Το Εθνικό Σύστημα Υγείας παραμένει το βασικό στήριγμα για εκατομμύρια πολίτες. Η σημερινή του κατάσταση, όμως, απέχει πολύ από την εικόνα που προβάλλει η κυβέρνηση. Τα επίσημα διεθνή στοιχεία μόνο για πανηγυρισμούς δεν προσφέρονται. Το 2023 οι τρέχουσες δαπάνες Υγείας στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν στο 8,4% του ΑΕΠ, έναντι 10% κατά μέσο όρο στην ΕΕ. Στη Γερμανία έφταναν το 11,7%, στη Γαλλία το 11,5%, ενώ στην Αυστρία και στη Σουηδία κινούνταν στο 11,2%.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το ποιοι πληρώνουν αυτές τις δαπάνες. Μόλις το 61% της συνολικής δαπάνης Υγείας στην Ελλάδα καλυπτόταν από δημόσιες ή υποχρεωτικές ασφαλιστικές πηγές, έναντι 80% στην ΕΕ. Αντίθετα, οι άμεσες πληρωμές των νοικοκυριών αντιστοιχούσαν στο 34% της δαπάνης στην Ελλάδα, έναντι 16% στην ΕΕ. Η Ελλάδα είχε το δεύτερο χαμηλότερο δημόσιο μερίδιο χρηματοδότησης της Υγείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στην πραγματική πρόσβαση των πολιτών στην περίθαλψη. Το 2024, το 21,9% των ατόμων ηλικίας 16 ετών και άνω που δήλωσαν ότι χρειάζονταν ιατρική εξέταση ή θεραπεία ανέφεραν ότι δεν κατάφεραν να την εξασφαλίσουν λόγω κόστους, μεγάλης αναμονής ή απόστασης. Ήταν το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση και περίπου έξι φορές μεγαλύτερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Έχουμε ένα δημόσιο σύστημα Υγείας με μεγάλη οικονομική και λειτουργική πίεση και πολύ μεγάλο τμήμα της κοινωνίας αναγκάζεται είτε να πληρώνει από την τσέπη του είτε να αναβάλλει την περίθαλψη που χρειάζεται.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των δημόσιων νοσοκομείων δεν αποτελούν μια δευτερεύουσα λογιστική εκκρεμότητα. Είναι κρίσιμος δείκτης της δυνατότητας του ΕΣΥ να εξασφαλίζει εγκαίρως φάρμακα, υγειονομικό υλικό, εξοπλισμό και υπηρεσίες.
Πόσες είναι, λοιπόν, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των νοσοκομείων;
Σε συνέντευξή του στα «Παραπολιτικά» του Σαββάτου (13/6), ο υφυπουργός Υγείας Μάριος Θεμιστοκλέους δήλωσε ότι ανέρχονταν σε 1,28 δισ. ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2023, περιορίστηκαν στο 1,02 δισ. ευρώ στο τέλος του 2024 και στα 560 εκατ. ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2025. Χαρακτήρισε μάλιστα το τελευταίο ποσό ως το χαμηλότερο επίπεδο ληξιπρόθεσμων οφειλών των νοσοκομείων προς τους προμηθευτές των τελευταίων ετών.
Το επίσημο Μηνιαίο Δελτίο Στοιχείων της Γενικής Κυβέρνησης, όμως, καταγράφει για τον Δεκέμβριο του 2025 ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις νοσοκομείων ύψους 1,397 δισ. ευρώ.
Η διαφορά είναι 837 εκατομμύρια ευρώ και δεν πρόκειται για μια ασήμαντη στατιστική απόκλιση. Τα δύο ποσά δημιουργούν εντελώς διαφορετική εικόνα για την οικονομική κατάσταση των νοσοκομείων. Το υπουργείο Υγείας μας ζητά να δεχθούμε έναν πολύ ευνοϊκότερο αριθμό χωρίς να παρουσιάζει τον αναλυτικό και δημόσια ελέγξιμο υπολογισμό από τον οποίο αυτός προκύπτει.
Η μακροχρόνια εξέλιξη των επίσημων στοιχείων είναι εξίσου ανησυχητική. Οι καταγεγραμμένες ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις των νοσοκομείων ανέρχονταν σε 344 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2019. Αυξήθηκαν στα 502 εκατ. το 2020, στα 606 εκατ. το 2021, στα 907 εκατ. το 2022 και στο 1,319 δισ. το 2023. Το 2024 διαμορφώθηκαν στο 1,164 δισ. και τον Δεκέμβριο του 2025 στο 1,397 δισ. ευρώ.
Μέσα σε έξι χρόνια υπερτετραπλασιάστηκαν, σημειώνοντας αύξηση περίπου 306%. Και η ανοδική πορεία συνεχίστηκε το 2026: 1,606 δισ. τον Ιανουάριο, 1,696 δισ. τον Φεβρουάριο και 1,590 δισ. ευρώ τον Μάρτιο. Παρά τη μείωση του Μαρτίου σε σχέση με τον Φεβρουάριο, το ποσό παρέμενε αυξημένο κατά 193 εκατ. ευρώ σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2025.

