Πώς θα αποτιμούσατε την εμπειρία σας με την κοινότητα των χανσενικών στην Ελλάδα;
Οι ασθενείς μάς διδάξαν. Μάθαμε ότι σε κάθε δάκρυ βρίσκεται λίγο φως. Ενας ασθενής μού έλεγε: «Παρά την τύφλωσή μου δεν άφησα ποτέ το σκοτάδι να κυριεύει τις σκέψεις μου». Εχασε το φως του, αλλά βρήκε άλλο φως στη ζωή του… Να πώς είχαν τις ικανότητες να θεραπεύσουν μια τέτοια ασθένεια που τους έκλεβε τα όνειρα, την ομορφιά της ζωής κι όμως έμειναν όρθιοι. Ολη αυτή η εμπειρία είναι θέμα του φωτός. Δίνει φως στη ζωή. Ολα αυτά που έχουμε ζήσει εδώ με τους ανθρώπους, με τους φίλους. Μας γοητεύει το ελληνικό φως και λέμε ότι είναι μοναδικό χωρίς να ξέρουμε το γιατί, όμως, γνωρίζουμε ότι είναι αδιαχώριστο από αυτό που φώτιζε τα πνεύματα της αρχαίας Ελλάδας.
- Τι ήταν αυτό που σας έκανε να γίνετε ένας εθελοντής ανθρωπισμού;
Αρχικά οι γονείς μου. Ο πατέρας μου ήταν μηχανικός και η μητέρα μου δασκάλα. Ο πατέρας μου είχε σπουδάσει τα αρχαία ελληνικά και μας έλεγε από νωρίς ότι η Ελλάδα ήταν το πνεύμα της Ευρώπης και η κοιτίδα του πολιτισμού μας. Στη γενιά μας μάθαμε ότι ο άλλος υπάρχει. Ηταν έτσι η εκπαίδευση που πήραμε, αλλά ποτέ μέχρι τότε δεν είχα σκεφτεί ότι θα έκανα τέτοια αποστολή. Οταν με πήρε τηλέφωνο ένας φίλος μου να έλθω στην Αθήνα να περιποιηθώ τα δόντια ενός χανσενικού έμεινα έκπληκτος όταν κατάλαβα ότι αυτή η αρρώστια ήταν τόσο κοντά μας κι όχι μόνο στην Ασία ή στη Νότια Αμερική. Τότε, με την πρόταση του φίλου μου, άκουσα δύο φωνές. Η μία μού έλεγε: «Αντε! Πήγαινε! Αξίζει». Η άλλη: «Εξασφάλισε το μέλλον σου». Και πήρα το ρίσκο να μην είμαι προσεκτικός και ακολούθησα την πρώτη φωνή. Νομίζω ότι γενικά κάθε φορά που κάνουμε αυθόρμητα κάτι που ταιριάζει με την εσωτερική μας λύρα, την παρόρμηση, είμαστε καλά. Σε αρμονία μέσα μας. Αν είχα ζυγίσει τα υπέρ ή τα κατά θα είχα χάσει αυτήν την ευκαιρία.
«Νομίζω ότι γενικά κάθε φορά που κάνουμε αυθόρμητα κάτι που ταιριάζει με την εσωτερική μας λύρα, την παρόρμηση, είμαστε καλά. Σε αρμονία μέσα μας»
- Σήμερα η Ελλάδα σάς θυμίζει κάτι από την κοιτίδα του πολιτισμού που σας περιέγραφε ο πατέρας σας;
Με την Ελλάδα αρχικά είχα μια τουριστική σχέση, ιστορική. Αλλά με αυτήν την εμπειρία, που απέκτησα, η σχέση έγινε διανοητική. Τώρα, όταν βλέπω την Ελλάδα είναι όλα μαζί. Δεν είναι μόνο μια χώρα με ωραία νησιά, άγρια τοπία, θάλασσες γλυκιές. Εγινε μία διάσταση για μένα. Το νιώθω βαθιά μέσα μου.Κι όπως το λέω συχνά -γνωρίζετε βέβαια την Αλεξίου, όταν τραγουδάει- «δώσ’ μου έναν δρόμο να περπατήσω τα πάθη μου». Η Ελλάδα μου έδωσε αυτόν τον δρόμο.
- Και τους Ελληνες πώς θα τους χαρακτηρίζατε; Εχετε γνωρίσει και γιατρούς και νοσοκόμους και αρρώστους, ακόμη και τους εργαζόμενους σε αυτό το ξενοδοχείο.
