«Τα όρια της γλώσσας μου καθορίζουν τα όρια του κόσμου μου», διατεινόταν ο Αυστριακός φιλόσοφος Ludwig Wittgenstein (Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν), αναζητώντας ένα τρόπο διαμεσολάβησης της εμπειρίας από τη γλώσσα.
Η γλώσσα δεν είναι απλώς εργαλείο επικοινωνίας. Είναι το βασικό πεδίο μέσα στο οποίο συγκροτείται η ανθρώπινη εμπειρία. Κι αν η γλώσσα μπορεί να δημιουργεί κόσμους, τότε… μπορεί και να τους αποκλείει. Να στιγματίζει. Να εκμηδενίζει.
Η συζήτηση για την επανεμφάνιση και νομιμοποίηση της λέξης «λαθρομετανάστης» στον δημόσιο λόγο της Ελλάδας (και όχι μόνο) δεν είναι ζήτημα «πολιτικής ορθότητας» ή λεξιλογικής αισθητικής. Είναι φιλοσοφικό και ηθικό ζήτημα, που αποκαλύπτει τη σύγκρουση ανάμεσα στη γλώσσα ως πράξη υπευθυνότητας και στη γλώσσα ως όπλο εξουσίας.
Το πρόθεμα «λαθρο-» στον όρο «λαθρομετανάστης» φανερώνει μια βαθιά σύγχυση στην εννοιολογική σύνδεση των λέξεων. Μετατρέπει μια πράξη (παράνομη είσοδος) στην ουσία του προσώπου.
Η λέξη «λαθραίο» περιγράφει αντικείμενα ή ενέργειες, π.χ. «λαθρεμπόριο». Όταν όμως το πρόθεμα χαρακτηρίζει ανθρώπους, υποδηλώνει ότι το ίδιο το πρόσωπο είναι εξ ορισμού παράνομο.
Μπορεί όμως ο άνθρωπος να είναι «λαθραίος»; Η έννοια αυτή παραβιάζει το ίδιο το θεμέλιο του ανθρωπισμού: το πρόσωπο ως φορέα αξίας και όχι ως κατηγορία παρανομίας.
Στο φιλοσοφικό του έργο «Φιλοσοφικές Έρευνες», ο Βίτγκενσταϊν υποστηρίζει πως το νόημα των λέξεων δεν βρίσκεται σε μια εσωτερική ουσία, αλλά στη χρήση τους μέσα σε ένα συγκεκριμένο «γλωσσικό παιχνίδι»,δηλαδή ένα πλαίσιο συμφραζομένων και κοινωνικών πρακτικών: «Η σημασία μιας λέξης είναι η χρήση της μέσα στη γλώσσα».
Ας δοκιμάσουμε λοιπόν να δώσουμε τη σημασία της λέξης «λαθρέμπορος»:
Η λέξη περιγράφει μια ενέργεια μέσα σε ένα κοινωνικό γλωσσικό παιχνίδι παρανομίας. Το άτομο μπορεί να εγκαταλείψει αυτόν τον ρόλο (αν πάψει να διαπράττει λαθρεμπόριο). Άρα η ταυτότητά του δεν εξαντλείται στην πράξη. Η λέξη είναι περιγραφική (descriptive) και κοινωνικά διαπραγματεύσιμη.
Επαναλαμβάνουμε τον συλλογισμό μας για τον «λαθρομετανάστη»:
Η λέξη δεν περιγράφει μια πράξη, αλλά προσδιορίζει οντολογικά το άτομο μέσα στο γλωσσικό παιχνίδι της μετανάστευσης και της κυριαρχίας. Δεν υπάρχει ρήμα λαθρομεταναστεύω με ενεργητική, διαχειρίσιμη χρήση. Η απουσία ρήματος σημαίνει πως η πράξη δεν είναι διακριτή από το πρόσωπο.
Το πρόβλημα λοιπόν με τον όρο λαθρομετανάστης είναι πως δεν βασίζεται σε ρήμα (πράξη), αλλά είναι μόνο ουσιαστικό (κατηγορία), και επομένως η χρήση της λέξης προσδίδει στατική, οντολογική ταυτότητα στο άτομο, το οποίο δεν «κάνει» κάτι παράνομο αλλά «είναι» κάτι παράνομο.
Άρα, σύμφωνα με τον Βίτγκενσταϊν, στον όρο λαθρομετανάστης το πρόθεμα μετατοπίζεται από το πεδίο της πράξης στο πεδίο της ταυτότητας, γίνεται στίγμα: και εδώ αρχίζει η επικινδυνότητα.
