Οι λέξεις του τίτλου είναι οι τελευταίες του θανόντος από γαστρικό έλκος, στις 10.8.1941, Ηλία Βουτιερίδη, συντετριμμένου λόγω της επιβολής του φασιστικού ζυγού αλλά και διατηρούντος την πίστη στη δυνατότητα επικράτησης του δικαίου: «Τι ωραίες που είναι οι νίκες!». Λιτότατος επίλογος για την πολυκύμαντη ζωή ενός ανθρώπου «έξοχου στον λόγο και στην πράξη» (υπομνηστέα τα της ομηρικής «Ιλιάδος» λόγια του Φοίνικα στον θυμωμένο Αχιλλέα), «μαθημένου» και στον «φοβερό πόλεμο» και στις «λαμπρές ομιλίες όπου διακρίνονται οι άνδρες» (όπως μεταφράζει ο Ιάκωβος Πολυλάς), αν τέτοιες θεωρηθούν οι πολυπληθείς και ποικίλες καταθέσεις του στον γραπτό λόγο.
Γεννημένος (1874) στην πόλη Σουλινά της Ρουμανίας, γιος του Ελληνα προξένου και εγγονός ενός συνονόματου παππού, τιμημένου με το «Αριστείον του Αγώνος» του 1821, συνηθισμένος καθώς ήταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής αλλά και να «συμμετέχει στα κοινά», ο Ηλ.Βουτιερίδης μπόρεσε να συνδυάσει τις ιδιότητες του δασκάλου/φιλολόγου/ποιητή/πεζογράφου/θεατρικού συγγραφέα/κριτικού (παρ’ όλο που διέκοψε τη φοίτησή του στη Φιλοσοφική, η πορεία του στον χώρο συνεχίστηκε λαμπρή, το έργο του βραβευόταν συχνά, τα θεατρικά του παίζονταν στη σκηνή, τα «Νεοελληνικά Αναγνώσματά» του διδάσκονταν στα σχολεία, υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και δίδαξε Ιστορία Θεάτρου-Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στην Κρατική Δραματική Σχολή), του δημοσιογράφου [(αρχι)συντάκτης ή/και διευθυντής εντύπων, πρόεδρος της Ενώσεως Συντακτών] και του μεταφραστή (σε δική του μετάφραση παραστάθηκε για πρώτη φορά, το 1901, αρχαία τραγωδία, η «Αλκηστη» του Ευριπίδη, στη νεοελληνική γλώσσα), με την εθελοντική συμμετοχή του (1897) στο «Τάγμα Επιλέκτων Κρητών» (το αντίστοιχο «Ημερολόγιον» υπήρξε το πρώτο βιβλίο του, εκδοθέν το 1898) και στον Μακεδονικό Αγώνα 1912-1913, τον οποίο κάλυψε και δημοσιογραφικά (είχε προηγηθεί, 1908, η δημοσιογραφική εκστρατεία του από την οθωμανική Θεσσαλονίκη εναντίον, αρχικά, των Βουλγάρων και, κατόπιν, των Νεοτούρκων, οι οποίοι τον φυλάκισαν δις, όπως και η βολιδοσκόπηση του Ελευθερίου Βενιζέλου, μέσω των σχετικών συνεντεύξεών του, 1909-1910), όπως, βέβαια, έκανε και το 1921, ως απεσταλμένος τής εφημερίδας «Εμπρός» (έγραφε εναλλάξ με τον σπουδαίο Κωνσταντίνο Φαλτάιτς), στο μικρασιατικό μέτωπο (αμέσως τότε εκδόθηκε το βιβλίο του «Η εκστρατεία πέραν του Σαγγαρίου») – ως επιβράβευση της ολοκληρωθείσης αποστολής του ως πολεμικού ανταποκριτή και «αληθούς στρατιώτου», οδιοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού Αλέξανδρος Κοντούλης πρότεινε να απονεμηθεί στον Ηλία Βουτιερίδη το Αργυρούν Αριστείον Ανδρείας.
