«Είμαι πολλοί εαυτοί», Φ. Πεσόα
Πρόκειται βασικά για κριτικό δοκίμιο–«υπέρβασης των διαχωριστικών και κατηγορικών μύθων του διαφωτισμού» και, κυρίως, για ανθρωπολογική μελέτη. Μελέτη τραγική, όπως λέει ο συγγραφέας (αφού ο άνθρωπος «καλείται» να δώσει νόημα σ’ έναν κόσμο χωρίς σκοπό, όπως ήδη το είχε υπoστηρίξει πριν από αρκετές δεκαετίες ο J. Monod, με την ίδια τη ζωή να είναι αυτοσκοπός), μακριά από κάθε μεσσιανική εσχατολογία – ουτοπία (κοσμική ή θρησκευτική) πάνω στη φύση του ανθρώπου (αυτογνωστικά), στη σχέση του με τη φύση αλλά και με τον άλλο. Ετσι άνθρωπος (και ανθρώπινος πολιτισμός) και φύση είναι ένα, δηλαδή ενιαίες (φυσικές) συμβιωτικές (Γ. Μανέτας, 2023) κατηγορίες και όχι, πάντως, σε διαρκή και ολοκληρωτική αντιπαράθεση και ρήξη. Η συμβίωση μεταβάλλει και τον άνθρωπο και τη φύση. Ως προς τη σχέση του ανθρώπου με τους άλλους, ετεροκαθοριζόμαστε –«είμαστε οι, ή και, άλλοι» μέσα στη σχετική μας αυτονομία, όπως σχετική είναι και η εξατομίκευσή μας. Τούτο ιδίως στον βαθμό που ο άνθρωπος, όπως υποστηρίζει ο Ναξάκης, έχει ανάγκη την αναγνώριση από τους άλλους, όπως και τον έχουν ανάγκη οι άλλοι. Σύμφωνα με τη λακανική θεωρία «…για να υπάρξει κάποιος πρέπει να αναγνωρίζεται από κάποιον άλλο· είμαστε εξαρτημένοι από τον άλλο […] ενώ ταυτόχρονα είμαστε ο χειρότερος εχθρός αυτού του άλλου» ( S. Homer 2017). Η ίδια η φύση του ανθρώπου εξάλλου, μέρος της ύπαρξής μας όπως και η φύση, δεν είναι απλή, μονοδιάστατη – μονοφυσιτική, όπως άλλωστε δεν είναι και η πραγματικότητα. Δεν είναι μια φύση «εύκολη», όπως τονίζει ο συγγραφέας. Εξ ου και η τραγικότητά του η οποία πηγάζει από τον ίδιο και τη διφυή υπόστασή του: Απόλλων και Διόνυσος. Είναι πλέον κοινός τόπος ότι η φύση του ανθρώπου είναι πολυσύνθετη και πολύπλοκη και ως εκ τούτου ατελής και κυρίως παραμένει (επιστημολογικά – μεθοδολογικά) άγνωστη, ανεξερεύνητη, αβέβαιη και δυνητικά διαψεύσιμη. Συντίθεται από επίκτητα και έμφυτα χαρακτηριστικά που αλληλοεπιδρούν σ’ ένα βιολογικό και πολιτισμικό υπόβαθρο. Ετσι, λοιπόν, ο άνθρωπος είναι ενάρετος, αλτρουιστής, συνεργατικός, αμοιβαίος, συνεργασιακός (collaboratif), αλληλέγγυος.
Είναι όμως και εγωιστής, συμφεροντολόγος, ανταγωνιστικός, «ισχυρός»–εξουσιαστής (αν και ποτέ κανείς στη φύση δεν είναι αρκετά ισχυρός). Το «απολύτως σίγουρο» για τον Ναξάκη είναι ότι ο άνθρωπος δεν γεννιέται ενάρετος, αλτρουιστής, συνεργατικός κ.λπ. Τα χαρακτηριστικά αυτά υπήρχαν/προϋπήρχαν και πριν από τη νεολιθική εποχή της εγκατεστημένης γεωργίας και κτηνοτροφίας, των πρώτων οικισμών και της εκτροφής, οπότε κατά την κρατούσα άποψη άρχισε να αλλοιώνεται ο άνθρωπος μέχρι που, ως homo sapiens πλέον, μετεξελίχθηκε όπως είναι σήμερα και μάλιστα μεταλλαγμένος. Aυτό, υποστηρίζει ο συγγραφέας, αποδεικνύει πως ο άνθρωπος δεν είναι πολιτισμικά (αλλά και κοινωνικά) κατασκευάσιμος.
