ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιωάννα Σωτήρχου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Οπως η Ευρώπη, ένα μικρό κορίτσι δηλαδή που παίζει στην ακροθαλασσιά, απάγεται και δεν ξαναβλέπει τον τόπο του, έτσι κι εγώ ήμουν ένα νεαρό αγόρι που οι γονείς του το απομάκρυναν από τον τόπο που έπαιζε και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει για πάντα τη χώρα του, όχι με τον ίδιο βίαιο τρόπο που άρπαξαν την Ευρώπη, αλλά εξαιτίας ενός πολέμου»: με αυτά τα λόγια έδωσε τον πυρήνα της δραματουργίας του ο Λιβανοκαναδός συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός Ουαζντί Μουαουάντ, καλλιτεχνικός διευθυντής την τελευταία δεκαετία του γαλλικού Théâtre National de la Colline, του οποίου το έργο «Ο όρκος της Ευρώπης» θα κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στα επετειακά Επιδαύρια 1 και 2 Αυγούστου. Η απώλεια και το τραύμα, ο ξεριζωμός, η ακραία βία και η εξιλέωση, η ανάγκη παρηγοριάς και επανόρθωσης διατρέχουν το έργο του: αρκεί να θυμηθεί κάποιος τις «Πυρκαγιές» (Incendies), το θεατρικό του που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2010 με τον τίτλο «Μέσα από τις φλόγες» και ήταν υποψήφιο για Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας, ενώ όταν ανέβηκε το 2019 στο ΚΘΒΕ είχε δεχθεί επίθεση από σκοταδιστές.

Η οδύνη του πολέμου, που δεν είναι μόνο προσωπική, ούτε οικογενειακή, αλλά κοινό βίωμα και ο τρόπος που μεταβολίζεται στις επόμενες γενιές, είναι όσα απασχολούν τον Μουαουάντ διαχρονικά, κάτι εμφανές και στο έργο του «Ολοι εμείς πουλιά» που είχε ανεβεί στο Εθνικό πριν από δύο χρόνια. Αυτά είναι θέματα που κατά τη γνώμη του συνομιλούν με τους μύθους και τους ήρωες του αρχαίου δράματος, πεποίθηση που άλλωστε αποτύπωσε και στις «Γυναίκες» στο Ηρώδειο το 2011 με τις ηρωίδες από τις τραγωδίες του Σοφοκλή.

«Στην Αθήνα σκέφτομαι πώς θα ήταν η ζωή στη Βηρυτό χωρίς συρράξεις»

Ενα απόσταγμα αυτών των αναφορών είναι και το έργο που θα μας παρουσιάσει, σύμφωνα με όσα μας είπε στη χθεσινή τηλεσυνέντευξη Τύπου στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Μπορεί οι λέξεις που του έρχονται στον νου να είναι ο «ουρανός», το «φως» και οι «φίλοι» στο άκουσμα της «Ελλάδας», είναι όμως, ταυτόχρονα, και ο «μύθος»: «Αυτές οι τρεις λέξεις, ουρανός, φως και φίλοι, έχουν ένα κοινό στοιχείο, μια αίσθηση παρηγοριάς, αλλά σου έρχεται στον νου και κάτι μυθικό στο άκουσμα της Ελλάδας. Οταν είμαι στην Αθήνα σκέφτομαι πώς θα μπορούσε να είναι η ζωή στη Βηρυτό αν δεν είχε πληγεί τόσο πολύ από τις συρράξεις. Οταν μου έγινε η πρόταση να γράψω ένα καινούργιο έργο για να το παρουσιάσω σε αυτό το σπουδαίο θέατρο, αναδύθηκε στο μυαλό μου ένα αφήγημα που -χωρίς να αφορά μόνον εμένα- συνοψίζει όλα όσα έχουν χαθεί και ήταν σημαντικά από τα παιδικά μου χρόνια. Η απώλεια και το τραύμα είναι ένα κοινό βίωμα».

Ο Μουαουάντ οδηγήθηκε έτσι στην αρπαγή της Ευρώπης που «πίσω από τον μύθο κρύβει μια αληθινή σφαγή, την εισβολή κατακτητών σε μια χώρα, τη Φοινίκη, και τους βιασμούς γυναικών από τους εισβολείς. Και όπως η Ευρώπη γέννησε έναν πολιτισμό αλλά και ένα τέρας, τον Μινώταυρο, που ίσως μαρτυρά το τι πέρασε, έτσι κι εγώ θέλω να διηγηθώ αυτή την ιστορία της βίας κατά των γυναικών, αυτή την ιστορία της αρπαγής και των βιασμών που επαναλαμβάνονται από γενιά σε γενιά. Δεν υπάρχει απαραίτητα η εξιστόρησή της. Διότι, όπως η βία συμπυκνώνεται σε ένα συλλογικό τραύμα αλλά είναι ένα μη γραμμικό βίωμα, το οποίο διαρρηγνύει τον χρόνο και διαφοροποιείται στην έκρηξη των συναισθημάτων που προκαλεί, έτσι δουλεύω κι εγώ στο έργο». Συνθέτει λοιπόν ένα αμάλγαμα αφηγήσεων σαν παζλ. Και προσπαθεί να βρει στις πρόβες και στις δυναμικές των σκηνών πώς θα ταιριάξει τα κομμάτια γύρω από μια (μυθοπλαστική) σφαγή που αν και έγινε πριν από 80 χρόνια, ακόμη οι υπεύθυνοι δεν έχουν οδηγηθεί στη Δικαιοσύνη.