Μισό αιώνα έρχομαι εδώ. Την πρώτη φορά ήλθα το 1972. Για να φτιάξω τα δόντια του Ρεμουντάκη. Ημουν τυχερός. Αργότερα, στη Μεταπολίτευση, συνάντησα τον υπουργό Δοξιάδη. Γνώριζα τον Χρήστο Γιανναρά, ήταν φίλος του υπουργού, κι έτσι ήταν πιο εύκολο να τον δω. Οταν ήρθα στο νοσοκομείο Λοιμωδών είδα ότι έχει πολλή δουλειά και του ζήτησα να μου δώσει μια άδεια για να συνεχίσω την αποστολή μου. Μου απάντησε ότι έχει ήδη έναν Ελληνα οδοντίατρο. «Δεν νομίζετε ότι ο ερχομός ενός ξένου γιατρού θα μπορούσε να διατηρήσει αναμμένη τη φλόγα της ελπίδας γι’ αυτούς τους ανθρώπους που όχι μόνο έχουν προσβληθεί από την καταραμένη αρρώστια, αλλά έχουν υποφέρει και από προκατάληψη τρομερή;» τον ρώτησα. Και μου απάντησε: «Θα σας γράψω». Γύρισα στη Γενεύη και 2 μήνες μετά έλαβα ένα γράμμα του Δοξιάδη που έλεγε «μπορείτε να συνεχίσετε». Και μετά ερχόμουν δύο φορές τον χρόνο. Είχαμε μεγάλη αλληλεγγύη. Κάναμε γιορτές στη Γενεύη για να μαζέψουμε λεφτά για το ταξίδι.
- Βλέπετε διαφορές ανάμεσα στην Ελλάδα που γνωρίσατε τότε και τη σημερινή;
Οταν είμαι στην Κρήτη η διαφορά δεν είναι μεγάλη. Αλλά εδώ (στην Αθήνα) βλέπω ότι οι άνθρωποι υποφέρουν, είναι πιο δύσκολο. Υπάρχει αστεγία. Είχε και πριν αλλά τώρα ζούνε με το ζόρι.
- Τι διαβάζετε συνήθως;
Προσπαθώ να διαβάσω ελληνικά βιβλία. Πρόσφατα διάβασα το «Ανεπιθύμητος Νεκρός» για τον Καζαντζάκη και το «Οταν ήμουν δάσκαλος» του Κονδυλάκη. Και σε αυτό το βιβλίο βρήκα τη φράση «ξέρω τα κολλυβογράμματα».
- Υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς στους οποίους ανατρέχετε;
Πολύ μου αρέσει ο Καμί και ο Τόμας Μαν, αλλά και ο Ερμαν Εσε.
- Αν γυρίζατε πίσω 40 χρόνια θα κάνατε κάτι διαφορετικό;
Οχι. Αφού ήμουν σε αρμονία μέσα μου το ίδιο θα έκανα.
- Και πώς πετυχαίνουμε την αρμονία μέσα μας; Κάνοντας αυτό που θέλουμε;
Ναι. Είναι συναίσθημα. Δύσκολο να εξηγήσω, αλλά ήταν κάτι αυθόρμητο. Οπωσδήποτε νομίζω ότι είχα δίκιο να ακούσω την εσωτερική λύρα μου. Αλλιώς θα είχα χάσει στη ζωή μου. Είχα αμφιβολίες όταν ερχόμουν εδώ. Ιδίως την πρώτη μέρα. Εφτασα κουρασμένος από τη δουλειά μου στη Γενεύη και θυμάμαι από τη στάση του λεωφορείου μέχρι την είσοδο του νοσοκομείου, ένα τέταρτο με τα πόδια, ήμουν γεμάτος αμφιβολίες. Αναρωτιόμουν πώς θα αντιμετωπίσω τις δυσκολίες με τη γλώσσα, με τα κρούσματα. Αλλά έπειτα από λίγα λεπτά άκουσα μέσα μου κάτι: «Μην ξεχνάς, έχεις ραντεβού με τα θεμέλια της ζωής».
- Ποια είναι τα θεμέλια της ζωής;
Είναι ο άλλος. Η μόνη ελπίδα για μένα είναι το μοίρασμα. Αυτό είναι.