Ως συνέπεια της διαφωτιστικής κυριαρχίας και αλλοτρίωσης του ανθρώπου ο συγγραφέας επικρίνει τον εργαλειακό ορθολογισμό του ανθρώπου και της κοινωνίας της εξατομίκευσης (η οποία δεν είναι νεωτερικό φαινόμενο). Ο εργαλειακός ορθολογισμός έλκεται και κατασκευάζεται από τον επιδιωκόμενο σκοπό, που είναι η κυριαρχία και η ισχύς σε όλα τα πεδία. Είναι γνωστό και εμπειρικά, εξάλλου, ότι οι άνθρωποι δεν πράττουν και αποφασίζουν μόνο με την (ορθο)λογική και τον υπολογισμό (π.χ. σε οικονομικές επιλογές). Αυτή η λογική πριν και τον homo economicus ταυτίστηκε και συνόδευσε τον homo faber ως η μοναδική του φύση και εκείθεν απετέλεσε την κινητήρια δύναμη της ιστορίας συμβάλλοντας στην αέναη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και της τεχνικής (Μαρξ) ως συγκροτητική βάση του καπιταλιστικού (και σοσιαλιστικού) φαντασιακού. Βάση δε που είναι συνδεδεμένη με την αφθονία, τη συγκεντροποίηση και τη συσσώρευση, και τούτα ταυτισμένα με την κατασκευή και αναγωγή των επιθυμιών σε ανάγκες διαρκώς ανικανοποίητες. Ετσι τίθεται περισσότερο από ποτέ σήμερα το θέμα των αναγκών ως συμβολικής πραγματικότητας και των πολιτισμικών, οικολογικών ορίων που πρέπει να οικοδομηθούν και να αποφασιστούν συλλογικά/αμεσοδημοκρατικά και κατ’ αρχάς σε βιοχωροτοπικό επίπεδο. Τα όρια, όπως ορθά το θέτει Ναξάκης, είναι συναρτημένα, ανάμεσα σε άλλα, με την επιβράδυνση της (κοινωνικά ρυθμισμένης) οικονομίας (και μιας σταδιακής και εθελούσιας απομεγέθυνσης;) και τεχνολογίας. Από την άλλη, χωρίς (νέους) θεσμούς και μηχανισμούς δεν μπορούν να ελεγχθούν αλλά και να εμπεδωθούν π.χ. οι συνεργατικές και αλληλέγγυες μορφές οργάνωσης αλλά και τα όρια που έχουν συναποφασιστεί.
Στην «αντιδιαφωτιστική» οπτική του συγγραφέα εγγράφεται και η απόρριψη της ανταγωνιστικής κοινωνίας της αγοράς, η οποία ρυθμίζει-χαλιναγωγεί τον homo economicus αλλά και του προτάγματος της ισοελευθερίας. Στην κοινωνία της ισοελευθερίας θεωρεί ο Ναξάκης ότι δεν υφίστανται η ενσυναίσθηση, η αλληλεγγύη και ο αλτρουισμός. Και δεν υφίστανται διότι σε έναν τέτοιο κόσμο δεν υπάρχουν αγωνίες και βάσανα(!).
Τέλος, για έναν καλύτερο κόσμο πρέπει κατ’ αυτόν να ενθαρρύνονται (πώς; ποιοι;) ένα σύνολο αρετών (ευθύτητας, ανιδιοτέλειας, τιμιότητας κ.ά.) και να οικοδομούνται συμβιωτικές μορφές που θα βασίζονται στο καθήκον, στην τήρηση των υπεσχημένων, στην κουλτούρα του δώρου κ.ά. Η πρωτοτυπία του πονήματος του Χ. Ναξάκη, πέρα από τις μικρές ενστάσεις που και αυτές μπορούν να συμβάλουν στην περαιτέρω συζήτηση, δεν αμφισβητείται. Επίσης είναι άξια υπογράμμισης η αισιόδοξη ανάδειξη αλλά και απομυθοποίηση του ατελούς, σύνθετου αλλά και πάντα «εκπληκτικού» ανθρώπου. Θα πρέπει τούτο να διαβαστεί ιδίως απ’ όσους ψάχνουν σε αυτούς τους σκοτεινούς, κυνικούς και αποξηραμένους καιρούς της νεοφιλελεύθερης ουτοπίας έναν άλλο άνθρωπο σε μια άλλη κοινωνία με νέα όρια.
*Ομότιμος καθηγητής, Πανεπιστήμιο Πατρών