«Εβδομήντα πέντε χρόνια αργότερα, υποτίθεται ότι μια έρευνα ανοίγει ξανά τις πληγές του παρελθόντος. Αναζητούνται μάρτυρες, αμφισβητούνται οι σιωπές. Τώρα, πρέπει καθένας να μιλήσει. Αλλά πώς αντιμετωπίζει κανείς αυτό που έχει θαφτεί; Πώς μπορεί να αντιμετωπίσει αυτό που δεν έχει ποτέ κατονομαστεί; Το έργο εμβαθύνει στη μνήμη ενός εγκλήματος, στο βάρος της σιωπής και στον τρόπο με τον οποίο το τραύμα μεταδίδεται από γενιά σε γενιά», είναι η περιγραφή που δίνει ο σκηνοθέτης για το νέο του έργο, στο οποίο και πάλι ψηλαφεί την κληρονομημένη βία αναθέτοντας στο θέατρο τον ρόλο ενός χώρου, όχι μόνο αναμέτρησης, αλλά παρηγοριάς και επανόρθωσης. Στην έρευνά του για τη ρεαλιστικότερη απόδοση του έργου χρησιμοποίησε μια εμπειρογνώμονα της γαλλικής κυβέρνησης για τον τρόπο διερεύνησης των σφαγών, τη συλλογή μαρτυριών και την αντιμετώπιση των θυμάτων. Συμβουλεύτηκε ακόμα μια καθηγήτρια αρχαιοελληνικής ιστορίας και θρησκείας για να προσεγγίσει την έννοια της θυσίας και μια νομικό για τη διαδικασία υπεράσπισης των κατηγορουμένων τέτοιων εγκλημάτων στο ποινικό δικαστήριο.

Αναδεικνύοντας τις αρχετυπικές διαστάσεις της ανθρώπινης περιπέτειας, ανεξαρτήτως τόπου ή χρόνου, αντλώντας σταθερά από τις αρχαίες ηρωίδες συνθέτει μια πολιτική αλληγορία που απηχεί σύγχρονες εστίες ανθρώπινου πόνου και κτηνωδίας. Στη συνέντευξη πήραν τον λόγο και οι ηθοποιοί του πολυεθνικού θιάσου που θα βρεθούν στην Επίδαυρο το πρώτο Σαββατοκύριακο του Αυγούστου σε αυτή την πολύγλωσση παράσταση -στα αγγλικά, γαλλικά και ελληνικά-, οι οποίοι συντρέχουν κι αυτοί στη σύνθεση του κειμένου. Σίγουρα δεν μας αποκάλυψαν πολλά πέρα από το ότι υποδύονται τα μέλη μιας οικογένειας, αυτής του σφαγέα (Εμανουέλ Σβαρς) που δεν ξέρει γιατί έχει κάνει ένα τόσο αποτρόπαιο έγκλημα, σκοτώνοντας τη μητέρα του (Ζιλιέτ Μπινός) και τη γιαγιά του που είναι «ένας πολύπλοκος χαρακτήρας με αρκετές σκοτεινές διαστάσεις», όπως μας είπε για τον χαρακτήρα που παίζει η Λόρα Ρίβλιν. Η οικογένεια έχει ακόμη μία κόρη για να εκπροσωπηθεί έτσι το διαγενεακό τραύμα. Στο έργο συνυπάρχουν και άλλα πρόσωπα, π.χ. μια διπλωμάτισσα που έχει επωμιστεί το καθήκον να ρίξει άπλετο φως στο έγκλημα και γυναίκες που τα ονόματά τους παραπέμπουν σε αρχαιοελληνικούς μύθους. Οι ηθοποιοί που τις υποδύονται απέφυγαν πάντως να διευκρινίσουν ακριβώς τον ρόλο τους για να κρατήσουν ζωντανή την έκπληξη της πλοκής – άλλωστε ούτε το τέλος έχει ακόμη γραφεί. «Είναι ήδη αρκετά τραγικό, ερχόμαστε τελικά κοντά στον Σοφοκλή», παρατήρησε η Μπινός για την αφηγηματική εξέλιξη η οποία βρίσκει τον Ουαζντί «πολύ κοντά» στον αρχαίο τραγικό.

Ολος ο θίασος εξέφρασε τη συγκίνησή του που θα παίξει στο αργολικό θέατρο. Αν και απέφυγαν οποιονδήποτε συσχετισμό με την τρέχουσα επικαιρότητα, μη θέλοντας να μιλήσουν εξ ονόματος του συγγραφέα-σκηνοθέτη που είχε εν τω μεταξύ αποχωρήσει, μια ηθοποιός επισήμανε ότι στην επεξεργασία του κειμένου δεν γινόταν να μην αναλογιστούν ό,τι αποτρόπαιο συμβαίνει, «γιατί το να έχει κάποιο νόημα το θέατρο που κάνεις είναι κι αυτό που το καθιστά ιερό»…