Εννέα χιλιάδες συλλήψεις ανηλίκων από την αρχή του χρόνου προκάλεσαν για ακόμα μια φορά την πτώση χιλιάδων ανυποψίαστων νοικοκυραίων από τα συννεφάκια της κανονικότητας που σκεπάζουν εδώ και πέντε χρόνια τον ουρανό της πατρίδας μας. Το ασύλληπτο αυτό νούμερο ανακοίνωσε «με έκδηλη ανησυχία» ο υπουργός ΠΡΟ.ΠΟ. ο οποίος τόσο καιρό τηρούσε σιγήν ιχθύος αναμένοντας την κατάλληλη στιγμή που το πρόβλημα θα έχει ενταθεί, οπότε σε «ώριμες ιστορικές συνθήκες» να ανακοινώσει «δραστικά» μέτρα, ικανά να πείσουν τους νοικοκυραίους, οι οποίοι θα έχουν εμφανείς τους μώλωπες της πτώσης τους από τα σύννεφα, ότι δεν βλάπτει και λίγο ξύλο, δεν βλάπτουν και κάποιες χιλιάδες κάμερες παρακολούθησης των πολιτών ούτε και κάποιες φυλακίσεις παιδιών και γονέων.
Και αφού μας είπε όλα αυτά τα βαρυσήμαντα, κατακεραύνωσε αυτούς που φταίνε όχι μόνο κατά τον ίδιο, αλλά και κατά τους ψυχολόγους, τους δημοσιογράφους, τους τηλεπαρουσιαστές, τους αστυνομικούς, για την έξαρση της παραβατικότητας των ανηλίκων και για την «κατάντια» της νεολαίας. Και ποιοι είναι αυτοί; Ποιοι άλλοι, οι γονείς τους. Κι έτσι το αφήγημα ολοκληρώθηκε: Η μάνα φταίει, ο σταθμάρχης φταίει, οι πυρκαγιές τύπου WUI φταίνε, ο κορονοϊός φταίει, ο Πούτιν κι ο Χατζηπετρής φταίνε και ως επίλογος οι γονείς φταίνε και γενικά αυτή η άτιμη κοινωνία. Και αν καταπώς φαίνεται τελικά δεν φταίνε όλοι αυτοί, «τις πταίει»;
Το 1945 στην παράσταση των «Ενωμένων Καλλιτεχνών» του έργου του Αλέξη Δαμιανού «Το καλοκαίρι θα θερίσουμε» ο νεαρός ΕΠΟΝίτης Μάνος Χατζιδάκις στους στίχους του τραγουδιού που έγραψε γι’ αυτήν, μας διηγείται πώς ήταν τότε η νεολαία: «Τα παιδιά κάτου στον κάμπο φωσφοράν τις λαγκαδιές, κυνηγάνε τα τσακάλια, καβαλάν τις αστραπές. Ελα κόρη μ’, έλα κι άναψε φωτιά, κοίτα τόσα παλικάρια τραγουδούν τη λευτεριά». Ηταν η εποχή που η νεολαία πολεμούσε και τραγουδούσε, είχε όραμα, είχε ιδεώδη, είχε γενναιότητα, είχε ΠΡΟΤΥΠΑ. Και όλες αυτές οι αξίες φώτιζαν το μονοπάτι της ευαίσθητης και αφυπνισμένης νεολαίας μας μέχρι που…
Το 1974, χρονιά-ορόσημο για τη συνέχεια της ιστορίας του ανθρώπινου είδους, όταν η λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού είχε καταγάγει στη Χιλή την πρώτη της νίκη σε βάρος της Δημοκρατίας και έκτοτε επιβλήθηκε ως «δεν υπάρχει εναλλακτική» σε όλο σχεδόν τον δυτικό -και όχι μόνο- κόσμο, ο διορατικός Μάνος για τις ανάγκες αυτή τη φορά της ταινίας του Ντούσαν Μακαβέγεφ «Sweet movie», όπου χρησιμοποίησε το ίδιο τραγούδι, άλλαξε τους στίχους και τους προσάρμοσε έτσι ώστε να καταγράψει αλλά και να προαναγγείλει την τυφλή αντίδραση των επόμενων γενεών μετά τις ηττημένες νεολαίες του ’40 μέχρι και του ’70: «Τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγάνε τους αστούς, πετσοκόβουν τα κεφάλια από εχθρούς κι από πιστούς. Ελα κόρη της σελήνης, κόρη του αυγερινού, να χαρίσεις στα παιδιά μας λίγα χάδια του ουρανού». Λίγα χάδια του ουρανού ζητούσε ο Μάνος Χατζιδάκις, που όχι μόνο δεν ήρθαν, αλλά αντί για χάδια τα παιδιά εισέπραξαν τα χαστούκια της απαξίωσης των ιδεών και ιδεωδών τους, της αποξένωσης από το φυσικό περιβάλλον, τις τρικλοποδιές των κοινωνικών αποκλεισμών και εγκλεισμών, των διακρίσεων, της φτωχοποίησης∙ κυρίως όμως υπέστησαν τις συνέπειες της εκ προθέσεως δολοφονίας των προτύπων τους∙ ακόμα και αυτών που θα μπορούσαν να αντιπροσωπεύουν οι γονείς τους, οι οποίοι τώρα βυθίζονται στην αδιέξοδη καθημερινότητα.
Κάποτε τα μαθητικά υπνοδωμάτια τα στόλιζαν οι αφίσες του Τσε Γκεβάρα, του Αϊνστάιν να μας βγάζει τη γλώσσα, ενός όπλου μ’ ένα γαρίφαλο στην κάννη του, η αντιπολεμική αφίσα με το «WHY?», ίσως και κάποιες αφίσες προοδευτικών κομμάτων κι ένα πανό που έγραφε: Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία. Και, το σπουδαιότερο, υπήρχαν βιβλία πολιτικά, λογοτεχνικά, ποιητικές συλλογές, άλμπουμ με φωτογραφίες από εκδρομές, ηλιοβασιλέματα και ταξίδια. Τώρα, μόνο αφίσες με φάτσες ποδοσφαιριστών και ημίγυμνων ποπ τραγουδιστριών και αντί για βιβλία και αναμνήσεις ένα κινητό τηλέφωνο στο προσκεφάλι του παιδιού να το κοιμίζει με το άναρθρο νανούρισμα της αποβλάκωσης. Τα παλιά πρότυπα ξεχάστηκαν όπως ακριβώς προέβλεψε ο Χατζιδάκις πριν από πενήντα χρόνια: «Τα παιδιά δεν έχουν μνήμη, τους προγόνους τούς ξεχνούν κι ότι αρπάξουν δεν θα μείνει γιατί ευθύς μελαγχολούν».
Και επιτέλους ας βρεθεί ένας να ρωτήσει τον υπουργό: «Μήπως φταίει η νεοφιλελεύθερη πολιτική σας; Και αφού απαντάτε με αναντίλεκτο τρόπο “όχι”, τότε ποιος και γιατί γέμισε τα ετοιμόρροπα σχολεία με ναρκωτικά, με κακοπληρωμένους εκπαιδευτικούς, με χουλιγκανισμό, με αντιανθρωπιστική παιδεία, με ανταγωνιστικά ρηχά πρότυπα, με πολιτικό μηδενισμό;»
*Νομικός, συγγραφέας