Το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους διευκρινίζει ότι οι οφειλές του ΕΟΠΥΥ και των νοσοκομείων εμφανίζονται ως μικτά ποσά και ότι περιλαμβάνουν υποχρεώσεις των προμηθευτών από rebate και clawback που δεν έχουν ακόμη συμψηφιστεί.
Το rebate είναι η υποχρεωτική έκπτωση που παρέχουν προς το Δημόσιο επιχειρήσεις οι οποίες διαθέτουν φάρμακα, υγειονομικά προϊόντα ή υπηρεσίες, σύμφωνα με όσα προβλέπει η νομοθεσία. Το clawback είναι η υποχρεωτική επιστροφή χρημάτων από τους παρόχους και τους προμηθευτές όταν η πραγματική δαπάνη υπερβαίνει το όριο ενός κλειστού προϋπολογισμού που έχει ορίσει το κράτος.
Τα ποσά αυτά μπορούν να συμψηφιστούν με υποχρεώσεις των νοσοκομείων προς τις ίδιες επιχειρήσεις. Συνεπώς, το 1,397 δισ. ευρώ δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με το τελικό καθαρό ποσό που θα πρέπει να καταβληθεί μετά την ολοκλήρωση όλων των συμψηφισμών. Η γενική υποσημείωση του Γενικού Λογιστηρίου δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι οι καθαρές οφειλές είναι 560 εκατ. ευρώ όπως ισχυρίζεται ο υφυπουργός Υγείας, oύτε εξηγεί πώς αφαιρεί 837 εκατ. ευρώ από το επίσημα καταγεγραμμένο μικτό ποσό.
Πόσα από αυτά αφορούν rebate και πόσα clawback; Ποια ποσά έχουν οριστικοποιηθεί και καταλογιστεί και ποια αποτελούν ακόμη εκτιμήσεις; Ποιοι συμψηφισμοί έχουν ήδη πραγματοποιηθεί και ποιοι παραμένουν σε εκκρεμότητα;
Ακόμη πιο σοβαρό είναι το ζήτημα της σύγκρισης ανάμεσα στα έτη. Πρέπει να αποσαφηνιστεί αν τα ποσά που παρουσίασε ο υφυπουργός για το 2023, το 2024 και το 2025 έχουν υπολογιστεί με τον ίδιο τρόπο.
Αν από το ποσό του 2025 έχουν αφαιρεθεί εκτιμώμενα rebate, clawback ή μελλοντικοί συμψηφισμοί, ενώ τα ποσά των προηγούμενων ετών είναι μικτά τότε η σύγκριση είναι άκυρη και η εμφανιζόμενη μείωση δεν αποτελεί πραγματικό οικονομικό αποτέλεσμα, αλλά σκόπιμη αλλαγή της μεθόδου υπολογισμού. Δεν μπορεί μια αλλαγή της λογιστικής βάσης να βαφτίζεται πραγματική μείωση των χρεών. Για να αποδειχθεί η θέση του υφυπουργού, πρέπει να δημοσιοποιηθούν για κάθε έτος το μικτό ποσό, τα οριστικοποιημένα rebate και clawback, οι συμψηφισμοί που πράγματι πραγματοποιήθηκαν και το τελικό καθαρό υπόλοιπο.
Στην καθημερινή λειτουργία ενός δημόσιου νοσοκομείου, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές σημαίνουν καθυστερημένες πληρωμές, πίεση στις οικονομικές υπηρεσίες, δυσκολότερους διαγωνισμούς και επιβάρυνση των προμηθευτών, ιδιαίτερα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Όταν οι επιχειρήσεις περιμένουν επί μήνες να πληρωθούν, περιορίζεται η ρευστότητά τους, αυξάνεται το κόστος τους και δυσχεραίνεται η ομαλή τροφοδοσία των νοσοκομείων.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρέπεμψε την Ελλάδα στο Δικαστήριο της ΕΕ τον Νοέμβριο του 2023 για υπερβολικές καθυστερήσεις πληρωμών από δημόσια και στρατιωτικά νοσοκομεία. Ακολούθησε νέα παραπομπή τον Απρίλιο του 2024 για πρακτικές με τις οποίες προμηθευτές καλούνταν να παραιτηθούν από τόκους υπερημερίας προκειμένου να πληρωθούν. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπει, κατά κανόνα, προθεσμία έως 60 ημέρες για τις δημόσιες αρχές Υγείας.
Το υπουργείο Υγείας οφείλει να δώσει καθαρή απάντηση για το πώς από το 1,397 δισ. ευρώ προκύπτουν τα 560 εκατ. ευρώ που ανέφερε ο υφυπουργός. Μέχρι να το κάνει, δεν δικαιούται να παρουσιάζει ως επιτυχία έναν υπολογισμό που οι πολίτες δεν μπορούν να ελέγξουν. Το ΕΣΥ δεν χρειάζεται δημιουργική λογιστική, αλλά επαρκή χρηματοδότηση, διαφάνεια και λογοδοσία.
*Πρώην αναπληρωτής διοικητής του ΓΝΕ Θριάσιο,
μέλος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και εκπαιδευτικός