- Και πώς μπορούμε να πείσουμε τους νέους ανθρώπους ότι αυτό είναι το πιο σημαντικό;
Συνειδητοποιώ ότι εμείς είχαμε ευκολίες να αποφασίσουμε. Σήμερα, με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νέοι, νομίζω ότι πριν απ’ όλα σκέπτονται τον εαυτό τους. Είναι δύσκολο να έχουν ανοιχτό πνεύμα. Εγώ είχα δουλειά, δεν είχα πρόβλημα. Για παράδειγμα στη Γενεύη είχαμε πολύ πιστούς ασθενείς. Εφτιαξα τα δόντια στα παιδιά τους, στα εγγόνια τους. Μιας ολόκληρης οικογένειας. Σήμερα είναι διαφορετικό… Είναι άστατα και πολύ πιο δύσκολα τα πράγματα.
- Είστε αισιόδοξος για το μέλλον;
Γεννήθηκα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το ’43. Και ήδη από το ’42 το μέλλον ήταν σκοτεινό. Αλλά, αναρωτιέμαι, γιατί έκαναν παιδιά οι γονείς μας σε μια εποχή πολύ σκοτεινή, χωρίς μέλλον, με πόλεμο; Ηταν ο άνθρωπος. Πρέπει να είμαι αισιόδοξος. Παρόλο που σήμερα είναι πολύ πιο δύσκολα ακόμη και για τα παιδιά που έχουν σπουδάσει και αναγκάζονται να κάνουν κάτι άλλο. Και βλέπω ότι οι φίλοι μου που έχουν άνεση στέλνουν τα παιδιά τους έξω, στην Ευρώπη, στην Αμερική. Αλλά τι κάνουν αυτοί που δεν έχουν τέτοια δυνατότητα;
- Αρα το πρόβλημα είναι πάντα η ανισότητα;
Ναι, σίγουρα.
- Θεωρείτε ότι αυτό συνδέεται και με την κρίση στην πολιτική;
Σίγουρα. Οταν δεν υπάρχει ισορροπία, τα πάντα επηρεάζονται. Το μοίρασμα είναι δύσκολο και είναι κρίμα γιατί στη Γη υπάρχουν πολλά και φτάνουν για όλους.
- Στην πολυετή διαδρομή του εθελοντισμού στο λεπροκομείο της Αττικής είχατε συνοδοιπόρο τη σύζυγό σας, την Κριστιάν. Με εντυπωσίασαν τα τρυφερά λόγια γι’ αυτήν στην πρεμιέρα της ταινίας:
Είναι η ψυχούλα μου. Είμαστε δύο λουλούδια στο ίδιο κοτσάνι και τυχεροί γιατί όταν ένα ζευγάρι δημιουργείται, δύο κόσμοι διαφορετικοί συναντιούνται. Είμαι στο κέντρο του κόσμου της και είναι στο κέντρο του κόσμου μου.
Αν δύο άνθρωποι βρουν την αρμονία, έχουν τα ίδια όνειρα μαζί, γίνεται το θαύμα.
Η ιστορία του Μανώλη Φουντουλάκη
«Πραγματική προξενήτρα για τη συνάντηση του Ψυλλάκη – Γκριβέλ ήταν η βιβλιοθήκη που έχει το όνομα του Μανώλη Φουντουλάκη» αποκάλυψε η Μαρίνα Φουντουλάκη, επικεφαλής της Βιβλιοθήκης, μετά την προβολή της ταινίας στον «Δαναό». Ποιος ήταν, όμως, ο Μανώλης Φουντουλάκης;
«Τον συνάντησα για πρώτη φορά στο νοσοκομείο το 1973, ενώ νοσηλευόταν για υποτροπή της νόσου. Δεν μιλούσα ελληνικά εκείνη την εποχή, αλλά κάτι το αδιόρατο πέρασε ανάμεσά μας, μέσα από τις ματιές μας. Από την αρχή αυτής της αποστολής στην Ελλάδα, όταν δούλευα στο μάλλον υποτυπώδες οδοντιατρείο του λεπροκομείου, μου έφερνε μερικά τριαντάφυλλα κάθε μέρα για να “φωτίσουν” τη μέρα μου. Ετσι μου έλεγε. Η βελτίωση των επιδόσεών μου σε αυτήν την τόσο δύσκολη γλώσσα ενίσχυαν συνεχώς τους δεσμούς μας και, μετά την αποθεραπεία του, με προσκάλεσε να μιλήσουμε μαζί αμέτρητες φορές στο σπίτι του, σε κάποια συνοικία του Πειραιά» γράφει ο Γκριβέλ στον πρόλογο του βιβλίου του για τον άνθρωπο που επέζησε από τη βαριά νόσο και εργάστηκε μέχρι το τέλος της ζωής του ενάντια στον υγειονομικό και κοινωνικό αποκλεισμό των χανσενικών.