Ο λόγος ως επιτελεστική πράξη
Ο Michel Foucault ήδη από το έργο του «Η Αρχαιολογία της Γνώσης» ανέδειξε πώς η εξουσία δεν ασκείται μόνο με νόμους ή όπλα, αλλά και με λόγο. Για το Foucault η γλώσσα είναι μηχανισμός εξουσίας. Δεν είναι απλώς εργαλείο επικοινωνίας, αλλά παράγει υποκείμενα μέσα από λόγους (discourses) που κυριαρχούν κοινωνικά. Όποιος ελέγχει τις λέξεις, καθορίζει τι είναι κανονικό και τι παρεκκλίνον.
Στην περίπτωση της μετανάστευσης, η λέξη «λαθρομετανάστης» λειτουργεί ως εργαλείο κατασκευής του εχθρού, τοποθετώντας τον άνθρωπο σε μια αφηρημένη, επικίνδυνη κατηγορία. Δεν περιγράφει ένα γεγονός, αλλά ορίζει ποιος «είναι» εντός και ποιος εκτός του πολιτικού και ανθρωπιστικού πλαισίου. Παράγει έναν “παράνομο άνθρωπο” ως κατηγορία, δηλαδή η χρήση του όρου συνιστά τεχνολογία εξουσίας.
Η Αμερικανίδα φεμινίστρια φιλόσοφος Judith Butler στις μελέτες της για το πώς το υποκείμενο συγκροτείται μέσω λόγου, καταλήγει ότι η ταυτότητα (π.χ. το φύλο, η εθνικότητα) δεν είναι φυσική, αλλά επιτελείται μέσω επαναλαμβανόμενων γλωσσικών και κοινωνικών πράξεων. Η Butler υποστηρίζει ότι ο λόγος δεν περιγράφει απλώς — πράττει. Όταν μια λέξη χρησιμοποιείται διαρκώς με έναν τρόπο, δημιουργεί κοινωνικές πραγματικότητες.
Η λέξη «λαθρομετανάστης» δεν κατονομάζει μόνο ένα υποκείμενο. Το στιγματίζει, το πλαισιώνει ως απειλή, το καθιστά «άλλο» — και τελικά, νομιμοποιεί τον αποκλεισμό του από το κοινωνικό σώμα. Δηλαδή, επιτελεί την ταυτότητα του «μη ανήκοντος» , όπως το φύλο επιτελείται σε άλλα συμφραζόμενα.
Η χρήση τέτοιων λέξεων στον δημόσιο διάλογο λοιπόν δεν είναι αθώα. Όταν πολιτικοί, δημοσιογράφοι μιλούν με αυτούς τους όρους, δίνουν σάρκα και οστά σε έναν κόσμο φόβου, αποκλεισμού και απανθρωπιάς. Δεν πρόκειται για «λεπτομέρεια» ή «ρητορικό σχήμα». Είναι πολιτική πράξη.
Συμπερασματικά
Η λέξη «λαθρομετανάστης» δεν είναι απλώς λανθασμένη. Είναι επικίνδυνη. Δεν περιγράφει, αλλά στιγματίζει. Δεν ενημερώνει, αλλά αποκλείει. Και τελικά, δεν κατονομάζει την πραγματικότητα — τη διαστρεβλώνει.
Σε μια εποχή που η γλώσσα γίνεται συχνά όπλο πολεμικής, η φιλοσοφική ευθύνη είναι να την επαναφέρουμε ως χώρο συνάντησης, κατανόησης και αναγνώρισης. Να μιλάμε όχι για «λαθραίους», αλλά για ανθρώπους που μετακινούνται σε έναν κόσμο που οι πόλεμοι, οι ανισότητες και η κλιματική κρίση τους διώχνουν από τα σπίτια τους.
Διότι το πώς μιλάμε για τον Άλλον, καθορίζει ποιοι είμαστε εμείς.
Πριν αρχίσουμε να ανησυχούμε λοιπόν για την αυγή μιας μετα-ανθρώπινης εποχής, πριν αναλωθούμε σε φόβους για την τεχνητή νοημοσύνη, τον κυβερνοχώρο ή τη βιοτεχνολογία, ας αναρωτηθούμε: έχουμε κατανοήσει τι σημαίνει «ανθρωπινότητα»;
Γνωρίζουμε στ’ αλήθεια τι σημαίνει να στεκόμαστε ως άνθρωποι απέναντι στον Άλλον, με λόγο που θεραπεύει και όχι που πληγώνει;
Αν δεν μάθουμε να βλέπουμε τον Άλλον ως πρόσωπο — και όχι ως αριθμό, πρόβλημα ή «λαθραίο» —τότε δεν κινδυνεύουμε από το «μετα-», αλλά από την απώλεια του ανθρώπου μέσα μας.
Η ανθρωπιά δεν είναι μεταφυσική έννοια. Είναι πράξη, πράξη ευθύνης.
Κι ίσως από εκεί πρέπει να ξεκινήσει κάθε φιλοσοφία της ελπίδας.
*Φοιτήτρια ΕΑΠ στο τμήμα Ευρωπαϊκές Σπουδές, Ιστορία, Κοινωνία, Πολιτισμός.