Στο ανά χείρας βιβλίο (έπεται του λευκώματός του «Μέρες πολέμου. Ωρες ανάπαυλας. Μικρασία 1921», περιλαμβάνοντος το χειρόγραφο πολεμικό ημερολόγιό του και το μεγαλύτερο μέρος των φωτογραφιών από την εκστρατεία) έχουν συγκεντρωθεί (καλύπτοντας αλληλοδιαδόχως τη, νικηφόρα πλην τερματισθείσα με μια πύρρειο νίκη και, στη συνέχεια, με μια αναδίπλωση, εκστρατεία προς την Αγκυρα/ Μάιος-Νοέμβριος ’21, την ακολουθήσασα στασιμότητα και την εξόδια Καταστροφή): α) οι προαναφερθείσες, όχι αποκλειστικά πολεμικές (παρέχουσες επίσης γεωγραφικές-πολιτισμικές πληροφορίες και χαρακτηριζόμενες από έναν «σπαρτιατικό λυρισμό», άνευ «αερολογημάτων»), ανταποκρίσεις (άλλωστε, λόγω των καθυστερήσεων, δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ειδησεογραφικά – παρεμπιπτόντως, κατάπληξη προκαλούν οι αναφερόμενες «κλοπιμαίες» ανταποκρίσεις ή οι «χαλκευμένες» ειδήσεις, διαψεύσιμες από έναν αυτόπτη δημοσιογράφο όπως ο ίδιος, που «εγνώρισε την ταχύτητα των πορειών […] και αντίκρυσε τον ίλιγγο της λαιλαπώδους προελάσεως»), β) οι σύγχρονες των παραπάνω τρυφερές Επιστολές του προς τη σύζυγό του Ναταλία Αννινου, γ) μια επιλογή από άρθρα του στην εφημερίδα της Στρατιάς Μικράς Ασίας «Ο Συνάδελφος», η οποία εκδιδόταν στη Σμύρνη υπό τη διεύθυνσή του, το διάστημα 18.3.-14.8.1922, και δ) τα δύο δημοσιεύματά του στην εφημερίδα «Η Καθημερινή», 27,28.8, με το (πρώτο γραφέν) χρονικό-μαρτυρία για την κατάρρευση του μετώπου και τις τελευταίες ελληνικές μέρες της Σμύρνης. Η επιμελήτρια φρόντισε να εφοδιάσει την έκδοση με ευρετήρια, ιστορικά, εργοβιογραφικά στοιχεία και χρήσιμο υπομνηματισμό, συμπεριλαμβανομένων των συμπληρώσεων/σημειώσεων του υιού, Περικλή Βουτιερίδη.
Ο παρών τόμος συνεισφέρει σημαντικά στον σχηματισμό μιας πληρέστερης «εικόνας» του Ηλία Βουτιερίδη, γνωστού, κυρίως (αν και πάλι σε στενό κύκλο ενδιαφερομένων) «ως του πρώτου κατ’ ουσίαν ιστορικού της νεοελληνικής λογοτεχνίας», ρόλου ο οποίος είχε προετοιμαστεί κατάλληλα: α) μέσω της καθιέρωσής του ως λογοτεχνικού και θεατρικού κριτικού ήδη με την πραγματεία «Τ’ αποκαλυπτήρια των Λογίων μας» (1903), καθώς και με το πρωτοποριακό μελέτημά του «Στοχασμοί και σημειώματα για το θέατρό μας» (1905) και β) μέσω της μαχητικής συμμετοχής του στη βασική τριάδα των δημοτικιστών –πάντως, εναντιώθηκε στις ακρότητες του Γιάννη Ψυχάρη– δίπλα στον Κωστή Παλαμά και τον Δημήτριο Ταγκόπουλο (εκδότη του περιοδικού «Ο Νουμάς», στο οποίο και εκτυλίχθηκε, κατά τη διάρκεια δύο ετών, η πρώτη επιστημονική συζήτηση περί σοσιαλισμού, μεταξύ των χωρισμένων σε δύο ομάδες –τη σοσιαλιστική, εδώ ανήκε ο Ηλίας Βουτιερίδης, και την εθνικιστική– δημοτικιστών)· προτού επισφραγιστεί με το μεγάλο φιλολογικό έργο του: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας».
Η εδώ περιγραφείσα μεγάλη εξωστρέφεια (εκτεινόμενη, επί σειρά ετών, και στην πολιτική) διαφέρει, ωστόσο, εντυπωσιακά, όπως σημειώνεται, από το «εσωτερικό Εγώ» του συγγραφέα Ηλία Βουτιερίδη, ο οποίος, αυτοβιογραφούμενος σε μια συνέντευξη (Ιανουάριος 1932), προσδιορίζει τον χαρακτήρα του ως «μελαγχολικό», «ρωμαντικό» (στη νεότητά του είχε αποπειραθεί τρεις φορές να αυτοκτονήσει) αλλά και «ανήσυχο» (τώρα πλέον ίσως και «στωικό»), ενώ δηλώνει ότι: «Σ’ όλη τη ζωή μου η βαθύτερη χαρά μου και η παρηγοριά μου ήτανε το διάβασμα και το γράψιμο. Μπορεί να το πάρη κανείς για τερατολογία. Μα εγώ ξέρω πως λέω τη μεγαλύτερη αλήθεια […] Δεν θυμάμαι να πέρασα μια μέρα της ζωής μου χωρίς να διαβάσω κάτι ή χωρίς να γράψω κάτι. Δεν είναι λίγες [οι] φορές που έμεινα σκυμμένος επάνω στο γραφείο μου τριάντα έξη [sic] και σαράντα οκτώ [ώρες], διαβάζοντας ή γράφοντας αδιάκοπα». Πώς να μη θεωρηθεί ο Ηλίας Βουτιερίδης «νεότερη» εκδοχή τού, αναφερθέντος αρχικά εδώ, ομηρικού «μύθων τε ρητήρ έργων τε πρηκτήρ» (Ι, 443);
